Φόρμα αναζήτησης

Στο τραπέζι με κυριότερο αντίπαλο και τον εαυτό του

Ο πολιτικός θα πρέπει να έχει την ικανότητα να προβλέπει τι θα συμβεί αύριο, τον επόμενο μήνα και τον επόμενο χρόνο, και να μπορεί μετά να εξηγήσει γιατί δεν συνέβη, είχε πει ο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Είναι όμως λογικό ένας πολιτικός να γνωρίζει εκ των προτέρων την εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά ο ίδιος να δημιουργεί όλες εκείνες τις προϋποθέσεις ώστε να μένει συνεχώς εκτεθειμένος; Είναι να διερωτάται κανείς: Τι είναι αυτό που οδηγεί τον Νίκο Αναστασιάδη να ανεβάζει τον πήχη των προσδοκιών στο υψηλότερο επίπεδο μόνο για να έρχεται μετά να τις διαψεύδει, ωσάν και η αυτοαναίρεση να έχει καταστεί για τον ίδιο πολιτικός εξαναγκασμός;

Όλο το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση, για μια ακόμα φορά, επέλεξε μια γραμμή που στερείτο κάθε λογικής. Θέτοντας φορτικά ως προϋπόθεση για επανέναρξη των συνομιλιών την αποχώρηση της Τουρκίας από την κυπριακή ΑΟΖ, οδήγησε πολιτικό σύστημα και κοινωνία σ’ έναν διαγωνισμό τού ποιος θα ζητήσει περισσότερα ώστε να δεχθούμε να επανέλθουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Με «πολιτικούς αναλυτές» να φτάνουν στο σημείο να προτάσσουν ως προαπαιτούμενο, όχι μόνο τον τερματισμό των «τουρκικών προκλήσεων», αλλά και την επιστροφή της Αμμοχώστου. Αυτής που οι Τ/Κ ετοιμάζονται να εποικήσουν. Όταν ο «Φ» έγραφε την Τετάρτη ότι «είναι σαφές πως δεν μπορεί να αρχίσουν συνομιλίες, ανεξαρτήτως εάν υπάρχει συμφωνημένο πλαίσιο, όσο συνεχίζονται οι τουρκικές προκλήσεις», απλά επαναλάμβανε τα όσα διατύπωνε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ακόμα και την προηγούμενη βδομάδα, ενώ εν εξελίξει βρισκόταν η προσπάθεια Λουτ για κατάληξη σε όρους αναφοράς, εγείροντας αμφιβολίες ως προς τη χρησιμότητα της όλης προσπάθειας.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί; Με ποια λογική και έχοντας ως στόχο τι; Θεώρησε σε οποιοδήποτε σημείο η κυβέρνηση ότι υπήρχε περίπτωση η Τουρκία να αποχωρήσει από την κυπριακή ΑΟΖ; Ότι θα μπορούσε- μέσω των όποιων κυρώσεων- να την εξαναγκάσει σε αποχώρηση;  Ή ότι ήταν δυνατόν να παραμένει εκτός συνομιλιών χωρίς πιέσεις ή την οποιαδήποτε εξέλιξη; Τι ήταν αυτό που έκανε την κυβέρνηση να αναγάγει την αποχώρηση της Τουρκίας σε θέμα make or break του Κυπριακού, ενώ ήξερε ότι αργά ή γρήγορα ο Πρόεδρος θα αναγκαζόταν να επανέλθει στο τραπέζι, αφού η μη ύπαρξη συνομιλιών οδηγούσε σε κλείδωμα των τετελεσμένων;

Δηλώνουν κάποιοι -συμπεριλαμβανομένων στελεχών της κυβέρνησης- ότι αν επιστρέψουμε στις συνομιλίες θα είναι ως να υποκύπτουμε στις προκλήσεις. Ότι θα πρέπει να δημιουργηθούν πρώτα οι κατάλληλες συνθήκες. Δηλαδή, όλο το προηγούμενο διάστημα συνομιλούσαμε και επιδιώκαμε λύση επειδή η στάση της Τουρκίας ήταν εποικοδομητική; Υπάρχει μεγαλύτερη πρόκληση από την ίδια την κατοχή; Γιατί δεν θέταμε ως προϋπόθεση τον τερματισμό της για να συνομιλούμε; Δεν αντιλαμβάνονται ότι ο μόνος τρόπος να μην χαθεί η Αμμόχωστος και να τερματιστούν οι «προκλήσεις» είναι με μια διευθέτηση του Κυπριακού; Πώς είναι δυνατόν ο στόχος να αποτελεί προϋπόθεση ώστε να μην συζητούμε για να φτάσουμε στον στόχο;

