Φόρμα αναζήτησης

Πολιτικός βόθρος ονόματι κυπριακή πολιτεία

Ανατρέχοντας το αρχείο της, η στήλη εντόπισε ένα άρθρο της με τίτλο «Το δημοκρατικό έλλειμμα της δικαστικής εξουσίας» ημερομηνίας  5 Νοεμβρίου 2009, και το οποίο φιλοξενεί εκ νέου και το παραθέτει αυτούσιο για να καταδείξει ότι η διαχρονικότητα της διαφθοράς έχει σταματήσει τον πολιτικό και ιστορικό χρόνο στο νησί ως προς τη μελλοντική του προοπτική. Το οικονομικό τίμημα της παραμονής στο ευρώ, που εκτιμάται με πολύ συντηρητικούς υπολογισμούς γύρω στα 42-45 δις, δύο φορές και κάτι το κυπριακό ΑΕΠ, εκτίναξε τη διαφθορά μετά το 2013, καθότι η καθεστηκυία πολιτική τάξη και οι πλουτοκράτες, μόνο μέσω της ετσιθελικής επιβολής της ανισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων προς όφελός τους, δηλαδή μέσω της διαφθοράς, θα ήταν σε θέση να διαχειρεισθούν το κόστος αυτό και να το επιμερίσουν μονομερώς ουσιαστικά, είτε στους μη έχοντες και κατέχοντες, είτε σε μη χρήσιμους για αυτούς έχοντες, με τη θεσμική συνδρομή ενός ανεκδιήγητου κοινοβουλευτικού τσαρλατανισμού που την επένδυσαν με «θεσμική» νομιμότητα. Μόνο μέσω της διαφθοράς θα μπορούσαν να παραμείνουν στις θέσεις τους. Η κυπριακή πολιτεία  μετατρέπεται σε ένα απέραντο χωροταξικό πεδίο πολιτικών βοθρολυμάτων που διαχέει όλες τις θεσμικές εξουσίες.

«Το δημοκρατικό έλλειμμα της δικαστικής εξουσίας»

Ο συνταγματικός διαχωρισμός των εξουσιών δεν εξυπακούεται την ανεξέλεγκτη άσκηση της όποιας εξουσίας. Η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία τίθενται υπό τον έλεγχο της λαϊκής βούλησης και περιοδικά η συνέχιση της άσκησης της εξουσίας τους τίθεται υπό την αίρεση του εκλογικού σώματος. Δηλαδή, η λαϊκή κυριαρχία σε τελευταία ανάλυση είναι ο κριτής της πολιτικής συμπεριφοράς των θεσμικών αυτών οργάνων. Αντίθετα, η δικαστική εξουσία στηρίζεται πάνω σε ένα διοριστικό σύστημα. Ο πρόεδρος και τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά συνταγματικά κωλύεται ο Πρόεδρος να τα παύσει αν δεν ασκούν ορθά την εξουσία τους. Έτσι, η νομιμότητα της δικαστικής εξουσίας πηγάζει έμμεσα κι όχι άμεσα από τη δημοκρατική διαδικασία όπως συμβαίνει με τις δύο άλλες εξουσίες. Στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος και τα μέλη του Ομοσπονδιακού Ανωτάτου Δικαστηρίου, ναι μεν διορίζονται από τον Πρόεδρο της χώρας, αλλά πρέπει να περάσουν από τη θεσμική επικύρωση του Κογκρέσου, αφού προηγουμένως υποστούν μία εξαντλητική εξέταση, ούτως ώστε το Κογκρέσο ως ο θεσμικός εκφραστής της λαϊκής κυριαρχίας να είναι σε θέση να ψυχογραφήσει και να σχηματίσει ιδίαν γνώμη και άποψη ως προς την καταλληλότητα των ατόμων για διορισμό που θα κληθούν να αποφανθούν επί καίριων, νομικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων. Ακόμη, στις ΗΠΑ σε πρωτοβάθμια δικαστήρια οι δικαστές εκλέγονται από τις τοπικές κοινωνίες τις οποίες θα υπηρετήσουν. 

Ο πρόεδρος και τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι υπεράνω κριτικής.  Το κοινωνικό και πολιτικό απυρόβλητο ανήκει πλέον στο παρελθόν. Αυτό να το χωνέψουν. Στις αναπτυγμένες κοινωνίες υπάρχουν και πολλές αυθεντίες και ουδείς είναι αναντικατάστατος. Δεύτερο, ουδείς δύναται να διεκδικεί το αλάθητο του Πάπα. Τρίτο, θα πρέπει να αντιληφθούν ότι ο θεσμικός τους ρόλος είναι νομικό προϊόν ως αποτέλεσμα πολιτικών και ιστορικών διαδικασιών. 

