Φόρμα αναζήτησης

Συζητώντας για τον Δεκέμβρη του 1963…

Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας δύο άρθρα γραμμένα από δύο Ελληνοκύπριους φίλους τα οποία αφορούν τη δικοινοτική σύγκρουση που πυροδοτήθηκε στο τέλος του Δεκέμβρη του 1963…

Τέτοια άρθρα είναι εξαιρετικά σημαντικά για την τουρκοκυπριακή κοινότητα αφού η σύγκρουση του 1963 έχει γίνει «αόρατη» από τις κυριαρχούσες ελίτ της ελληνοκυπριακής κοινότητας από την αρχή… Επομένως οτιδήποτε ρίχνει φως σε αυτό το θέμα είναι πολύ σημαντικό αφού μπορεί να μας βοηθήσει όλους να κατανοήσουμε καλύτερα τα πράγματα και αν δεν συζητήσουμε αυτά που συνέβησαν το 1963 και το 1974 και ακόμα νωρίτερα τη δεκαετία του ’50, ποτέ δεν θα καταλάβουμε γιατί καταλήξαμε εδώ σήμερα… Χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια κοινή αντίληψη για το τι συνέβη στο παρελθόν αντλώντας από αναμνήσεις και εμπειρίες και από τις δύο κοινότητες, και όχι μόνο από τις δύο αλλά και από τις κοινότητες που επίσης επλήγησαν από αυτή τη σύγκρουση, όπως τους Αρμένιους Κύπριους, τους Μαρωνίτες Κύπριους, τους Λατίνους Κύπριους και τους Ρομά.

Ναι, και οι Ρομά έχουν επίσης πληγεί από τη σύγκρουση: Ήταν νομαδικές κοινότητες που μετακινούνταν στο νησί, αλλά όταν ξεκίνησε η ένοπλη σύγκρουση τον Δεκέμβρη του 1963 μεταξύ των δύο κύριων κοινοτήτων του νησιού, αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν… Δεν μπορούσαν πλέον να μετακινούνται και να μένουν όπου ήθελαν… Κατά κάποιο τρόπο εξαναγκάστηκαν να εγκατασταθούν… Και δεν νομίζω ότι αυτό τους έκανε ευτυχισμένους… Δεν μπορείς να επιβάλεις αλλαγές σε έναν τρόπο ζωής που τον έχεις για χιλιάδες χρόνια…

Αυτά είναι τα δύο άρθρα, το ένα από τον Κυριάκο Τζιαμπάζη και το άλλο από τον Γιώργο Κουκουμά.

 

“Χριστούγεννα 1963 – Πρωτοχρονιά 1964

Προσωπικές μνήμες και εμπειρίες

Κυριάκος Τζιαμπάζης

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 1963.

Ήταν η τελευταία μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία μας για τις γιορτές. Αν θυμάμαι καλά θα φεύγαμε πιο γρήγορα από το σχολείο, αφού είχαμε τη χριστουγεννιάτικη γιορτή. Από το χωριό που ξεκινήσαμε με το λεωφορείο, δεν ακούσαμε για τις μάχες που έγιναν το πρωί. Ή τουλάχιστον δεν είχαμε πάρει στα σοβαρά τι γινόταν. Ούτε και οι γονείς μας, επειδή και αυτοί πήγαν κανονικά στις δουλειές τους.

Στην αυλή του σχολείου μάθαμε τι είχε γίνει. Μπήκαμε στις τάξεις. Κάποιοι συμμαθητές μας έλειπαν και λέχθηκε ότι λαμβάνουν μέρος στις μάχες. Έλειπαν για αρκετό χρονικό διάστημα. Δεν προσήλθαν όταν άνοιξαν τα σχολεία μετά την πρώτη βδομάδα του 1964. Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω αν πράγματι έλαβαν μέρος σε μάχες. Όμως πολύ αργότερα, χρόνια μετά, όταν τελείωσα τις σπουδές μου και επέστρεψα στην Κύπρο, μερικές μέρες πριν από το πραξικόπημα του Ιούλη του 1974, έμαθα από έναν συμμαθητή μου ότι πράγματι έλαβαν μέρος σε μάχες. Ανήκαν σε ένοπλες ομάδες και λάμβαναν στρατιωτική εκπαίδευση πριν από τα γεγονότα.

