Φόρμα αναζήτησης

Τι έγινε κείνο το τρένο που έβλεπε…

Με τον Χριστόδουλο Σταμάτη

Εκεί στο πιο καλό σημείο της καφετέριας κάθεται ο Νικόλας. Πάντοτε εκεί με πλάτη τον τοίχο εδώ και χρόνια. Κοιτάει τον κόσμο και κρίνει από μακριά. Τι έγινε εκείνο το τρένο που έβλεπε, τι έγινε εκείνο το τρένο που έβλεπε, τ’ άλλα τρένα να περνούν…

Δεν περιμένει τίποτα, δεν ελπίζει σε τίποτα. Αδικημένος. Όλοι τον αδίκησαν. Έφταιγαν τα αφεντικά, έφταιγαν οι πολιτικοί, έφταιγαν οι συγγενείς. Η πρώτη του γυναίκα δεν τον άκουγε, ο πεθερός έκανε τα δικά του, η πεθερά του έλεγε τι να κάνει, πώς να φέρεται, αυτός σώπαγε γιατί ήλπιζε στα σπίτια στον Πρωταρά. Τελικά η πρώτη του γυναίκα ήθελε κάτι άλλο, βρήκε κάτι καλύτερο του είπε. Δεν φταίω, ψέλλισε αυτός, δεν μπορούσα, δεν ήξερα, τι να έκανα, στην τελική δεν έφταιγε.

Στη δουλειά βολεύτηκε σε τράπεζα. Ταμίας, βολικά, βολικά. Είχε τα έξοδά του, τα ταξιδάκια του, ξανάφτιαξε τη ζωή του, την ξαναχάλασε. Στο πρώτο παιδί όλα άλλαξαν. Δεν έβγαινε με τα έξοδα όπως παλιά, δεν είχε τα ίδια ταξίδια, την ίδια ανεμελιά. Κουράστηκε και έφυγε. Στην αρχή του άρεσε να το παίζει μπαμπάς εξ αποστάσεως. Στην πορεία το βαρέθηκε και αυτό. Απομακρύνθηκε σταδιακά, απέμεινε η πάγια εντολή της διατροφής στην τράπεζα. Την άφησε να τρέχει κάθε μήνα όπως άφηνε όλα υπόλοιπα για να μην τον κουράζουν. Άλλωστε καμιά άλλη υποχρέωση δεν ανέλαβε έκτοτε.

Και καθότανε εκεί στην περίοπτη θέση της καφετέριας να βλέπει τον κόσμο που πάει να πιει τον καφέ του. Το τραγούδι έπαιζε στο υπόβαθρο: τι έγινε εκείνο το τρένο που έβλεπε… Και περίμενε να τον ξεθάψουν από τις στάχτες, να διώξουν από πάνω του όλη τη σκουριά, να ξαναβάλουνε τις ρόδες του σε ράγες και να αρχίσει να κυλάει, να κυλάει ξανά… να μην έχει λύπες να θρηνούν και να τον ψάχνουν άνεργες και οι μανιασμένες βροχές να ξέρουν πια ότι εκείνο το τρένο που έβλεπε, τ’ άλλα τρένα να περνούν, κυλάει, κυλάει ξανά…

Έτσι σκεφτότανε με στόμφο την αδικία της ζωής του, και μονολογούσε για όλα όσα οι άλλοι δεν έκαναν γι’ αυτόν. Για το κακό σχολείο, την κακή κοινωνία, το αδίστακτο κράτος, τις εκλογές χωρίς νόημα, τα κακά αφεντικά.
Μα σε καμιά στιγμή δεν σκέφτηκε τι έκανε αυτός για να μην είναι παροπλισμένος και θαμμένος στην άκρη να βλέπει τον κόσμο να γυρνάει χωρίς αυτόν, να βλέπει τον κόσμο να προχωράει αδιαφορώντας γι’ αυτόν, αν κοιτάει ή αν δεν κοιτάει, αν υπάρχει θαμμένος ή άθαφτος.

Και κατέληξε εν τέλει στο συμπέρασμα ότι δεν έκανε τίποτα ώστε να μην βρίσκεται στη θέση αυτήν. Μάλιστα έτσι όπως το έβλεπε το ζήτημα για πρώτη φορά στη ζωή του, εκείνη τη στιγμή, τον βόλευε να φταίνε οι άλλοι, τον βόλευε να βλέπει ανήμπορος και να περιμένει μια αδιόρατη λύτρωση να τον ξεθάψει από το μηδέν.