Φόρμα αναζήτησης

Σουβλάκια και κονιάκι στη μέση του δρόμου

Ένας από τους αναγνώστες μου έχει να μας διηγηθεί μια ιστορία. Μου διηγείται την ιστορία ενώ καθόμαστε στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του.

Όταν έφτασα εδώ ήμουν αναστατωμένη λόγω της συμπεριφοράς ενός ατόμου που προσπάθησε να ταπεινώσει τη δουλειά μου για τους «αγνοούμενους» και έτσι να κρύψει την ανικανότητά της. Ο φίλος μου και η γυναίκα του με υποδέχτηκαν, η σύζυγος μου έφτιαξε καφέ και ο σκύλος τους με υποδέχθηκε στο σπίτι. Η σύζυγος έφτιαχνε μουλουχία (ένα γεύμα φτιαγμένο με τα πράσινα φύλλα ενός φυτού που μεγαλώνει στην Κύπρο και τη Μέση Ανατολή, και φτιάχνεται με ντομάτες και κρέας ή κοτόπουλο) και μύριζε όλη η γειτονιά.

«Πεινάς; Να σου σερβίρω λίγη μουλουχία;» με ρώτησε η σύζυγός του.

«Όχι, είμαι εντάξει. Ας πιούμε τον καφέ μας.»

Στον κήπο τους, τα λεμόνια είναι ώριμα πάνω στη λεμονιά και μου μάζεψαν λίγα για να πάρω μαζί μου. Μου έκοψαν τριαντάφυλλα, μου μάζεψαν ζαμπούκο για να τον ξεράνω και να φτιάχνω τσάι τον χειμώνα, γιατί κάνει καλό στα κρυολογήματα και τη γρίπη.

Και οι δύο τους είναι πολύ καλοί μου φίλοι που με βοηθούν πολύ με τις έρευνές μου και κάθε φορά που τους βλέπω, μου λένε κάτι που δεν ήξερα πριν.

Η φίλη μου Nouritsa, που πέθανε πριν από λίγα χρόνια, ήταν επίσης έτσι. Ήταν σαν ένα σεντούκι με θησαυρό και κάθε φορά που τη συναντούσα, είχε άλλη μια θαυμάσια ιστορία να μου πει. Μια μικρή λεπτομέρεια που δεν μου είχε πει στο παρελθόν και εκπλησσόμουν.

Υποθέτω όλα αυτά ήταν οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Καθώς κτίζαμε την εμπιστοσύνη η μια προς την άλλη ως καλές φίλες, μοιραζόμασταν ιστορίες με έναν βαθύτερο τρόπο και δεν νομίζω ότι αυτό ήταν καν «συνειδητά» – αλλά καθώς ο δεσμός γινόταν πιο δυνατός, υποσυνείδητα νιώθαμε την ανάγκη και προσεγγίσουμε και να συνδεθούμε πιο δυνατά. Ίσως αυτή είναι η ουσία της φιλίας: η σύνδεση των ιστοριών από το παρελθόν μας (καλών ή άσχημων ιστοριών) για να οικοδομήσουμε πιο δυνατούς δεσμούς.

«Ακόμα και στη διάρκεια του πολέμου» άρχισε να μου λέει ο φίλος μου, «ο χαρακτήρας των Κυπρίων έβγαινε προς τα έξω. Σίγουρα, κάποιοι Κύπριοι είχαν κάνει φρικτά πράγματα ο ένας στον άλλο, αλλά γενικά ο χαρακτήρας των Κυπρίων είναι ήπιος, τους αρέσει να τρώνε και να πίνουν και μπορούν εύκολα να περνούν μαζί καλά. Ακόμα και μέσα στις διακοινοτικές συγκρούσεις εκείνες τις μέρες του 1963-64, ο χαρακτήρας αυτός έβγαινε στην επιφάνεια. Και θα σου πω τι είχε συμβεί και μπορεί να μην με πιστέψεις αλλά είναι αλήθεια.»

Και μου διηγήθηκε την ιστορία του:

«Όταν γίναμε πρόσφυγες από την Ομορφίτα (Καϊμακλί) τον Δεκέμβρη του 1963, δεν είχα πάει στις Χαμίτ Μάντρες αλλά στην εντός των τειχών πόλη της Λευκωσίας.
Μετά από λίγο με είχαν στείλει απέναντι από το Εργοστάσιο Αλευριού σε ένα κτήριο που ονομαζόταν ‘Του Gasparian’. Σε αυτή την περιοχή τα στρατιωτικά φυλάκια των Τουρκοκυπρίων και των Ελληνοκυπρίων ήταν σχεδόν ανάμεικτα. ‘Του Gasparian’ ήταν πολύ κοντά στο εργοστάσιο Belcola. Τα επόμενα χρόνια το μέρος αυτό έγινε εστιατόριο της τουρκοκυπριακής αστυνομίας.

Ξεκινώντας από την ταβέρνα Aspava μέχρι τη γέφυρα που οδηγούσε στο Ortakeuy (Minzelli) είχαμε διάφορα στρατιωτικά φυλάκια, υπήρχε ένα δημοτικό και οι Ελληνοκύπριοι είχαν επίσης στρατιωτικά φυλάκια σε αυτή την περιοχή.