Δεν γνώριζα και δεν άκουσα ποτέ μου, μέχρι εκείνη τη μέρα, ότι ήδη κάποιοι είχαν οργανωθεί σε ένοπλες ομάδες. Ούτε στις κομματικές συζητήσεις όπου συμμετείχα ως γραμματέας της ΕΔΟΝ του χωριού μου μας είπαν κάτι τέτοιο οι κομματικοί επιθεωρητές. Κι όμως το πρωί της 21ης άκουσα για ομάδες Λυσσαρίδη, Γιωρκάτζη και Σαμψών. Το ΑΚΕΛ δεν είχε οργανώσει ομάδες, ίσως δεν μπορούσε ή δεν ήθελε. Δεν γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω, και το άκουσα πολλές φορές από ομιλίες ηγετικών στελεχών του κόμματος, είναι η διαμαρτυρία που διατύπωναν γιατί δεν δέχονταν στις ένοπλες ομάδες τους μέλη του ΑΚΕΛ. Σε μια ομιλία που έγινε στον σύλλογο «Προμηθέας» στο Βαρώσι και στην οποία ήμουν παρών, άκουσα αυτά τα λόγια, ότι οι Ακελικοί δεν είναι λιγότερο πατριώτες και στα φυλάκια που πάνε άοπλοι δείχνουν ακριβώς τον πατριωτισμό τους. Περίπου έτσι τα είπαν. Υπάρχει αυτή η δήλωση και σε γραπτό κείμενο, το οποίο αυτή τη στιγμή αδυνατώ να το επισημάνω. Ίσως αργότερα. Τα λέγω όλα αυτά επειδή τα έζησα και τα άκουσα με τα ίδια μου τα αφτιά. Δεν είναι εξ ακοής μαρτυρία.

Τότε όλοι είχαν επηρεαστεί από μια παλίρροια εθνικής έξαρσης. Όλοι έψαχναν να εξασφαλίσουν κάποιο όπλο. Οι μαθητές πάντοτε, ως νέοι, ήταν οι πρώτοι που ήθελαν να πολεμήσουν. Το έβλεπα στο σχολείο μου. Εγώ πρέπει να πω ότι δεν ήμουν και πολύ ενθουσιασμένος. Δεν γνωρίζω το γιατί, αλλά δεν μου άρεσε ο πόλεμος. Ίσως γιατί έβλεπα τον πατέρα μου που υπέφερε χρόνια μετά τον βαρύ τραυματισμό που είχε στον Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια μέρα ανακάλυψα ότι έφερε στο σπίτι ένα αμερικάνικο κυνηγετικό όπλο. Όπως έμαθα το πήρε από έναν φίλο του. Του το έδωσε για ασφάλεια της οικογένειάς μας. Όταν το είδα στο ερμάρι, το πήρα, πήρα και κάποια φυσίγγια, είπα και στα αδέλφια μου Δημήτρη και Αντρίκκο να πάμε μαζί να κυνηγήσουμε πουλιά. Το απόγευμα όταν ήρθε ο πατέρας στο σπίτι και δεν μας βρήκε, είδε ότι έλειπε από το ερμάρι το όπλο, μας αναζήτησε. Μας βρήκε όχι και πολύ μακριά από το σπίτι. Δεν είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή καταφέρει να κτυπήσω κάποιο πουλί. Πρώτη φορά έπαιρνα όπλο στα χέρια μου. Ο πατέρας μας θύμωσε, δεν μας έδειρε, επειδή ποτέ δεν μας έδερνε. Μας θύμωνε και μας εξηγούσε γιατί θύμωσε. Την άλλη μέρα το όπλο πήγε πίσω στον ιδιοκτήτη του.

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά δεν κάναμε όπως τα προηγούμενα χρόνια. Τον πατέρα μου ως έμπειρο από πόλεμο και στη χρήση όπλων, τον καλούσαν τα βράδια σε υπηρεσία. Ίσως να ήταν για όλους τους ενήλικους άντρες του χωριού μου. Στη γειτονιά μας πάντως η συγκέντρωση τα βράδια γινόταν στο σπίτι του Μίκη του Φράγκου που ήταν δίπλα από το δικό μας. Ένα βράδυ πήγα κι εγώ από περιέργεια, να δω τι κάνουν. Τίποτα δεν έκαναν. Κάθονταν εκεί και κοιτούσαν κάποτε-κάποτε από το παράθυρο. Άλλα σπίτια δεν υπήρχαν για να εμποδίζουν την επιτήρηση του χώρου. Έπιναν κρασάκι ή κονιάκ, συζητούσαν για την κατάσταση που δημιουργήθηκε και έφευγαν τις πρωινές ώρες.

Στο χωριό μας ευτυχώς τίποτα δεν συνέβη. Καμιά εχθρική κίνηση από τη μια ή την άλλη κοινότητα. Στη διάρκεια της ημέρας κυκλοφορούσαμε άφοβα. Νομίζω και οι Τουρκοκύπριοι χωριανοί μου αυτό έκαναν. Μόνο οι βοσκοί του χωριού μας, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν έβγαζαν τα ζώα τους να βοσκήσουν. Δεν φοβούνταν τους χωριανούς, αλλά άλλους από γειτονικά χωριά. Ήταν επικίνδυνο να βγαίνει κάποιος μόνος στους αγρούς, μόνος και απροστάτευτος. Ο κίνδυνος παραμόνευε παντού.

