Φόρμα αναζήτησης

Σιχαμένη επανάληψη, αμετανόητα στεφάνια

Οκτώβριος 2016. Ο «Π» ανοίγει εκ νέου τον φάκελο των αγνοουμένων, των διπλά χαμένων του δίδυμου εγκλήματος του 1974. Τα όσα αποκαλύφθηκαν τότε ανάγκασαν την Πολιτεία να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τους συγγενείς που για χρόνια ολόκληρα τους στερούσε την αλήθεια για πολιτικούς λόγους. Συγγνώμη βεβαίως χωρίς αντίκρισμα, χωρίς δικαίωση, χωρίς απάλυνση του πόνου. Σε εκείνο τον φάκελο ο Ξ. Καλλής, ως σύμβουλος του Ε/κ μέλους της ΔΕΑ, έθετε το ζήτημα των αγνοουμένων σε ένα ουσιαστικό πλαίσιο απαντώντας στα αναρίθμητα «γιατί» των συγγενών που τόσα χρόνια περιμένουν τους δικούς τους να επιστρέψουν. Όχι ζωντανοί. Αλλά με υπόσταση, αντικαθιστώντας τις δεκαετίες ύπαρξής τους σε έναν φάκελο… Στο μυαλό του κ. Καλλή για δεκαετίες μια γυναίκα, μάνα τριών παιδιών, ο άντρας της οποίας εντοπίστηκε από τις πρώτες εκταφές. «Τη συνάντησα δύο με τρεις φορές για να ζητήσω κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες. Με ρωτούσε ’τι μου κρύβεις’ ενστικτωδώς την ώρα που εγώ θεωρούσα τον εαυτό μου αγγελιαφόρο θανάτου. Όταν ταυτοποιήθηκε ο άντρας της πήγα για να ενημερώσω. Είδες ποτέ άνθρωπο να γερνά σε 10 λεπτά;» συνεχίζει ο κ. Καλλής και είδα στα μάτια του τον συγκλονισμό από τα όσα το στόμα του θα μετέφερε σε μένα τα επόμενα δευτερόλεπτα: «Ήταν καλοκαίρι, ζέστη, το κλιματιστικό ήταν ανοικτό στο μικρό εκείνο δωμάτιο στα παλιά κτήρια της Μάχης, όπου εναποθέσαμε τον σκελετό του άντρα της σε ένα τραπέζι για να τον δουν σύζυγος και παιδιά, ενήλικοι πια. Έπαθαν αμόκ. Έπιαναν τα κόκαλα και τα έσπαζαν. Η επιτυχία των προσπαθειών μας, αν είναι δυνατόν, ο θάνατος, δυστυχώς». Σε εκείνο τον φάκελο μίλησε για πρώτη φορά, με τη συνέντευξή του να αποτελεί μαρτυρία ντοκουμέντο και ο Κυριάκος Αντωνιάδης, πρώην αστυνομικός ο οποίος είχε αποσπαστεί στην Υπηρεσία Αγνοουμένων για τη λήψη καταθέσεων, ωστόσο ήρθε αντιμέτωπος με πραξικοπηματίες στην πορεία και εκδιώχθηκε από την υπηρεσία. «Όταν λαμβάναμε καταθέσεις, μου έλεγε ο Α μάρτυρας ότι ‘είδα τον Χ, ήμασταν μαζί, πολεμούσαμε και οπισθοχωρούσαμε από τον Πενταδάκτυλο, κατά την οπισθοχώρηση τον κτύπησε σφαίρα, έτρεξα κοντά του, η σφαίρα τον κτύπησε στο κεφάλι. Τον έσπρωχνα, δεν κουνιόταν, δεν μου μιλούσε, δεν ήξερα αν ήταν ζωντανός ή νεκρός, τον εγκατέλειψα γιατί μας καταδίωκαν οι Τούρκοι’. Άλλος έφαγε σφαίρα στην καρδία… Δυστυχώς αυτές οι πληροφορίες δεν έφτασαν ποτέ στις οικογένειες των αγνοουμένων. Επιμέναμε να δοθούν, είχα έντονη θέση ότι οι γονείς θα πεθάνουν, πρέπει να μάθουν την αλήθεια, όμως κάποιοι ήθελαν να πηγαίνουν οι μανάδες να κλαίνε, να ζητάνε τα παιδιά τους, χωρίς να ξέρουν την πραγματική αλήθεια. Ήταν τραγικά αυτά τα πράγματα… Eίμαι τόσο απογοητευμένος δυστυχώς. Δεν υπάρχει κανένας που να μετανόησε» εξηγούσε με δάκρυα στα μάτια ο κ. Αντωνιάδης.

Υ.Γ.: «Πώς και ασχολείστε με το θέμα των αγνοουμένων τέτοια περίοδο; Τόσα χρόνια εμάς τους συγγενείς μας θυμούνται μόνο επετειακά και προβάλλουν το ζήτημα μέσω ντοκιμαντέρ Ιούλιο- Αύγουστο όπως προβάλλουν ταινίες με τον Mr Bean τα Χριστούγεννα και της ζωής του Χριστού το Πάσχα». Ο Ανδρέας Στυλιανού, γιος του πεσόντος ήρωα Παναγιώτη Στυλιανού που για τρεις και πλέον δεκαετίες ήταν στον κατάλογο αγνοουμένων, με τον πλέον ωμό τρόπο έθεσε σε εκείνο τον φάκελο, εκείνον τον Οκτώβριο, το θέμα των αγνοουμένων από την πλευρά των συγγενών, που κουράστηκαν με τις επαναλήψεις, που απηύδησαν με τους αμετανόητους που έχουν μούτρα να καταθέτουν ακόμη και στεφάνια αυτές τις μέρες. Το ερώτημα είναι εμείς τι κάνουμε, μέχρι πότε θα ανεχόμαστε τις επαναλήψεις, μέχρι πότε θα συντηρούμε επαγγελματίες πολιτικούς που έκαναν την ανάγκη δικαίωσης και επιστροφής καριέρα;