Φόρμα αναζήτησης

Συμβάσεις εν καιρώ Κορονοιου – του Νικόλα Ερωτοκρίτου*

Ο κόσμος μας όπως τον ξέραμε αλλάζει, ξεθωριάζει και δίνει την σκυτάλη στο νέο και συνάμα το άγνωστο. Προ των πυλών ένας αόρατος εχθρός. Σπέρνει τον φόβο και τον θάνατο στο πέρασμα του. Δεν ξεχωρίζει ηλικίες και φύλα. Κλονίζει τα θεμέλια της ανθρωπότητας όπως την ήδη ξέραμε. Μας προστάζει να αναθεωρήσουμε πλαίσια και καταστάσεις. Να διαλέξουμε να ζούμε με τον φόβο ή με φάρο την ελπίδα, ατενίζοντας το αβέβαιο αύριο.

Μέσα από τα σημεία των καιρών και της άνευ προηγουμένου πρωτόγνωρης κατάστασης πραγμάτων που τα πάντα είναι ρευστά,  για καλή μας τύχη από νομικής πλευράς τουλάχιστον δεν αναθεωρούνται και δεν εκμηδενίζονται οι Νομοθετικές και Νομολογιακές Αρχές που απορρέουν από τους θεσπισμένους Νόμους και τις Νομολογιακές Αρχές των Κυπριακών Δικαστηρίων. Αλλά, επίσης και αυθεντίες από το Αγγλικό Κοινοδίκαιο και το Δίκαιο της Επιείκιας. Δεν ξεθωριάζουν και δεν δίνουν την θέση τους στο νέο και συνάμα μη νομολογημένο.

Και έτσι εν καιρώ Covid-19 όπου ο κόσμος μας βαδίζει σε αχαρτογράφητα νερά, αναρωτιέται ο καθ’ ένας από εμάς τι θα γίνει με τις Συμβάσεις που υπογράψαμε εν μέσω πανδημίας, θα μπορέσουν να εκπληρωθούν, ισχύουν ή ακυρώνονται λόγω της κατάστασης.

Η απάντηση εδώ, είναι ανάλογα με τις περιστάσεις, δηλαδή η κάθε Σύμβαση εξετάζεται ξεχωριστά, με βάση τα δικά της γεγονότα.

Ο Covid-19, ως μια μολυσματική ασθένεια, έχει ξεφύγει από τα σύνορα της “χώρας αναφοράς”, δηλαδή της Κίνας, και έχει εισβάλει στο κατώφλι μας, με αποτέλεσμα να γίνει ανεξέλεκτος σε παγκόσμιο επίπεδο. Έπαψε δηλαδή να είναι μια απλή επιδημία και μεταλάχθηκε σε μια πανδημία. Εμπίπτει στην κατηγορία του  απρόβλεπτου γεγονότος. Γεγονός το οποίο λόγω της φύσης του, περιλαμβάνεται στον ευρύ όρο του Γαλλικού Δικαίου με το όνομα “Force Majeure” ή αλλίως “superior force”. Στο Αγγλικό Δίκαιο, έχει λεχθεί, ότι η έννοια του Force Majeure δεν έχει σαφή νομική σημασία, αλλά ούτε και συγκεκριμένο νομικό περιεχόμενο. Αντίθετα είναι μια περιγραφική έννοια σε σχέση με την οποία μπορεί μάλιστα να προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με την εμβέλεια της. Στην Thomas Borthwick Ltd v. Faure Fairclough Ltd [1968] 1 Lloyd’s Rep. 714, λέχθηκε μεταξύ άλλων πως αν ο όρος Force Majeure έχει συγκεκριμένη έννοια, αυτή η έννοια δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί τόσο από νομικούς αλλά και από δικηγόρους, και ότι η σημασία της ποικίλλει από υπόθεση σε υπόθεση. Σε μια άλλη υπόθεση Matsoukis v. Priestman & Co [1915] 1 K.B. 681, κρίθηκε πως η φράση ‘’Force Majeure” είναι ευρύτερη από το “Act of God”, αλλά το εύρος της παρέμεινε άγνωστο. Κατά την άποψη του Δικαστή στην εν λόγω υπόθεση, κάλυπτε κάποια απεργία που είχε δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην επιχείρηση του εναγομένου, καθώς και τη δημιουργία σοβαρών προβλημάτων στα μηχανήματα του εναγομένου. Δεν κάλυπτε όμως κακοκαιρία ή κάποια κηδεία ή παρόμοια γεγονότα ήσσονος σημασίας.  Η εμβέλεια της εν λόγω φράσης εξετάστηκε αναλυτικά από το Αγγλικό Δικαστήριο στην υπόθεση Lebeaupin v. Richard Crispin and Co [1920] 2 K.B. 714, όπου λέχθηκε ότι «αυτός ο όρος χρησιμοποιείται με αναφορά σε όλες τις περιστάσεις ανεξαρτήτως από την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου που δεν είναι στην εξουσία του να ελέγχει και μια τέτοια ανωτέρα βία αρκεί για να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση μιας σύμβασης. Έτσι, ο πόλεμος, οι πλημμύρες και οι επιδημίες είναι περιπτώσεις ανωτέρας βίας. Αποφασίστηκε ακόμη ότι μια απεργία εργατών αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας. Αυτός είναι ένας ευρύς ορισμός, αλλά νομίζω ότι είναι χρήσιμος αν και ελαστικός υποδηλώνει όχι μόνο την έννοια της φράσης όπως χρησιμοποιείται στην Ήπειρο, αλλά και την έννοια της φράσης όπως χρησιμοποιείται συχνά στις Αγγλικές Συμβάσεις. Θεωρώ ότι μια ρήτρα ανωτέρας βίας πρέπει να ερμηνεύεται σε κάθε περίπτωση με ιδιαίτερη προσοχή στις λέξεις που προηγούνται ή ακολουθούν και λαμβανομένης δεόντως υπόψη της φύσης και των γενικών όρων της σύμβασης. Το αποτέλεσμα της ρήτρας μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το κάθε μέσο».

