Φόρμα αναζήτησης

Σε υπεράσπιση του μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτου

Του Θέμου Δημητρίου

Έζησα από κοντά τον μητροπολίτη Μόρφου την περίοδο του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν. Ήταν μια σπίθα ελπίδας, μια φωνή λογικής μέσα στον παραλογισμό του υστερικού εθνικισμού εκείνων των ημερών. Μια μορφή αγάπης και σεβασμού προς όλους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ένας φάρος στο σκοτάδι του φόβου που οδηγούσε στην απόρριψη της ειρήνης και της επανένωσης και τη μονιμοποίηση του διαχωρισμού και του μίσους. Ο μητροπολίτης Μόρφου δεν είναι μια προσωπικότητα που μπορεί κανείς να αγνοήσει εύκολα. Δεν είναι ένας τυχαίος ιερωμένος που να αξίζει την απαξίωση που έχει εισπράξει για τις τελευταίες του τοποθετήσεις σε σχέση με τους ομοφυλόφιλους και τις αμβλώσεις. Τι έχει συμβεί από το 2004 μέχρι σήμερα που έχει μετατρέψει τον μητροπολίτη Μόρφου από εκλεκτό ιερωμένο της κυπριακής διανόησης σε απόλυτο κακό;

Η αλήθεια είναι ότι ούτε το 2004 ούτε και τώρα οι τότε υμνητές και σήμερα υβριστές του μπήκαν στον κόπο να δουν σε βάθος τι ακριβώς έλεγε ο μητροπολίτης. Μια ομιλία, μια τοποθέτηση σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή μπορεί να δώσει μόνο ένα μικρό μέρος της σκέψης του ομιλητή, ένα μόνο μικρό κομμάτι της φιλοσοφίας του και της προσέγγισής του στα θέματα που απασχολούν την κοινωνία. Η ομιλία του μητροπολίτη Μόρφου στον εσπερινό της 1ης του Σεπτέμβρη του 2004 στον ναό του Αγίου Μάμα στη Μόρφου αντανακλούσε τα αισθήματα όσων προδόθηκαν από τους πολιτικούς της απόρριψης, όσων προσπαθούσαν να συνέλθουν από τον παραλογισμό της άρνησης της ειρήνης και της επανένωσης. Ήταν μια ομιλία που άπλωνε τα χέρια σε όλους, που δεν άφηνε χώρο για μισαλλοδοξία και ηττοπάθεια. Μιλούσε στις καρδιές όλων μας και αγκάλιαζε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, θρησκευόμενους και άθεους, ιερωμένους και απλούς ανθρώπους. Είχε ακόμα το θάρρος να πει πως «…δεν πρέπει η Εκκλησία να ταυτίζεται με την ιεροκρατική αυθεντία μερικών ρασοφόρων, όσο εκλεκτή θέση κι αν έχουν στην ιεραρχία».

Όμως, ακόμα και σ’ εκείνη την ομιλία υπήρχαν τα σπέρματα της προσκόλλησής του στον συντηρητικό θρησκευτικό δογματισμό. Όλοι εμείς καταλαβαίναμε επιλεκτικά αυτά που έλεγε γιατί συμφωνούσαμε μαζί του για την ανάγκη της επαναπροσέγγισης και της λύσης. Οι πραγματικότητες της εποχής έφερναν στην επιφάνεια την καλή πτυχή της προσωπικότητας και της φιλοσοφίας του μητροπολίτη Μόρφου και σωστά τον αγκαλιάσαμε τότε, σωστά δεν του ζητήσαμε να μας πει τις απόψεις του για τους ομοφυλόφιλους και τις αμβλώσεις. Πολύ πιθανόν και τότε να μην ήταν διαφορετικές από τις σημερινές. Όμως το κρίσιμο θέμα για την κυπριακή κοινωνία ήταν εκείνη τη στιγμή η αντιμετώπιση των εθνικιστών, η αντιμετώπιση των πολιτικών της απόρριψης και των «ρασοφόρων» που τους συμπαραστέκονταν.

Από τότε τα πράγματα άλλαξαν δραματικά. Δεν υπάρχει πια το αίσθημα της ελπίδας για λύση του Κυπριακού και η οικονομική κρίση έχει αλλάξει τις προτεραιότητες της κυπριακής κοινωνίας. Το κύρος των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών έχει καταρρακωθεί, συμπεριλαμβανομένης και της Εκκλησίας. Τα σκάνδαλα και η διαφθορά, η διαπλοκή και η ασυδοσία καταβαραθρώνουν καθημερινά το ηθικό του λαού. Σ’ αυτές τις συνθήκες ένας ιερωμένος όπως ο μητροπολίτης Μόρφου αναζητά πια καθήκοντα και διεξόδους στις πιο σκοτεινές πτυχές της θρησκείας. Αντί να βρίσκεται επικεφαλής της καθοδήγησης ενός λαού στον αγώνα, το μόνο που βρίσκει να κάμει είναι να αναζητήσει καθοδηγητικό ρόλο στη βιβλική ηθική της σεξουαλικής συμπεριφοράς και της προσωπικής προσέγγισης στη ζωή. Δεν είναι τυχαίο που ενώ στην ομιλία του το 2004 εξηγεί στον κόσμο πως ο αγώνας για τη λύση του Κυπριακού δεν θα έλθει από τα έξω αλλά θα είναι αποτέλεσμα του αγώνα του λαού, σε ανάλογη ομιλία του, και πάλι στον Άγιο Μάμα, δεν βλέπει πια τη δυνατότητα για αγώνα και λέει ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα, μόνο η πίστη στον Θεό μπορεί να το λύσει.

