Φόρμα αναζήτησης

Ρίξτε τα λεφτά στην παιδεία

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να ρίξουμε χρήμα στην παιδεία. Οι πιο ευγενείς ή αν προτιμάται οι πιο σωστοί λόγοι, έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη του ίδιου του ανθρώπου, των δεξιοτήτων του και της προσωπικότητάς του, την πνευματική του καλλιέργεια του ιδίου και της ίδιας της κοινωνίας εντέλει. Αλλά ας είμαστε, τουλάχιστον, ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Ας παραδεχτούμε πως όλα αυτά είναι υποτιμημένα στη χώρα μας και δεν θα ανοίξουν το πορτοφόλι του κράτους και των ιδιωτών. Οπόταν, θα το θέσω όσο πιο κυνικά μπορώ για να καταλαβαινόμαστε.

Η επένδυση στην εκπαίδευση είναι η μόνη πραγματική πιθανότητα που έχουμε να αποπληρωθούν τα χρέη του κράτους και των νοικοκυριών, να πληρωθούν οι συντάξεις μας και να διασφαλίσουμε ικανοποιητική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους μας. Ελπίζω, αγαπητέ αναγνώστη, πως τώρα που θέσαμε το ζήτημα «χρήματα στην εκπαίδευση» στη διάσταση της τσέπης, να μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα γιατί πρέπει να ρίξουμε τα χρήματα στην παιδεία και όχι σε ακόμη έναν οποιονδήποτε δρόμο ή σε αυξήσεις μισθών ή μείωση των φόρων στα καύσιμα. Αν τα παιδιά αυτά δεν πάρουν τα εφόδια που πρέπει, πολύ απλά δεν θα μπορέσουν και να θέλουν, που μάλλον δεν θα θέλουν, ούτε τα χρέη να πληρώσουν ούτε τις συντάξεις. Εκεί να δείτε τι κρίση θα έχουμε.

Βέβαια, θα ρωτήσει κανείς αν υπάρχουν λεφτά. Ο προϋπολογισμός είναι πλεονασματικός -για την ώρα τουλάχιστον- και το κράτος αυξάνει τις δαπάνες του, άρα λεφτά υπάρχουν, όπως έλεγε και ο ΓΑΠ. Αλλά ακόμη και αν δεν υπήρχαν τα χρήματα, το κράτος θα έπρεπε να σκεφτεί τρόπους να εξοικονομήσει, στην ανάγκη και να φορολογήσει, όταν είναι να προχωρήσει δραστικά με μια σοβαρή επένδυση/μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση. Αυτό βέβαια μας φέρνει στην επόμενη ερώτηση: Τι είναι σοβαρή επένδυση στην εκπαίδευση;

Αν το εξετάσουμε με οικονομικούς όρους, επένδυση είναι όταν τα χρήματα που θα ρίξουμε τώρα θα φέρουν περισσότερα χρήματα στο μέλλον. Εντελώς ψυχρά, θα πρέπει τα χρήματα αυτά να δώσουν στην επόμενη γενιά καλύτερα εφόδια, ώστε αυτή να δημιουργήσει κερδοφόρες επιχειρήσεις άρα και έσοδα στο κράτος και θέσεις εργασίας. Να δώσει τις ικανότητες να υπηρετήσουν με επιτυχία σε νευραλγικά πόστα και τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν με επιτυχία τους νέους άλλων χωρών, σε καινοτόμες ιδέες και σε προσέλκυση επενδύσεων. Είμαι σίγουρος πως πανεπιστημιακοί, ερευνητές, καλοί εκπαιδευτικοί, αλλά και παραδείγματα άλλων κρατών μπορούν να μας εξηγήσουν καλύτερα πώς επιτυγχάνεται αυτό.

Το σίγουρο είναι πως δεν γίνεται να συνεχίσουμε να «σερβίρουμε» την ίδια ποιότητα εκπαίδευσης με αυτήν που δίναμε μέχρι τώρα και να αναμένουμε διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα. Να διατηρούμε ένα μοντέλο που εξυπηρετούσε τις ανάγκες τις οικονομικές και κοινωνικές του 20ου αιώνα, και πως με αυτό θα πορευτούμε και στον 21ο αιώνα της τεχνολογικής επανάστασης.

Τα γράφω αυτά όχι μόνο με αφορμή την έναρξη της σχολικής χρονιάς και με τις τραγικές εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας. Ούτε γιατί ρίχνουν τα χρήματα για κάγκελα και ασφάλεια στα σχολεία, αντί για ποιοτική παιδεία. Τα γράφω αυτά γιατί οι οικονομίες της ευρωζώνης, με πιο σημαντική αυτήν της Γερμανίας, μπαίνουν σιγά-σιγά σε ύφεση. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με προτροπές της, καλεί τα κράτη να αυξήσουν τις δαπάνες ώστε να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα και να δημιουργηθούν καλές θέσεις εργασίας. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως και η Κομισιόν υπό τη νέα της σύνθεση, σύντομα θα ζητήσει κάτι παρόμοιο.

Το ίδιο έκαναν και το 2010 και μας βρήκε απροετοίμαστους, όχι μόνο για την τραπεζική κρίση, αλλά και των καθορισμών δημοσιονομικών προτεραιοτήτων. Τα χρήματα εκταμιεύθηκαν τότε για να υλοποιηθούν έργα και πολιτικές με περιορισμένο αντίκτυπο στην οικονομία. Ναι, κρατήθηκε για λίγο ακόμη στον αναπνευστήρα ο κατασκευαστικός τομέας με έργα του δημοσίου, μόνο και μόνο για να σκάσει ακόμη πιο δυνατά. Ενισχύθηκε ή κρατήθηκε το μισθολόγιο, ώστε να κρατηθεί ψηλά η κατανάλωση και να αντέξει η οικονομία. Στο τέλος, δεχτήκαμε οι μισθωτοί ακόμη μεγαλύτερη μείωση στις απολαβές μας. Αν τότε δεν ξέραμε να θέτουμε προτεραιότητες, τι δικαιολογία έχουμε τώρα;