Όσον αφορά την Κύπρο, υιοθετούμε την Αγγλική Πρακτική που εξέλιξε τον όρο “Force Majeure” σε “Act of God” και εφαρμόζουμε αυτόν με την επίκληση του όρου της «ανωτέρας βίας». Με βάση την νομική του χρήση ο όρος της ανωτέρας βίας σε μια σύμβαση, μεταβάλλει τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, όταν ένα έκτακτο γεγονός ή μια κατάσταση πέραν του ανθρώπινου ελέγχου που δεν μπορεί να προβλεφθεί, εμποδίζουν τα μέρη, εν μέρει ή εν όλο από του να μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Συμβάντα που μπορούν να συμπεριληφθούν και να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στο ευρύτερο πεδίο του όρου της «ανωτέρας βίας» αποτελούν: ο πόλεμος, η τρομοκρατία, οι σεισμοί, οι τυφώνες, οι πλημμύρες και οι επιδημίες ή πανδημίες. Να σημειωθεί πως, στην εν λόγω περίσταση εκτάκτου ανάγκης λόγω Covid-19 οι Κυβερνητικές Πράξεις που εφαρμόστηκαν στην Κύπρο, απορρέουν από το Σύνταγμα αλλά και τον  Νόμο. Συγκεκριμένα, λόγω της ιδιάζουσας περίστασης εφαρμόστηκε στην Κύπρο ο περί Λοιμοκαθάρσης Νόμος (Κεφ. 260), ο οποίος δίδει την εξουσία τόσο στο Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά και στον Υπουργο Υγείας τον ίδιο, να εκδίδουν διατάγματα σχετικά με την δημόσια υγεία και την αποφυγή εξάπλοσης της μολυσματικής νόσου. Να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα όπως η προνόηση για λοιμοκαθαρτήρια, νοσοκομεία απομόνωσης, τον περιορισμό μετακινήσεων, την καραντίνα, το εμπορικό εμπάργκο, το κλείσιμο συνόρων, αεροδρομίων και λιμανίων. Όλα αυτά μπορούν να προστεθούν στην σφαίρα του απρόβλεπτου γεγονότος, και συνάμα στο ευρύτερο πεδίο της ανωτέρας βίας και του του Act of God. Επακόλουθο της Κυβερνητικής Πράξης είναι να παγώσουν και να μην μπορούν να υλοποιηθουν εν μέρει ή στην ολότητα τους πολλές Συμβάσεις εν καιρώ Covid-19.