Όταν οι Ελληνοκύπριοι ξεκινούσαν να πυροβολούν, κρατούσαμε την αναπνοή μας και όταν ξεκινούσαμε εμείς να πυροβολούμε, κρατούσαν αυτοί την αναπνοή τους. Κρυβόμασταν και περιμέναμε να σταματήσουν τα πυρά και έκαναν και αυτοί το ίδιο όταν πυροβολούσαμε εμείς. Αυτό που εννοώ είναι ότι προσπαθούσαμε να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας.

Μια μέρα ένας Ελληνοκύπριος από ένα από τα στρατιωτικά φυλάκια κοντά στο δικό μας λέει ‘Δεν βρίσκουμε κρέας για να φάμε, δεν υπάρχει κρέας και θέλουμε τόσο πολύ να φάμε σουβλάκια’.

Και τους είπα ‘Και εμείς δεν βρίσκουμε κονιάκι για να πιούμε!’.

Και έτσι συμφωνήσαμε: Θα φέρναμε το κρέας εμείς και θα έφερναν το κονιάκι αυτοί. Θα φτιάχναμε σουβλάκια!

Εφόσον δεν εμπιστευόμασταν ο ένας τον άλλο 100%, αποφασίσαμε μαζί ότι θα κάνουμε τα σουβλάκια στη μέση του δρόμου. Ένα άτομο από εμάς και ένας από αυτούς ήταν στη μέση του δρόμου και έφτιαχναν σουβλάκια έτσι ώστε αν προσπαθούσαν να τον πυροβολήσουν, εμείς θα πυροβολούσαμε τον Ελληνοκύπριο που ήταν στη μέση του δρόμου. Αυτή ήταν η συμφωνία μας.

Εκείνες τις μέρες –τέλος του Δεκέμβρη του 1963, αρχές του 1964– το εργοστάσιο πάγου που ανήκε στους Ελληνοκύπριους που είχαν φύγει και το εγκατέλειψαν, ήταν γεμάτο χοίρους και αρνιά. Θυμούμαι πολύ καλά το εργοστάσιο αυτό, αφού όταν ήμουν παιδί ο πατέρας μου με έστελνε εκεί να πάρω πάγο. Τα ψυγεία εκείνες τις μέρες ήταν φτιαγμένα από ξύλο και βάζαμε μεγάλα τεμάχια πάγου για να διατηρούμε τα τρόφιμα φρέσκα. Πήγαινα εκεί όταν ήμουν παιδί για να πάρω πάγο.

Έτσι πήγα στο εργοστάσιο πάγου και πήρα τρία ή τέσσερα αρνιά που κρέμονταν από γάντζους – ολόκληρα αρνιά. Πήγα γύρω σε άλλα στρατιωτικά φυλάκια και μοίρασα μερικά από τα αρνιά σε άλλους Τουρκοκύπριους σε εκείνα τα φυλάκια, έτσι ώστε να μην πει κανένας τίποτα! Και τότε πήγα στο δικό μας στρατιωτικό φυλάκιο στο ‘μέρος του Gasparian’.

Ανάψαμε φωτιά στη μέση του δρόμου όπως είχαμε συμφωνήσει και αρχίσαμε να φτιάχνουμε σούβλα με το αρνί που είχα φέρει. Για σούβλες χρησιμοποιήσαμε κλαδιά που κόψαμε από τα δέντρα. Και οι Ελληνοκύπριοι, όπως υποσχέθηκαν, έφεραν κονιάκι.

Όμως κάποιος πρέπει να μας κατέδωσε, έτσι σύντομα έγινε επιδρομή από τους Τουρκοκύπριους στρατιωτικούς διοικητές στο πόστο μας, ‘στου Gasparian’. Από ό,τι θυμούμαι, ανάμεσά τους ήταν αυτός ο άντρας που ονομαζόταν Topal Mahmut (κουτσός Μαχμούτ).

Ένας από τους Τουρκοκύπριους διοικητές γύρισε προς εμάς και είπε ‘Τι είναι αυτό;’.

Έδειχνε τη φωτιά για τα σουβλάκια στη μέση του δρόμου.

Είπα ‘Δεν ξέρουμε τι είναι!’.

‘Πώς και δεν ξέρετε;’ είπε. ‘Άναψαν τη φωτιά στη μέση του δρόμου και δεν το είδατε;’

Θύμωσαν πολύ και μετά έφυγαν.

Την επόμενη μέρα μετατέθηκα σε ένα φυλάκιο στο Μπογάζι Κερύνειας ως τιμωρία. Κατά κάποιο τρόπο με ‘εξόρισαν’ σε εκείνη την περιοχή και η τιμωρία αυτή συνεχίστηκε για τέσσερα χρόνια μέχρι το 1968 όταν τελικά επέστρεψα στη Λευκωσία.

Το τίμημα για το ότι θελήσαμε να κάνουμε σουβλάκια μαζί ήταν αυτό: Εξορία στο Μπογάζι.»

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον τώρα αν κάποιοι από εκείνους τους Ελληνοκύπριους που βρισκόντουσαν σε εκείνο το στρατιωτικό φυλάκιο και αποφάσισαν να ψήσουν μαζί σουβλάκια θυμόντουσαν την ιστορία αυτή – αν ζουν και αν διαβάζουν την ιστορία αυτή. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να τους φέρουμε μαζί μετά από μισό αιώνα για να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους.

Το τηλέφωνό μου είναι 99 966518 – αν υπάρχει κάποιος που θυμάται την ιστορία αυτή, μπορεί να μου τηλεφωνήσει επώνυμα ή ανώνυμα.