Ο Γενάρης και ο Φλεβάρης ήταν δολοφονικοί μήνες. Πολύς κόσμος σκοτώθηκε για το τίποτε. Χωρίς να κάνει κάτι κακό. Ήξερα ότι περισσότερο υπέφεραν οι Τουρκοκύπριοι. Ήταν επικίνδυνο να κυκλοφορούν μόνοι. Χάνονταν στη διαδρομή. Άκουσα τον πατέρα μου που έλεγε για κάποιον φίλο του Χασανάκη που έμενε στον Άγιο Δομέτιο, ότι τον συμβούλευσε να φύγει γιατί είναι πολύ επικίνδυνο να μείνει σε γειτονιές που μόνο Ελληνοκύπριοι ζουν. Τον άκουσε και έφυγε. Ύστερα από χρόνια τον συνάντησε στο Βαρώσι να κατοικεί σε γειτονιά όπου συμβίωναν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Είχα παντρευτεί στο Βαρώσι, στην περιοχή Νέα Σμύρνη, και γείτονάς μας ήταν ο πρώην συνάδελφος του πατέρα μου. Ο Χασανάκης είχε έναν γιο, τον Τεφίκ, με τον οποίο γίναμε πολύ καλοί φίλοι. Πηγαίναμε και στα φεστιβάλ που οργάνωναν οι Τουρκοκύπριοι της Αμμοχώστου στην τάφρο, κάτω από τα τείχη, όταν πια είχαν ομαλοποιηθεί κάπως τα πράγματα. Για μένα ήταν κάτι φυσιολογικό. Στις σπουδές μου ζούσα στο ίδιο δωμάτιο με παιδιά από την Αφρική, συνέφαγα πολλές φορές με συμφοιτητές μου από την Ασία. Δεν είχα κανένα πρόβλημα. Αποδεχόμουν τους ανθρώπους όπως είναι, με το χρώμα τους, τις συνήθειές τους, τις συμπεριφορές τους, χαρακτηριστικά που φέρει κάθε άνθρωπος από τη χώρα του, από τον τόπο όπου ζει. Χωρίς να είμαι Αφρικανός πήγαινα σε συγκεντρώσεις Αφρικανών, ήθελα να γνωρίζω πώς συζητούν και πώς σκέφτονται, πώς συμπεριφέρονται μεταξύ τους.

Οι τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη του 1963 και οι δυο πρώτοι μήνες, Γενάρης και Φλεβάρης, του 1964 θα μείνουν για πάντα χαραγμένοι στη μνήμη μου. Συνέβησαν τόσα γεγονότα, εξαφανίστηκαν εκατοντάδες άνθρωποι, επειδή οι ηγέτες τους δεν φάνηκαν αντάξιοι της θέσης που ανέλαβαν: να δημιουργήσουν ένα κράτος από το τίποτε, να βοηθήσουν τους πολίτες να αναπτύξουν την Πατρίδα τους και να γίνουν άξια τέκνα της. Δεν κατάλαβαν ότι ο κόσμος είχε αλλάξει, ότι η Κύπρος είχε αλλάξει, ότι έφυγε από την αποικιακή υποδούλωση και έκανε τα πρώτα βήματα στο διεθνές πολιτικό στερέωμα.

Κρίμα γι’ αυτόν τον λαό που υποφέρει μέχρι σήμερα.

Έτσι μπήκε ο δύσκολος χρόνος 1964. Δολοφονικός.”

 

“Υπενθυμίσεις από τα Ματωμένα Χριστούγεννα του 1963”

Γιώργος Κουκουμάς

“Πάνω από μισό αιώνα μετά, ακόμα και η απλή αφήγηση των γεγονότων των ματωμένων Χριστουγέννων του 1963 στην Κύπρο και η έναρξη των διακοινοτικών ταραχών του 1963-64 προσκρούει σε χαώδεις διαφωνίες, όχι μόνο ανάμεσα στις δύο κοινότητες αλλά και στο εσωτερικό τους. Διαφωνούμε ακόμα και στην ονομασία των γεγονότων. Ήταν τελικά τουρκοανταρσία, αποτέλεσμα μακροχρόνιου σχεδιασμού με εξοπλισμό των Τουρκοκυπρίων και προβοκάτσιες οργανωμένες από την ΤΜΤ; Ή ήταν το αποτέλεσμα της επιχείρησης των Ελληνοκυπρίων να καταργήσουν μονομερώς όσα συμφωνήθηκαν με τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου τρία χρόνια πριν; Τι συμπεράσματα μπορούμε να κρατήσουμε από τη δημιουργία παράνομων ‘κοινοτικών στρατών’ με την ανοχή ή και τις ευλογίες της νόμιμης ηγεσίας του κράτους, που λίγο πριν είχε συνυπογράψει την ανεξαρτησία και συνεπώς τον ενταφιασμό τόσο της ένωσης όσο και της διχοτόμησης; Πόσο άραγε βολεύτηκε η άρχουσα τάξη των δύο κοινοτήτων από την εξέλιξη των γεγονότων, αφού η μια πέτυχε να διοικεί μόνη της το νόμιμο και διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος και η άλλη να εγκαθιδρύσει μια στρατοκρατικού τύπου εξουσία μέσα στους θύλακες; Ήταν η απαρχή της ξένης ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας για τον διαμελισμό του νησιού ή τελικά οι ίδιοι οι Κύπριοι αιματοκυλίστηκαν μέσα στους εθνικισμούς τους; Και γιατί να μην ισχύουν και τα δύο;