Η πολιτική διαδικασία καθορίζεται από την κοινωνία, και η κοινωνία μέσα από τα αιρετά θεσμικά της όργανα μπορεί να αποφανθεί ότι το νομικό προϊόν, π.χ. το Ανώτατο Δικαστήριο με την παρούσα του μορφή και λειτουργία, χρήζει επαναξιολόγησης και πιθανώς επαναθεσμοθέτησης.  Έχω την άποψη ότι υπάρχει δυσαρμονία μεταξύ της δικαστικής εξουσίας και της κοινωνικής δυναμικής. Με τα υφιστάμενα δεδομένα, σε καίριας σημασίας ζητήματα το τελετουργικό, γραφειοκρατικό και διαδικαστικό της μέρος αυτοσκοπείται.  Δηλαδή, η διαδικασία και η τελετουργία της υπερέχει του σκοπού της, που είναι η απόδοση της δικαιοσύνης. Είναι κοινωνική ανάγκη η δικαστική εξουσία, η δομή της και η αποτελεσματικότητά της να τεθεί υπό κοινωνική, πολιτική και νομική αξιολόγηση, ούτως ώστε η σύγχρονη κοινωνική δυναμική να αντανακλάται στους μηχανισμούς της δικαιοσύνης. Δηλαδή, η παρούσα κατάσταση πραγμάτων, η οποία είναι αναχρονιστική, διευκολύνει το σύγχρονο οργανωμένο έγκλημα, καθώς επίσης και τη διαφθορά κρατικών οργάνων, π.χ. της Αστυνομίας, του Κτηματολογίου, της Τμήματος Φορολογίας, της Πολεοδομίας ,των μεταφορών, της εκποίησης δημόσιας περιουσίας προς όφελος των πλουτοκρατών, μηχανισμών δηλαδή συσσώρευσης πλούτου μέσα σε ένα ευρύτερο διεφθαρμένο σύστημα.

Καταλήγω με το εξής σημειολογικό που αποτυπώνει αλαζονικές προδιαθέσεις της ανωτάτης δικαστικής εξουσίας:  η αρχιτεκτονική και η αισθητική του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναδεικνύουν μια άκρως ξεκομμένη δικαστική εξουσία από το ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να δράσει. Στόχος της δικαστικής εξουσίας είναι η απονομή της δικαιοσύνης και όχι η αυτοεξυπηρέτησή της μέσα από τις αναχρονιστικές νομικιστικές και διαδικαστικές τελετουργικές πρακτικές.

Πολιτης 5/11/2009

Εν κατακλείδι,

Ο κυπριακός πολιτικός βόθρος, όχι μόνο έχει ξεχειλίσει, αλλά μετατρέπεται σε ορμητικό δύσοσμο και αβίωτο οχετό που διαπερνά τα πάντα και τα μετατρέπει σε μόνιμα πολιτικά «βορβόπηλα».

Το λυπηρό της όλης υπόθεσης με το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ότι περνά απαρατήρητη η σφυρηλάτηση της διαπλοκής της κυβερνητικής κλίκας με την ευρεία έννοια του όρου αν ρίξει ένας μια γρήγορη ματιά στους νέους διορισμούς ή επαναδιορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς. Για παράδειγμα (εδώ δεν εξετάζονται προσόντα και δυνατότητες, είναι άσχετα), η  συμβία του διευθυντή του Σίγμα  διορίστηκε πρόεδρος της ΑΗΚ. Δημιουργούνται εν δυνάμει προϋποθέσεις ακύρωσης ή επικοινωνιακής χειραγώγησης της θεσμικής υποχρέωσης των διαφανών διαδικασιώνμε δεδομένη την πρόθεση ξεπουλήματος της ΑΗΚ. Το ίδιο συμβαίνει και με την πρόεδρο της ΣΥΤΑ, πρώην  ανώτερο στέλεχος της διεφθαρμένης Λαικής Τράπεζας, αλλά θιασώτρια του ξεπουλήματος της ΣΥΤΑ. Το ίδιο και με τον νέο πρόεδρο της Αρχής Λιμένων Κύπρου που συνδέεται με στενή συγγένεια με την οικογένεια Λευκαρίτη. Σε αντιδιαστολή με όλα αυτά, η σύντομη παρένθεση της Αριστεράς 2008-13 με πρωτοβουλία του τότε ηγέτη της διόρισε μονομελή επιτροπή για τα γεγονότα στο Μαρί (που ήδη ο καθεστωτισμός κατάφερε να επισκίαση τις μαύρες μνήμες του προδοτικού πραξικοπήματος) τον αρχιερέα της διαπλοκής που ελέγχει και το Ανώτατο Δικαστήριο, και  που την ενταφίασε ως πολιτική προοπτική. Το μεγαλείο της αριστερής πολιτικής οξυδέρκειας.

Ανατρέχοντας κάποιος την ερμηνεία της αγγλικής λέξης «interlock» σε αξιόπιστα λεξικά, δίδεται ο εξής ορισμός: «Μηχανισμός συγχρονισμού ή συντονισμού λειτουργίας διαφόρων μερών».

Ο ορισμός αυτός αυτοματικά, εκ των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών περιστάσεων αυτής της πολιτείας, καθίσταται η κυρίαρχη συνισταμένη των πολιτικών δομών στην Κύπρο.  

Έτσι μέσα από άτυπα διευθυντήρια (στην Κοινωνιολογία ο όρος είναι «interlocking directorates») καθορίζονται παρασκηνιακά πολιτικές πρακτικές και οικονομικές προτεραιότητες (μείωση ή κατάργηση  φορολογιών για τους πλουτοκράτες, π.χ. φόρος ακινήτων, κατάργηση τελών και φόρων κατανάλωσης οχημάτων- όφελος γύρω στα 110 εκατ. ευρώ και ταυτόχρονη αποδυνάμωση των δημόσιων εσόδων 110 εκατ. που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις χαμηλές συντάξεις).

Πολιτικές συμπεριφορές τέτοιου είδους  ενισχύουν όμως και  τα διαπιστευτήρια για πολιτική αποδοχή και νομιμοποίηση περαιτέρω πολιτικών φιλοδοξιών για αυτούς που τις ασκούν, αφού θα αναμένουν κάποια στιγμή την επιβράβευσή τους από την καπιταλιστική κλίκα που σαν γάγγραινα κατατρώει ασταμάτητα το νησί.