Φόρμα αναζήτησης

Ποιο είναι το καθήκον του Νίκου Αναστασιάδη;

Οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι η Συνθήκη της Λωζάννης η οποία υπεγράφη στις 24 Ιουλίου 1923 (την περασμένη Τετάρτη έκλεισαν 96 χρόνια από την υπογραφή της) έχει σχέση με τον καθορισμό των σύγχρονων συνόρων Ελλάδας και Τουρκίας και εν γένει διέπει τις πολιτικές και διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών. Η συνθήκη αυτή στην πραγματικότητα υπήρξε και άκρως ενδιαφέρουσα για την τύχη της Κύπρου αφού σε έξι άρθρα της καθόριζε τη μετέπειτα πορεία της χώρας μας.

Ιδιαίτερης σημασίας για την Κύπρο ήσαν τα Άρθρα 16, 20 και 21 της Συνθήκης της Λωζάννης. Ας επικεντρωθούμε αρχικά στο Άρθρο 16 το οποίο λέει τα εξής: «Η Τουρκία παραιτείται κάθε δικαιώματος και τίτλου επί εδαφών που βρίσκονται έξω από τα σύνορα που ορίζει η παρούσα συνθήκη». Διά του άρθρου αυτού σε συνδυασμό με το Άρθρο 20, στο οποίο αναφέρεται ότι «η Τουρκία αναγνωρίζει την προσάρτηση της Κύπρου την οποία είχε αναγγείλει η κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας στις 5 Νοεμβρίου του 1914», η Τουρκία παραιτήθηκε επίσημα κάθε δικαιώματος επί της Κύπρου η οποία, αν και παραχωρήθηκε επί ενοικίω στην Αγγλία από το 1878, εθεωρείτο ακόμη τουρκική κτήση που είχε (προσωρινά) εκχωρηθεί στους Άγγλους. Οι Άγγλοι ως γνωστόν προσάρτησαν την Κύπρο κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (όταν η Τουρκία ετάχθη υπέρ των Γερμανών), ωστόσο η αβεβαιότητα για το μέλλον του νησιού εξακολουθούσε να υπάρχει. Μετά τη Λωζάννη η Βρετανία προχώρησε, δύο χρόνια αργότερα, να κηρύξει την Κύπρο αποικία του Στέμματος (1925), χωρίς καμιά αντίδραση, εκτός από τις διαμαρτυρίες των ιδίων των Κυπρίων που ανέμεναν απόδοση του νησιού τους στην Ελλάδα.

Πώς επανήλθε;

Η Τουρκία επανήλθε στην Κύπρο το 1960 διά των Συνθηκών Ζυρίχης – Λονδίνου και συγκεκριμένα μέσα από τη Συνθήκη Εγγυήσεως και τη Συνθήκη Συμμαχίας.

 

  • Σύμφωνα με το Άρθρο IV της Συνθήκης Εγγυήσεως, σε περίπτωση παραβίασης της συνθήκης, οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις αναλαμβάνουν την υποχρέωση διαβούλευσης μεταξύ τους όσον αφορά τις παραστάσεις ή μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αποκατάσταση τήρησης της συνθήκης. Η δεύτερη παράγραφος του εν λόγω άρθρου αναφέρεται στις περιπτώσεις εκείνες που κοινή ενέργεια δεν είναι δυνατή και δίνει μονομερές δικαίωμα σε έκαστη των εγγυητριών δυνάμεων να ενεργήσει (to take action) με μόνο σκοπό την επαναφορά της προτέρας κατάστασης.
  • Η Συνθήκη Συμμαχίας υπογράφηκε μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας και βάσει αυτής η Ελλάδα και η Τουρκία ανελάμβαναν να απωθήσουν κάθε επίθεση κατά της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας του νεοσύστατου κράτους. Προς τον σκοπό αυτό η Ελλάδα και η Τουρκία εγκατέστησαν στρατιωτικά αποσπάσματα στο έδαφος της Δημοκρατίας, τις γνωστές ΕΛΔΥΚ και ΤΟΥΡΔΥΚ.

Οι δύο αυτές συνθήκες συνεπικουρούν την πρώτη συνθήκη που είναι αυτή της εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας συνιδρυτές με βάση το Σύνταγμα είναι οι Ε/Κ και οι Τ/Κ.