Ακόμα όμως και σ’ αυτή τη φάση της σκέψης του, ο μητροπολίτης Μόρφου είναι πιο ειλικρινής από πολλούς άλλους ιεράρχες της Κύπρου. Η ομοφυλοφιλία ήταν και είναι στο στόχαστρο τόσο του Αρχιεπισκόπου όσο και πολλών άλλων μητροπολιτών. Η αντίθεσή τους ήταν και βίαιη και εξευτελιστική τόσο στο γενικό επίπεδο όσο και σε βάρος συγκεκριμένων ατόμων. Είναι γνωστή η έντονη αντίθεση της Εκκλησίας στις νομοθεσίες σχετικά με το θέμα, όπως γνωστή είναι και η εκστρατεία δυσφήμησης συγκεκριμένων ιερωμένων και θεολόγων με επίκεντρο τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους ή τις κοινωνικές απόψεις τους. Μια στάση εχθρική και καταδικαστική. Αντίθετα, ο μητροπολίτης Μόρφου αντιμετωπίζει την ομοφυλοφιλία σαν ασθένεια, προσεγγίζει τους «ασθενείς» με αγάπη και προσπάθεια να τους βοηθήσει. Αυτή η αντιεπιστημονική, και σήμερα παρωχημένη, αντίληψη δεν περιποιεί τιμή στον μητροπολίτη αλλά πηγάζει από τα ιερά κείμενα, αποτελεί δόγμα της θρησκείας. Δεν είναι ιδιομορφία ενός ατόμου.

Ανάλογη είναι και η παραποίηση της θέσης του μητροπολίτη Μόρφου σχετικά με την υποτιθέμενη εξίσωση των αμβλώσεων με τους φόνους του Νίκου Μεταξά. Η θέση του ξεκινά από την αντιμετώπιση του Νίκου Μεταξά όχι εχθρικά και εκδικητικά αλλά σαν άτομο που έσφαλε και έχει ανάγκη συγχώρεσης και αναμόρφωσης. Ο ίδιος έχει πει πως ο Νίκος Μεταξάς έχει εξομολογηθεί και έχει μεταμεληθεί για τις πράξεις του, πως χρειάζεται ακόμα πολλή δουλειά από μέρους του για να φτάσει στη «μετάνοια», διαχωρίζοντάς την από την απλή μεταμέλεια. Βλέπει τον Νίκο Μεταξά όχι μόνο σαν εγκληματία μα και σαν άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια. Βλέπει ακόμα την εγκληματική πορεία του σαν αποτέλεσμα μιας υποκριτικής κοινωνίας που ανέχεται ένα σωρό άλλα εγκλήματα. Είναι σ’ αυτό πλαίσιο που έφερε σαν παράδειγμα εγκλημάτων που ανέχεται η κοινωνία τις αμβλώσεις. Και πάλι έχουμε αντιεπιστημονική, και σήμερα παρωχημένη, αντίληψη που δεν περιποιεί τιμή στον μητροπολίτη αλλά κι αυτή πηγάζει από τη θέση της Εκκλησίας, και όχι μόνο, ότι η άμβλωση είναι φόνος.

Ποια είναι η σημασία αυτής της ανάλυσης; Ο μητροπολίτης Μόρφου δεν είναι η εξαίρεση μέσα στην Εκκλησία σε σχέση με τις απόψεις που έχουν ξεσηκώσει θύελλα. Η διαφοροποίηση άλλων ιεραρχών και η καταδίκη των λεγομένων του είναι βαθιά υποκριτική και εκπορεύεται από το ότι ο μητροπολίτης Μόρφου είπε δημόσια αυτά που η Εκκλησία πρεσβεύει και συμβουλεύει κατ’ ιδίαν ή σε μικρούς κύκλους τους πιστούς. Δεν είναι μόνο ο μητροπολίτης Μόρφου μα ολόκληρο το εκκλησιαστικό κατεστημένο που παραμένει προσκολλημένο στον Μεσαίωνα και δηλητηριάζει την κοινωνία και την παιδεία με ό,τι πιο αντιδραστικό υπάρχει στην ανθρώπινη σκέψη. Μια προσκόλληση που δεν οφείλεται σε έλλειψη ευφυΐας αλλά είναι μέρος αναπόσπαστο της επιβολής της εξουσίας της Εκκλησίας στην κοινωνία.