Οι δύο αστικές θεωρήσεις της ιστορίας του Κυπριακού –η εθνικιστική και η φιλελεύθερη– παίρνουν από την Ιστορία όσα τους βολεύουν και τα απολυτοποιούν. Ακολούθως κτίζουν τον απορριπτισμό και τον ενδοτισμό, αντιστοίχως, προαποφασισμένοι οι μεν να απορρίπτουν και οι δε να αποδέχονται ό,τι κι αν προκύπτει στις προσπάθειες λύσης του Κυπριακού. Η θεώρηση και η γραμμή του ΑΚΕΛ διαφέρει. Όχι μόνο γιατί αναγνώρισε ακόμα και τις δικές του λάθος εκτιμήσεις εκείνης της περιόδου, αλλά γιατί βλέπει την Ιστορία και την υπόθεση του Κυπριακού μέσα από την οπτική ολόκληρου του κυπριακού λαού. Για αυτό, στη δική μας αντίληψη, η ιστορική σελίδα των γεγονότων του 1963-64 και όσων ακολούθησαν προσφέρεται για συμπεράσματα.

Πρώτο. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι η κατάσταση του ‘δικαίου της ανάγκης’ στην οποία έχουν συνηθίσει οι ε/κ αστικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά το κράτος που δημιουργήθηκε έχοντας τον δικοινοτισμό και την πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων ως αναφαίρετα στοιχεία της ύπαρξής του. Οπόταν όσοι –γνήσια ή υποκριτικά, διαχρονικά ή όψιμα– θέλουν να υπερασπιστούν την υπόσταση και τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα πρέπει να την υπερασπιστούν ως αυτό που είναι και όχι σαν αυτό που θα ήθελαν να είναι.

Δεύτερο. Ο ρόλος των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων μητέρων πατρίδων επιβεβαιώνει –όπως επιβεβαίωσε άλλωστε πολύ πιο κραυγαλέα, οδυνηρά και αιματηρά η τραγωδία του 1974– την ορθότητα της θέσης για κατάργηση των επεμβατικών και εγγυητικών δικαιωμάτων επί του κυρίαρχου και ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Επιπρόσθετα, υπενθυμίζει ότι οι στρατοί δεν σημαίνουν περισσότερη ασφάλεια για τον λαό και επιβεβαιώνουν ότι η αποστρατιωτικοποίηση πρέπει να αποτελεί ουσιώδη πρόνοια της λύσης.

Τρίτο. Ακόμα και αν οι ενέργειες της ε/κ ηγεσίας στις αρχές της δεκαετίας του 1960 δεν αποτελούν σήμερα την ουσία του Κυπριακού –που είναι η τουρκική κατοχή– αναμφίβολα άφησαν τραύματα μέσα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και συνιστούν μια υπαρκτή πτυχή του προβλήματος. Και αυτή λοιπόν θα πρέπει να επιλύεται όχι βέβαια μέσα από τη συνέχιση των τουρκικών εγγυήσεων πάνω στην πατρίδα μας. Αλλά μέσα από την πολιτειακή δομή του κράτους που θα προνοεί η μελλοντική λύση και την (ταλαιπωρημένη) έννοια της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων που διέπει τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων από το 1960 και εντεύθεν.

Εντούτοις, είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε σε αυτά, είναι απολύτως αναγκαίο η θέση του καθενός να μην περιορίζεται στο σήμερα, αλλά να ‘βλέπει’ και να προβλέπει τι έρχεται στον τόπο μας, στη γειτονιά μας και στον κόσμο, τουλάχιστον την επόμενη δεκαετία. Αλλιώς όπως συνέβη την περίοδο από τα Χριστούγεννα του ’63 μέχρι το καλοκαίρι του ’74, ο Ονήσιλος θα ξαναστέλνει για δέκα χρόνια τις μέλισσες να μας ξυπνήσουν, να μας φέρουν ένα μήνυμα. Αλλά όλες θα ψοφούν στο παχύ μας δέρμα…”

Sevgul Uludag

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ.: 99 966518

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.