Τώρα, τέτοιος όρος σε μια συμφωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συμφωνηθεί αν δεν υπάρχει γραπτώς ρητή αναφορά στην ιδία την συμφωνία, και δεν μπορεί να εφαρμοστεί για περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά εντός του λεκτικού της ρήτρας της Σύμβασης. Ένα παράδειγμα είναι το ακόλουθο:  “Κανένα από τα μέρη δεν είναι υπεύθυνο για τυχόν παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του βάσει της παρούσας σύμβασης, εφόσον εμποδίζεται ή καθυστερεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών από περίπτωση ανωτέρας βίας. Σε περίπτωση ανωτέρας βίας, ο συμβαλλόμενος που προκάλεσε ή καθυστέρησε την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του βάσει της παρούσας σύμβασης πρέπει να ειδοποιήσει αμέσως τον αντισυμβαλλόμενο με πλήρη στοιχεία σχετικά με την περίπτωση ανωτέρας βίας και τους λόγους ανωτέρας βίας που εμποδίζουν το εν λόγω μέρος ή καθυστερώντας το μέρος αυτό να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει της παρούσας σύμβασης και ο εν λόγω διάδικος πρέπει να χρησιμοποιήσει τις εύλογες προσπάθειές του για να μετριάσει την επίδραση της ανωτέρας βίας κατά την εκτέλεση της σύμβασης και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει της σύμβασης. Μετά την ολοκλήρωση του γεγονότος ανωτέρας βίας, το θιγόμενο μέρος πρέπει, μόλις αυτό είναι εύλογα εφικτό, να αρχίσει εκ νέου την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του βάσει της παρούσας σύμβασης. Όταν το συμβαλλόμενο μέρος είναι ο συμβαλλόμενος, ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να παράσχει ένα αναθεωρημένο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των έργων ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι συνέπειες της πρόληψης ή της καθυστέρησης που προκαλείται από την περίπτωση ανωτέρας βίας. Ένα περιστατικό ανωτέρας βίας δεν απαλλάσσει έναν αντισυμβαλλόμενο από την ευθύνη για μια υποχρέωση που προέκυψε πριν από την εμφάνιση αυτού του συμβάντος ούτε το γεγονός αυτό επηρεάζει την υποχρέωση καταβολής των χρημάτων εγκαίρως, η οποία έληξε πριν από την εμφάνιση αυτού του γεγονότος.»

Όταν κριθεί ένας όρος της Σύμβασης, ο οποίος είναι διατυπωμένος με το λεκτικό του force majeure, ενδέχεται οι υποχρεώσεις του εμπλεκόμενου μέρους να αναστέλλονται ή o αντισυμβαλλόμενος που επηρεάζεται να αποκτά κάποιο συμβατικό ωφέλημα, όπως παράταση χρόνου για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Δηλαδή, με άλλα λόγια μερικές φορές ένας όρος force majeure, λειτουργεί ως όρος εξαίρεσης, καθιστώντας, τι θα ήταν παράβαση σύμβασης, σε μη παράβαση, και άλλοτε λειτουργεί διαφορετικά όπως ανωτέρω, δηλαδή παρέχοντας χρόνο ή παράταση στον υπαίτιο συμβαλλόμενο.

Το force majeure, καθώς και η ματαίωση (frustration) όμως, όντας εκ φύσεως ανομίες έννοιες, τέμνονται σε δύο κοινούς παρονομαστές. Δηλαδή, πρώτον κατά κανόνα ένας όρος force majeure, ενεργοποιείται μόνο όταν τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η συγκεκριμένη υπεράσπιση, ήταν εκτός του ελέγχου του συμβαλλομένου που την επικαλείται. Δεύτερον, ο όρος force majeure, συνήθως ενεργοποιείται μόνο εκεί που ο συμβαλλόμενος που τον επικαλείται έχει καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια να αντιμετωπίσει τα γεγονότα που είχε να αντιμετωπίσει ο επηρεαζόμενος συμβαλλόμενος

Εκτός όμως από την ύπαρξη του όρου στην Σύμβαση που προνοεί συμβάντα που εμπίπτουν στην σφαίρα της εφαρμογής του force majeure, στην Κύπρο υπάρχει το Άρθρο 56 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο εξετάζει περιπτώσεις στις οποίες λόγω των γεγονότων το τι είχε συμφωνηθεί αποτελεί τέλεση αδύνατης πράξης:

 

 Συμφωνία τέλεσης αδύνατης πράξης

56.-(1) Συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ’ εαυτής αδύνατης είναι άκυρη.

