POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

«Τ’ είναι ισότητα; Τι κυριαρχική; Και τι τ’ ανάμεσό τους;» του Νίκου Σκούταρη



Του Νίκου Σκούταρη*

Ας υποθέσουμε ότι αύριο γινόταν ένα θαύμα. Τα τούρκικα στρατεύματα αποχωρούν από τον Βορρά. Η μη διεθνώς αναγνωρισμένη Τουρκική Δημοκρατία της Βορείας Κύπρου κι οι θεσμοί της αυτοδιαλύονται. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα επιστρέφει και συμμετέχει στους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως ορίζεται και περιγράφεται στο Σύνταγμα του 1960. Πώς θα έμοιαζε το κοινό κράτος;

Επικεφαλής θα ήταν ένας Ελληνοκύπριος Πρόεδρος κι ένας Τουρκοκύπριος Αντιπρόεδρος εκλεγμένοι από τα μέλη της κοινότητάς τους και μόνο. Ο Πρόεδρος θα όριζε 7 Ελληνοκύπριους υπουργούς ενώ ο Αντιπρόεδρος 3 Τουρκοκύπριους. Πέρα από το να διορίζουν το Υπουργικό Συμβούλιο, οι δύο επικεφαλής θα είχαν δικαίωμα απόλυτης αρνησικυρίας (veto) για αποφάσεις του κοινού κράτους που θα σχετίζονταν με την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και την ασφάλεια. Την ίδια στιγμή, για να ψηφιστούν νόμοι που θα ρύθμιζαν ζητήματα που άπτονται των εκλογών, της αυτοδιοίκησης και της φορολογίας θα χρειαζόταν πλειοψηφία τόσο μεταξύ των (35) Ελληνοκύπριων όσο και των (15) Τουρκοκύπριων βουλευτών στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Οι παραπάνω διατάξεις και ρυθμίσεις (και πολλές άλλες) μας υπενθυμίζουν ότι η πολιτική ισότητα όχι απλά με την έννοια της αποτελεσματικής συμμετοχής των δύο κοινοτήτων στα όργανα του κράτους αλλά και ως εγγύηση «συνιδιοκτησίας» των σημαντικών αποφάσεων των θεσμών της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αναπόσπαστο στοιχείο της συνταγματικής ζωής του κοινού κράτους. Με αυτή την έννοια δεν είναι απολύτως ορθό να λέγεται ότι η πολιτική ισότητα παραχωρήθηκε κι έγινε αποδεκτή από την ελληνοκυπριακή ηγεσία με το ψήφισμα 716 του 1991 του ΣΑ. Μία μορφή της υπήρχε από την πρώτη μέρα του κοινού κράτους. Ομοίως, είναι αντιφατικό κάποιοι σχολιαστές από τη μία να ομνύουν στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας και των θεσμών της και από την άλλη να απορρίπτουν τη δυνατότητα των δύο κοινοτήτων να μπλοκάρουν αποφάσεις του κοινού κράτους όταν θεωρούν πως αυτές απειλούν τα ζωτικά τους συμφέροντα. Αυτή η δυνατότητα ήταν συστατικό στοιχείο του Συντάγματος του 1960.

Σε αυτό το σημείο, κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει (κι εν μέρει θα είχε δίκιο) ότι άλλο η πολιτική κι άλλο η κυριαρχική ισότητα. Το πρόβλημα είναι ότι ο όρος «κυριαρχική ισότητα» δεν είναι αυστηρά ορισμένος στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Εντός του διαρκώς διογκούμενου «λεξικού» του Κυπριακού ζητήματος, ο όρος αυτός φαίνεται ότι λειτουργεί ως μία κωδικοποίηση της πάγιας μαξιμαλιστικής επιδίωξης Τούρκων και Τουρκοκυπρίων εθνικιστών για μια λύση δύο κρατών ή έστω συνομοσπονδιακή.

Προφανώς, αυτή η επιδίωξη δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την εξεύρεση κοινώς αποδεκτού συμβιβασμού. Η δυσχέρεια όμως αυτή που προκύπτει από το χάσμα μεταξύ των θέσεων και στόχων των δύο κοινοτήτων θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη κι αναμενόμενη. Σχεδόν πάντα, οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις γίνονται μεταξύ παρατάξεων, εθνών και κοινοτήτων με διαμετρικά αντίθετες επιδιώξεις για το συνταγματικό τους μέλλον. Προκείμενου να γεφυρωθούν αυτές οι αντιθέσεις, οι διαπραγματευτές χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές όπως η σιωπή και η αμφισημία. Για παράδειγμα, το Σύνταγμα του 1960 δεν αναφέρεται καθόλου στο από πού πηγάζει η κυριαρχία του κοινού κράτους. Πηγάζει από το σύνολο του κυπριακού λαού ή από τις δύο κοινότητες; Παρότι αναγνωρίζει την ύπαρξη τριών μειονοτήτων (Λατίνοι, Αρμένιοι, Μαρωνίτες), δεν ξεκαθαρίζει τη συνταγματική σχέση μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Απλά περιγράφει τη λειτουργία του πολιτικού συνεταιρισμού τους. Από την άλλη πλευρά, το σχέδιο Ανάν ήταν επίσης αμφίσημο σε σχέση με το ζήτημα της κυριαρχίας. Στο προοίμιο της Θεμελιώδους Συμφωνίας γινόταν λόγος για την «εγγενή συντακτική εξουσία» (inherent constitutive power) που θα επέτρεπε στις δύο κοινότητες να υιοθετήσουν τη λύση με δημοψηφίσματα. Την ίδια στιγμή το σχέδιο λύσης αναφερόταν σε δύο ισότιμες συνιστώσες πολιτείες που θα εξασκούσαν κυρίαρχα (sovereignly) όλες τις αρμοδιότητες που δεν θα εξασκούσε το κοινό ομοσπονδιακό κράτος. Κάθε Κύπριος πολίτης πέρα από την ιθαγένεια του κοινού κράτους θα είχε και μία «εσωτερική ιθαγένεια» της αντίστοιχης συνιστώσας πολιτείας. Παρά την ύπαρξη αυτών των ρυθμίσεων, η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια.