Η επαναφορά

Με λίγα λόγια η επαναφορά της Τουρκίας στην Κύπρο (μετά το 1923) έγινε εν ονόματι των Τουρκοκυπρίων, την προστασία των οποίων ανέλαβε διά της Συνθήκης Εγγυήσεως. Την ίδια στιγμή, διά της Συνθήκης Συμμαχίας ανέλαβε μαζί με την Ελλάδα (η οποία για πρώτη φορά αποκτούσε διεθνή νομικά ερείσματα στην Κύπρο) και ρόλο προστάτη της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι ξένης επιβουλής ή επίθεσης, σε συνεργασία με τον μεικτό κυπριακό στρατό που δημιουργήθηκε το 1960.

Η Τουρκία εξάσκησε μέρος των νομικών δικαιωμάτων που απέρρεαν από τις συνθήκες στην κρίση της περιόδου 1963-64 μετά την αποχώρηση των Τ/Κ από την κυπριακή κυβέρνηση και τη δημιουργία τ/κ θυλάκων. Ανέλαβε να συντηρεί οικονομικά και να εξοπλίζει στρατιωτικά τους Τουρκοκύπριους, αφού η απειλή της για εισβολή στην Κύπρο απετράπη κυρίως εξαιτίας της παρέμβασης των Αμερικανών.

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου από την ελληνική χούντα, το οποίο συνιστούσε σαφή παραβίαση των συνθηκών και ως τέτοιο καταγγέλθηκε και από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στις 19 Ιουλίου ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, επέτρεψε στην Τουρκία να αξιοποιήσει το Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως. Αφού απέτυχε να συνεννοηθεί με τη Μεγάλη Βρετανία, έκανε χρήση της παραγράφου β’ του άρθρου, που της έδινε το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης (to take action) για να επαναφέρει τη συνταγματική τάξη «εις την προτέραν κατάστασιν». Εξ ου και το ψήφισμα 353 του ΣΑ του ΟΗΕ, το οποίο κατατέθηκε με πρωτοβουλία της ΕΣΣΔ στις 20 Ιουλίου, δεν καταδίκαζε την Τουρκία για εισβολή. Το ψήφισμα ζητούσε αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, απομάκρυνση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο, δίνοντας περισσότερο έμφαση στις στρατιωτικές δυνάμεις της ελληνικής χούντας, κάνοντας μάλιστα και ρητή αναφορά στην επιστολή που απέστειλε στις 2 Ιουλίου 1974 στον στρατηγό Γκιζίκη ο Μακάριος για απομάκρυνση των ελληνικών στρατευμάτων από την Κύπρο.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έκανε την πρώτη έμμεση νύξη κατά της Τουρκίας στις 16 Αυγούστου 1974 διά του ψηφίσματος 360, αφού την προηγούμενη μέρα ξεκίνησε η δεύτερη εισβολή, ζητώντας να σταματήσουν αμέσως οι μονομερείς στρατιωτικές επιχειρήσεις (unilateral actions). Διά των μονομερών αυτών ενεργειών η Τουρκία (χωρίς να κατονομάζεται στο ψήφισμα), που δεν ήταν τίποτε άλλο από τη διεύρυνση του θύλακα Κερύνειας – Κιονελι προς τη Μόρφου και την Αμμόχωστο, έδειξε καθαρά ότι δεν ήλθε στην Κύπρο για να αποκαταστήσει τη συνταγματική τάξη, αλλά για να επιβάλει μια νέα, τη δική της τάξη πραγμάτων, η οποία τελικά εξελίχθηκε σε εθνικό ξεκαθάρισμα των Ε/Κ στον βορρά και στη συνέχεια σε ανταλλαγή πληθυσμών. Κάπως έτσι φτάσαμε στη σημερινή γραμμή κατάπαυσης του πυρός.

Με λίγα λόγια, η επιστροφή της Τουρκίας στην Κύπρο μέσω των Συνθηκών Ζυρίχης – Λονδίνου και τα εγγυητικά δικαιώματα που απορρέουν από αυτές επέτρεψαν στη χώρα αυτή, κινούμενη σε γκρίζα νομικά μονοπάτια και ερμηνεύοντας επιλεκτικά τις συμφωνίες, να επιβάλει το σημερινό status quo στην Κύπρο.

Η άλλη ματιά

Οι περισσότεροι Ε/Κ λόγω της προσφυγιάς και του μεγάλου αριθμού νεκρών προσεγγίζουν το Κυπριακό ως μια τεράστια αδικία που εκδηλώθηκε εις βάρος τους. Θεωρούν ως εκ τούτου ότι η οποιαδήποτε προσέγγισή μας στις διαπραγματεύσεις δεν μπορεί να θίγει την αξιοπρέπειά μας και αρνούνται να δεχτούν μια λύση η οποία να επιβραβεύει, όπως υποστηρίζουν, τα τετελεσμένα που επέβαλε η Τουρκία διά των όπλων.