(2) Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.

(3) Αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης.

Οι πιο πάνω Νομοθετικές πρόνοιες είναι μια ακριβή υιοθέτηση από τον Ινδικό Νόμο. Η Ινδία, όντας πρών αποικία της Αγγλίας, ακολουθεί τους κανόνες που θεσπίζουν το Αγγλικό Κοινοδίκαιο. Ιδιαίτερο είναι το γεγονός πως πουθενά στο Άρθρο του Νόμου δεν εμφανίζεται η λέξη «ματαίωση», frustration, αυτό εξηγείται από τις ιστορικές καταβολές του Νόμου, που ουσιαστικά διατυπώθηκε πριν την εξέλιξη της Νομολογίας κατά τον 20ο αιώνα και την υιοθέτηση του όρου frustration – «ματαίωση».

Η ορθή εφαρμογή του πιο πάνω Άρθρου,  εκτός από το αν μια πράξη που είναι να τελεστεί, δυνάμει Σύμβασης, καταστεί αδύνατη, λόγω γεγονότος, που ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, τότε η Σύμβαση υφίσταται άκυρη αλλά και στις περιπτώσεις όπου η εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης, στο πλαίσιο των νέων πραγματικοτήτων, έχει καταστεί ολότελα διαφορετική από αυτό που είχαν υπόψη τα μέρη κατά το χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης.

Ζωτική διαφορά ανάμεσα στην χρήση της «ματαίωσης» και του «force majeure», είναι βασικά, η «ματαίωση» – «frustration» ως Νομοθετική και Νομολογιακή Αρχή, που έχει τις ρίζες της, τόσο από τον Ινδικό Νόμο που υιοθετείται από το Αγγλικό Κοινοδίκαιο, αλλά και από τον Κυπριακό Νόμο και τις αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υιοθετείται, εκεί που τα μέρη δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ρύθμιση για το συμβάν που επήλθε. Aντίθετα, στις περιπτώσεις επίκλησης του “force majeure”, τα μέρη θα έπρεπε να είχαν συμπεριλάβει στην Σύμβαση σχετική ρήτρα για θέματα “force majeure”.

Όταν κριθεί ότι μια Σύμβαση έχει ματαιωθεί, η εν λόγω Σύμβαση λήγει από μόνη της, αυτό όσον αφορά στο μέλλον και στις εναπομείνασες υποχρεώσεις των μερών. Δηλαδή, ακυρώνεται από το σημείο εκείνο, ανεξαρτήτως από την βούληση, γνώση ή πρόθεση των Μερών που καταρτίζουν την Σύμβαση. Επίσης τα Συμβαλλόμενα Μέρη απαλλάσσονται από οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση εκπλήρωσης της Σύμβασης. Νοείται πως οτιδήποτε έχει προκύψει μέχρι εκείνη την στιγμή θεωρείται ότι ισχύει και τα μέρη φέρνουν την συμφωνημένη υποχρέωση τους μέχρι το στάδιο εκείνο.

Στο πλαίσιο εφαρμογής του Άρθρου 56 του περί Συμβάσεων Νόμου, ισχύει και το Άρθρο 65 του ιδίου Νόμου στην Κύπρο, το οποίο προνοεί, ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να αποδώσει δικαιοσύνη και να εξισορροπήσει τα συμφέροντα των μερών που απαρτίζουν την Σύμβαση, εκεί που μια Σύμβαση έχει καταστεί άκυρη και κάποιο μέρος αποκόμισε όφελος από το άλλο. Το Μέρος το οποίο επωφελήθηκε δυνάμει της εν λόγω Σύμβασης, υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος το οποίο δέχθηκε ή να αποζημιώσει το πρόσωπο από το οποίο επωφελήθηκε.

 

Υποχρέωση οφειλέτη από άκυρη συμφωνία ή σύμβαση

  1. Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.

Ευχή μου όλο αυτό να τελειώσει το συντομότερο δυνατό με τις όσο λιγότερο δυνατές απώλειες για όλους μας.

 

*Δικηγόρος

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.