Από αυτά τα δύο παραδείγματα καθίσταται σαφές ότι αντί να εστιάζουμε στη συνθηματολογία περί «καλής» πολιτικής ισότητας και «επάρατης» κυριαρχικής ισότητας, αυτό που θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι η συνολική μορφή της λύσης και το ακριβές περιεχόμενο των διατάξεών της. Και ακόμη και σε σχέση με αυτό, οι συμφωνημένες παράμετροι της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα και κυρίως η διεθνής εμπειρία επιτρέπουν σημαντική ευελιξία. Για παράδειγμα, στο Βέλγιο, οι τρεις ομόσπονδες περιοχές (regions) κι οι τρεις γλωσσικές κοινότητες (communities) μπορούν να συνάπτουν ακόμη και διεθνείς συμφωνίες χωρίς αυτό να θεωρείται πρόβλημα για τη διεθνή κυριαρχία του κοινού κράτους. Παρόμοιες αρμοδιότητες έχουν τα ομόσπονδα κρατίδια της Αυστρίας (Lander) που γειτνιάζουν με άλλες χώρες. Στον Καναδά, η επαρχία του Κεμπέκ απολαμβάνει αρμοδιότητες που αφορούν ζητήματα μετανάστευσης ενώ της έχει αναγνωριστεί σε κάποιο βαθμό το δικαίωμα της δημοκρατικής απόσχισης. Παρόμοιο δικαίωμα απόσχισης έχει αναγνωριστεί και στη Βόρειο Ιρλανδία με τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής (Good Friday Agreement). Χωρίς να σημαίνει ότι ένα σχέδιο λύσης θα πρέπει να ακολουθήσει τα συγκεκριμένα παραδείγματα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ύπαρξη ανάλογων συνταγματικών ρυθμίσεων δεν υποβαθμίζει την πολιτική ζωή, τη συνταγματική τάξη και τη διεθνή παρουσία αυτών των κρατών.

Αυτή τη στιγμή, δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε με λεπτομέρειες τις συνταγματικές πρόνοιες του επόμενου σχεδίου λύσης – αν ποτέ υπάρξει. Σίγουρα όμως, θα υπάρχουν σε αυτό πλήθος διατάξεων που σκοπό θα έχουν να τετραγωνίσουν τον κύκλο μεταξύ των αντίθετων και συχνά συγκρουόμενων θέσεων των δύο κοινοτήτων. Παρότι κάτι τέτοιο δεν είναι ιδανικό, δεν θα πρέπει να θεωρείται «ανάθεμα». Αντιθέτως, θα πρέπει να χαιρετιστεί ως μία προσπάθεια να δημιουργηθεί η αίσθηση και στις δύο συνιστώσες κοινότητες ότι οι θέσεις τους έχουν γίνει σεβαστές σε έναν βαθμό. Πιο σημαντικό από μία λύση χωρίς ασάφειες κι αμφισημίες είναι η δημιουργία βιώσιμων και λειτουργικών θεσμών του κοινού κράτους όπου οι δύο κοινότητες κι οι ελίτ τους διαρκώς θα επαναδιαπραγματεύονται τις επιδιώξεις τους για το πολιτικό και συνταγματικό τους μέλλον.

Προφανώς οι κοινότητες κι οι ηγεσίες τους έχουν κάθε δικαίωμα να αποφασίσουν ότι το περιεχόμενο του σχεδίου λύσης –αν ποτέ συμφωνηθεί– δεν τις ικανοποιεί, όπως έκανε η ελληνοκυπριακή κοινότητα το 2004. Eίναι επίσης αναφαίρετο δικαίωμά τους να απορρίψουν ακόμη και τις συμφωνημένες παράμετρους της λύσης ως μη αποδεκτές και να αναζητήσουν μία άλλη λύση. Αυτό που δεν μπορούν να κάνουν είναι να στρουθοκαμηλίζουν πως μπορεί να υπάρξει κοινό κυπριακό κράτος χωρίς πολιτική ισότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων και των αντίστοιχων ομόσπονδων πολιτειών. Το τίμημα για τη μη ύπαρξη έντιμου και κοινά αποδεκτού πολιτικού συνεταιρισμού μεταξύ των δύο κοινοτήτων είναι ο γεωγραφικός διαχωρισμός τους.

* Αναπληρωτή καθηγητή Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο University of East Anglia. Έχει γράψει το The Cyprus Issue: The Four Freedoms in a (Member -) State under Siege.

 

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.