Από την άλλη, βέβαια, διεθνώς, αν δεν θέλουμε να στρουθοκαμηλίζουμε, υπάρχει μια διαφορετική, ίσως πιο κυνική αντιμετώπιση της κατάστασης. Η οποία αντανακλάται και στα ψηφίσματα του ΟΗΕ τα οποία από κεκτημένη ταχύτητα οι Ε/Κ επικαλούνται χωρίς καν να τα έχουν διαβάσει. Προφανώς όλοι επαναλαμβάνουν τις δηλώσεις διαφόρων Ε/Κ πολιτικών οι οποίοι για να δικαιολογήσουν την απραξία και την ανικανότητά τους ζητούν την εφαρμογή των ψηφισμάτων για την Κύπρο. Πρόκειται όμως για ψηφίσματα στα οποία δύσκολα βρίσκει κανείς ευθεία καταδίκη της Τουρκίας για εισβολή και κατοχή. Τα πρώτα ψηφίσματα μετά την 20ή Ιουλίου μιλούν κυρίως για κατάπαυση του πυρός και ζητούν αποχώρηση όλων των στρατευμάτων, στη συνέχεια τα ψηφίσματα επικεντρώνονται στην ανθρωπιστική πτυχή του Κυπριακού και ακολούθως, σχεδόν μονότονα, καλούν όλες τις πλευρές να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις για επίλυση του προβλήματος. Για να φτάσουμε βέβαια και σε ψηφίσματα και εκθέσεις του γενικού γραμματέα μετά τα δημοψηφίσματα του 2004 που συγχαίρουν την Τουρκία για τις προσπάθειες που καταβάλλει για λύση του Κυπριακού, με αποκορύφωμα την έκθεση του γενικού γραμματέα Αντόνιο Γκουτέρες μετά το Κραν Μοντανά, στην οποία πλέκει το εγκώμιο στην Τουρκία για τις εποικοδομητικές προσπάθειές της για εξεύρεση λύσης.

Γιατί αυτή η στάση των Ηνωμένων Εθνών η οποία εκνευρίζει τους Ε/Κ, οι οποίοι ξεσπούν, δίκην γαϊδουρινού σάματος, σχεδόν μονίμως επί όλων των διαπραγματευτών που διορίζει ο διεθνής οργανισμός στο Κυπριακό; Μιλώντας κανείς με ξένους διπλωμάτες και κατά καιρούς διαπραγματευτές στο Κυπριακό, διατυπώνεται η άποψη ότι οι Ε/Κ επιχείρησαν μετά τις συνθήκες του 1960 να επιβάλουν τη δική τους τάξη πραγμάτων παραγκωνίζοντας τους Τ/Κ. Υπέγραψαν δηλαδή μια λύση ανεξαρτησίας δίνοντας πολιτικά δικαιώματα στους Τ/Κ, αλλά σταδιακά επεδίωξαν την ένωσή τους με την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, τονίζουν, η Ελλάδα παραβίασε τις συνθήκες δύο φορές. Μία διά της αποστολής Ελληνικής Μεραρχίας στην Κύπρο υπό την ενθάρρυνση των Αμερικανών και μία στις 15 Ιουλίου 1974 διά του πραξικοπήματος. Προσθέτουν ότι οι Τ/Κ είχαν μεγάλο αριθμό θυμάτων αυτή την περίοδο. Το ίδιο έκανε, λένε, και η Τουρκία μετά το 1974, σημειώνοντας ωστόσο ότι η χώρα αυτή επέδειξε υπέρμετρη βία και εν πολλοίς βαρβαρότητα. Μη συγκατανεύοντας επίσης σε λύση, τιμωρήθηκε διά της ένταξης ολόκληρης της Κύπρου στην ΕΕ το 2004. Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, όλοι καταλήγουν ότι στην Κύπρο επεδείχθη από παντού πολιτική ανωριμότητα γι’ αυτό η μόνη διέξοδος σήμερα είναι, μέσω μιας λύσης ομοσπονδίας που αποδέχτηκαν το 1977 οι Μακάριος – Ντενκτάς, να υπάρξει ένας συμβιβασμός. Ο οποίος θα επιτρέπει στις δύο κοινότητες να ζουν και μαζί και χώρια και κυρίως δεν θα επιτρέψει ποτέ στην Τουρκία να ελέγξει ολόκληρη την Κύπρο.

