Φόρμα αναζήτησης

Ξυπνήστε τον Νικολάκη

Στο κυπριακό σχολείο όλοι οι μαθητές αργά ή γρήγορα θα περάσουν την τάξη. Όλες τις τάξεις. Κανένας δεν θα μείνει. Και όταν λέμε κανένας, εννοούμε κανένας. Από ένα σχολείο των 500 μαθητών, αν ρωτήσεις, μπορεί να επαναλάβουν την τάξη μόνο 2 . Συγκλονιστικό ποσοστό, απολύτως και αντιστρόφως ανάλογο του επιπέδου της προσφερόμενης παιδείας. Ή μήπως όχι; Μπορεί, δηλαδή, να είναι το ακριβώς αντίθετο. Ακριβώς, επειδή η παιδεία είναι τέτοια, τότε είναι και λογικό όλοι να περνούν. Είναι σαν να βάζεις 100 ανθρώπους να περάσουν πάνω από ένα ρυάκι μισό πόδι. Όλοι θα τα καταφέρουν. Αυτός ο ένας που δεν θα τα καταφέρει είναι αυτός που απλά δεν πάτησε, καν, το πόδι του εκεί κοντά, δηλαδή απλά δεν πήγαινε σχολείο για 1000 τόσους λόγους. Βέβαια, ακόμα και αυτός, λίγο πιο αργά θα τα καταφέρει να περάσει. Το κράτος εργοδοτεί τους ανθρώπους-ξυπνητήρια που κάνουν αυτή τη δουλειά. Μεταξύ μας, αυτό κάνουν και οι απλοί βοηθοί κάθε μα κάθε πρωί στα σχολεία μας. Τηλεφωνούν στα σπίτια των μαθητών που απουσιάζουν για να μάθουν και καλά τους λόγους απουσίας. Αυτό δεν το κάνει ο γονιός, αλλά το σύστημα, αφού εκείνη την ώρα ο γονιός μπορεί να κοιμάται, να ξυρίζεται, να κάνει μπάνιο, να πίνει καφέ, οτιδήποτε. Είναι και αυτό κομμάτι του «όλοι περνάνε φτάνει να παρουσιαστούν». Να παρουσιαστούν σαν φαντάσματα, σαν αριθμοί, σαν την πρωινή δροσιά στο γυαλί του αυτοκινήτου που εννοείται θα είναι εκεί. Είναι, μάλλον, φυσικό φαινόμενο που όταν το σκεφτείς ανάποδα μπορεί και να σε πουν γραφικό. Μπορεί, επίσης, να είναι θρησκευτικό φαινόμενο και εδώ μάλλον εξηγείται και ο πολύτιμος ρόλος της πρωινής προσευχής. «Πανταχού παρών» επαναλαμβάνει ο μαθητής και εννοεί βασικά…εγώ πάντα θα είμαι εδώ και πάντα θα περνώ. Στην επόμενη τάξη που θα είναι ίδια με την προηγούμενη. Και για να μην επαναλαμβανόμαστε ας κλείσουμε με μια σκηνή. Ο Νικόλας έμεινε όλα τα μαθήματα, επειδή μια χρονιά ολόκληρη δεν πάτησε το πόδι του στην τάξη. Όλη μέρα ήταν στην αυλή και έφτυνε και έκαιγε καλάθους και πείραζε, βρίζοντας και χειρονομώντας χυδαία όλα τα άλλα παιδιά. Ο Νικόλας κάνει στήριξη σε όλα τα βασικά του μαθήματα. Οι ψυχολόγοι είπαν πως είναι υπερκινητικός. Αυτό που δεν είπαν, αλλά οι καθηγητές του το ξέρουν, είναι πως ο παπάς του είναι ο μεγαλύτερος μαφιόζος του χωρκού που κάμνει ό,τι θέλει και όλοι τον φοβούνται. Οι αστυνομικοί του σταθμού είναι φίλοι του και τον φοβούνται και αυτοί. Ο παπάς του είναι το πρότυπό του. Τα έχει όλα ό,τι ώρα θέλει. Χωρίς κανένα κόπο, ποτέ. Το σύστημα αγκάλιασε τον πατέρα και τον γιο και τη θλιβερή μάνα που το Βιετνάμ που τις τρώει καθημερινώς. Όλοι οι συμμαθητές του έδωσαν κανονικά τις εξετάσεις τους αρχές Ιουνίου. Ο δικός μας κοιμόταν μεθυσμένος και δεν ξύπνησε να πάει στο σχολείο τη μέρα που του είπαν. Κανένα πρόβλημα. Το σχολείο αναγκάστηκε να κάνει άλλα γραπτά, να ορίσει άλλη ημερομηνία, άλλους επιτηρητές για τον Νικολάκη. Παράλληλα, του πρόσφερε και πολλές ώρες μαθήματα ενισχυτικά που τα κάνουν οι καθηγητές, οι οποίοι του έβαλαν δικαιολογημένα κάτω από τη βάση. Έχουν δε οδηγίες να του ψιλοπούν τις ερωτήσεις για να περάσει πάραυτα. Γιατί, αν δεν περάσει, ζήτω που καήκαμε. Το Υπουργείο τρομοκρατημένο από τον πατέρα (και από τον εαυτό του), θα αρχίσει έρευνες και κατσαδιάσματα θεών και δαιμόνων, δηλαδή καθηγητών. Στην περίπτωσή μας ποιος τιμωρείται; Ο Νικολάκης ή το σχολείο; Περίεργες καταστάσεις σαν την προχθεσινή χαλαζόπτωση.