Πρόκειται για μια χωρίς λογική τακτική. Το παράδοξο είναι ότι ούτε την ίδια βοηθά. Διότι, ανάγοντας σε κόκκινη γραμμή ένα θέμα που εξαρχής θεωρείτο καμένο χαρτί, δεν καθιστά απλά την προσπάθεια για κατάληξη πολύ δύσκολη (αφού η όποια συμφωνία θα αναμετρηθεί με τη δική του ρητορική και προσδοκίες που καλλιεργεί). Δεν γιγαντώνει τα επιχειρήματα της αντιπολίτευσης, η οποία ήδη έσπευσε να μιλήσει για νέες παραχωρήσεις. Δίνει στους πολιτικούς του αντιπάλους την ευχέρεια να βάλουν το θέμα αυτό στο κεντρικό κάδρο του Κυπριακού, σε βαθμό που επανέναρξη των συνομιλιών να παρουσιάζεται πλέον ως αποδοχή από μέρους μας της αμφισβήτησης της ΑΟΖ μας. Και δημιουργεί αρνητικό κλίμα εντός κοινωνίας για την ίδια και τις ικανότητές της. Είναι άξιον απορίας γιατί ο Πρόεδρος ανεβάζει τον πήχη σε επίπεδα που ξέρει ότι δεν μπορεί να πλησιάσει, ενώ γνωρίζει ότι τα όσα δηλώνει, σε πολύ σύντομο διάστημα, θα αναμετρηθούν με τις πραγματικότητες.

Δεν μπορώ να ξέρω τι επιδιώκει η κυβέρνηση. Αν λειτουργεί έτσι για να κρατά κοντά την αντιπολίτευση, για διαπραγματευτικούς λόγους ή αν- όπως την κατηγορούν κάποιοι- επιτηδευμένα καλλιεργεί τέτοιες προσδοκίες ώστε να συντηρεί το status quo επειδή δεν επιθυμεί λύση. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι όποιο από τα τρία κι αν ισχύει, δεν εξυπηρετείται από την ακολουθούμενη πολιτική. Διότι, αν όντως γίνεται για διαπραγματευτικούς λόγους, είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει βοηθήσει (ούτε και θα μπορούσε). Αν πάλι στόχος είναι η συντήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, είναι ξεκάθαρο πως ούτε αυτό είναι εφικτό.

Το επόμενο διάστημα, ακόμα κι αν δεν το επιθυμεί, είναι βέβαιο ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα οδηγηθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Επειδή οι πιέσεις πάντα θα υπάρχουν και οι επιπτώσεις θα είναι πολύ σημαντικές εάν δεν το πράξει. Δεν πέρασε, άλλωστε, πολύς καιρός απ’ όταν εισέπραττε το μήνυμα ότι στην ουσία η ανανέωση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ θα μπορούσε να είναι και η τελευταία. Μπροστά του θα έχει δύο επιλογές: Είτε να οδηγηθεί σε μία συμφωνία που ο ίδιος θα έχει προλάβει με τη ρητορική του να διασφαλίσει ότι δεν θα περάσει, είτε σ’ ένα status quo που «κλειδώνει» τα τετελεσμένα. Με μεγάλες τις πιθανότητες η οριστική διχοτόμηση θα σκάσει στα δικά του χέρια. Και τα δύο δεν θα είναι χωρίς τεράστιες επιπτώσεις. Ούτε για τη χώρα, ούτε για τον ίδιο. Και τα δύο θα είναι απόδειξη τού πού μπορούν να οδηγηθούν ένας Πρόεδρος και μία χώρα που αγνοούν τα προφανή.

antopoly@cytanet.com.cy