Στο Κραν Μοντανά

Τον Ιούλιο του 2017 στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας ο Πρόεδρος Αναστασιάδης βρέθηκε ένα βήμα πριν επιφέρει μια τεράστια γεωπολιτική αλλαγή, προς όφελος ολόκληρης της Κύπρου. Η Τουρκία υπό το βάρος μιας διεθνούς πρωτόγνωρης εμπλοκής στο Κυπριακό, έδειξε ετοιμότητα να αποδεχτεί τον τερματισμό των εγγυητικών της δικαιωμάτων στην Κύπρο. Χωρίς να το φωνάζει, αποδέχτηκε δημόσια τη συζήτηση του πλαισίου Γκουτέρες, αποδεχόμενη δηλαδή και την παράγραφο 6 η οποία έλεγε ότι «το παρόν καθεστώς εγγυήσεων στην Κύπρο δεν είναι βιώσιμο και πρέπει να αντικατασταθεί».

Γιατί έκανε αυτή την τεράστια υποχώρηση η Τουρκία, διότι περί τεράστιας υποχώρησης πρόκειται. Μέσω, εξάλλου, αυτής της Συνθήκης Εγγυήσεως είναι που η Τουρκία κατορθώνει να διαθέτει ένα αφήγημα για την εισβολή στην Κύπρο το 1974, μέσω αυτής καταφέρνει ακόμα και σήμερα να ελέγχει τους Τουρκοκύπριους.

Ασφαλείς απαντήσεις σίγουρα δεν υπάρχουν πέραν του ότι η ζωή συνεχίζεται και τα δεδομένα αλλάζουν. Σε μια λύση ομοσπονδίας εξάλλου, και μάλιστα διζωνικής, η Τουρκία θα μπορέσει να διατηρήσει οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με την Κύπρο. Στο κάδρο επίσης μπήκε τα τελευταία χρόνια και το φυσικό αέριο και η λογική ενός ενεργειακού τόξου στην Ανατολική Μεσόγειο, στο οποίο η Τουρκία διεκδικεί συμμετοχή. Εξάλλου οι αποστάσεις Κύπρου και Τουρκίας -αυτό λέχθηκε κατά κόρον- της επιτρέπουν να μην χρειάζεται την παρουσία στρατευμάτων στην Κύπρο. Φτάνει η Κύπρος να μην αναδειχθεί σε απειλή για την ίδια της την ασφάλεια. Η Τουρκία ιστορικά ομιλούντες, ιδιαίτερα μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης, έχει αυτό το κόμπλεξ της περικύκλωσης.

Το στοίχημα Αναστασιάδη

Με βάση τα πιο πάνω, θεωρούμε ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στο Κραν Μοντανά αν έκανε το πρόσθετο αναγκαίο βήμα θα μπορούσε κατ’ αναλογία να αναδειχθεί σε Ελευθέριο Βενιζέλο της Ελλάδας, ο οποίος πήγε στη Λωζάννη για να σώσει ό,τι μπορούσε να σωθεί μετά τον Μικρασιατικό Πόλεμο και την απώλεια της Σμύρνης.Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, ακόμα και σήμερα, αν ευσταθούν οι πληροφορίες περί επανέναρξης συνομιλιών τον Σεπτέμβριο, θα μπορούσε μέσω μιας σοβαρής διαπραγμάτευσης να αποκόψει τον νομικό ομφάλιο λώρο της Τουρκίας, καταργώντας της τουρκικές εγγυήσεις στην Κύπρο. Οι οποίες το 1974, πάντα μέσα στο γκρίζο περιβάλλον που κινείται η Τουρκία, επέβαλαν τα τετελεσμένα επί του εδάφους, ενώ σήμερα επιβάλλουν νέα τετελεσμένα και επί της θαλάσσης.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης οφείλει να μεταβεί στη Νέα Υόρκη και να διεκδικήσει με ειλικρίνεια και αποφασιστικότητα μια νέα σχέση με την Τουρκία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μερικά χρόνια μετά την υπογραφή της Λωζάννης μετέβη στην Άγκυρα και υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι η γεωγραφία δεν αλλάζει και ότι η Τουρκία δεν θα γίνει ποτέ ένας εύκολος γείτονας. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης οφείλει επιπλέον να επιβεβαιώσει στο τραπέζι τα νόμιμα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Οι Τ/Κ δεν είναι δυνατόν να δεχτούν κάτι λιγότερο από αυτό που είχαν με τις συνθήκες του 1960. Οφείλει, τέλος, να διασφαλίσει τους Ε/Κ από ξεπερασμένες εγγυήσεις και επεμβατικά δικαιώματα τρίτων χωρών. Μια λύση σήμερα του Κυπριακού δεν θα κινηθεί σε αχαρτογράφητα ύδατα όπως το 1960. Η οποιαδήποτε λύση υποχρεωτικά και με όλα τα προβλήματά της θα λειτουργήσει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.