Φόρμα αναζήτησης

Τα κομμάτια και το σύνολο… Του Παύλου Μ. Παύλου

Τραγικό το ατύχημα στη Ρωσία, με την έκρηξη φυσικού αερίου και την καταπλάκωση δεκάδων ανθρώπων από την κατάρρευση μέρους μιας παλιάς εργατικής πολυκατοικίας. Ένα αγγλόφωνο τηλεοπτικό κανάλι έκανε ρεπορτάζ με το ιστορικό θανάτων στη χώρα αυτή από καταρρεύσεις κατασκευών (κτήρια, γέφυρες κ.λπ.), κατά τα τελευταία χρόνια. Όταν είδα τις εικόνες του ρεπορτάζ, συνειδητοποίησα κάτι που δεν είχα προσέξει αρχικά: Όπως σε όλες τις περιπτώσεις, έτσι και στο τελευταίο ατύχημα, έβλεπες πολλά ορθογώνια κομμάτια προκατασκευασμένων τοίχων ή δαπέδων να έχουν προσγειωθεί στο έδαφος άθικτα. Τα τεράστια τσιμεντένια ορθογώνια αποδεικνύονταν κάθε φορά εξαιρετικά ανθεκτικά. Κατά έναν τραγικό τρόπο, οι κατασκευαστές αυτών των κομματιών τσιμέντου θα πρέπει να είναι περήφανοι για την ποιότητα της δουλειάς τους…

Κάθε κατασκευή, δεν αποτελείται μόνο από τα κομμάτια της. Κάθε όλον δεν είναι απλώς το σύνολο των μερών που το αποτελούν. Είναι πάντα κάτι παραπάνω. Η μορφή και η λειτουργικότητα του συνόλου είναι το κάτι παραπάνω. Το ίδιο και ο τρόπος σύνδεσης των κομματιών. Αυτό είναι κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά οι αρχιτέκτονες και οι πολιτικοί μηχανικοί – έστω κι αν πολλές φορές κι αυτοί πέφτουν έξω στον τρόπο σύνδεσης. Δυστυχώς, επειδή ακριβώς σπάνια έχουμε την ικανότητα να κοιτάζουμε το σύνολο, σπάνια αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό δεν αφορά μόνο τις κατασκευές, αλλά όλες τις δραστηριότητές μας.

Ο Γκαίτε από την ανάποδη

Ανακαλώ στη μνήμη τη φράση του Γερμανού φιλοσόφου και λογοτέχνη Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε – την οποία μάλιστα ξαναχρησιμοποίησα «ενθουσιωδώς» απ’ αυτήν εδώ τη στήλη – και κάνω δεύτερες σκέψεις. Μιλώντας μεταφορικά, είχε πει ότι «αν όλοι μας φροντίζουμε να έχουμε καθαρά τα σπίτια μας, τότε θα έχουμε μια καθαρή πόλη». Εννοώντας πως όταν όλοι κάνουν σωστά τη δουλειά τους, θα έχουμε ένα καλό συνολικό αποτέλεσμα. Σκέφτομαι όμως ότι το να κάνεις καλά το κομμάτι που σου αναλογεί, σε οτιδήποτε, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να έχεις καλό συνολικό αποτέλεσμα, αλλά όχι επαρκής. Όταν κάνεις τη δουλειά σου θα πρέπει να έχεις διαρκώς στο μυαλό το σύνολο στο οποίο αυτή ανήκει, και πώς αυτή μπορεί να δένεται λειτουργικά με τα άλλα κομμάτια του συνόλου. Αυτονόητο; Κι όμως, μπορεί να το θεωρούμε μιαν ευνόητη αρχή, να την υιοθετούμε θεωρητικά, αλλά στην πράξη όλα δείχνουν πώς δεν την εφαρμόζουμε.

Τις αποδείξεις τις βλέπουμε γύρω μας καθημερινά, όπου κι αν κοιτάξουμε. Συμπτωματικά, στο κύριο ρεπορτάζ του «Πολίτη» την περασμένη Κυριακή, περιλαμβάνονταν δηλώσεις στελεχών δύο οργανισμών που χειρίζονται, μεταξύ άλλων, και ένα κοινό θέμα. Και προέκυπτε σαφώς το συμπέρασμα: «Δουλεύουμε σκυλίσια και οι δύο φορείς για το θέμα αυτό, αλλά μεταξύ μας υπάρχει ένα τείχος». Περίπου μάλιστα αναγνώριζαν ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα είναι σχεδόν ανεξέλεγκτο σήμερα και για τον λόγο ότι είναι μόνον υποτυπώδης ο συντονισμός μεταξύ των δύο αυτών υπηρεσιών. Τα στελέχη τους κοιτάνε απλώς τη δική τους δουλειά. Έτσι, παρά το ότι και οι δύο οργανισμοί δουλεύουν ρολόι, το αποτέλεσμα είναι κάκιστο.

Κοινωνιολογική φαντασία

Θα έπρεπε, ίσως, να καθιερωθεί για τις ανθρωπιστικές επιστήμες ένα διεθνές βραβείο, επιπέδου Νόμπελ, που να επιβραβεύει παλιές επιστημονικές έρευνες για τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις τους, εφόσον αυτές αποδεικνύονται ορθές με το πέρασμα του χρόνου. Πριν από 60 περίπου χρόνια, ο καθηγητής κοινωνιολογίας C. Wright Mills δημοσίευσε ένα έργο με κοινωνιολογικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο. «Η κοινωνιολογική φαντασία». Με αυτό το έργο, όπως και με όλη του την επιστημονική δράση, προσπάθησε να πείσει τους πολίτες ότι ο δυτικός ανεπτυγμένος κόσμος μπαίνει σε μια φάση-παγίδα. Όπου ο επιμερισμός, η αποκλειστική αφοσίωση στον μικρόκοσμο (επιστημονικό, επαγγελματικό, προσωπικό), και η απουσία διαρκούς συναίσθησης του γενικού, οδηγούν σε ένα αυτοκαταστροφικό χάος. Σ’ αυτό το πλαίσιο, μίλησε για την καθιέρωση πια του «γραφειοκρατικού ήθους»: Οι κοινωνίες και οι επαγγελματικές (ή ακόμη και επιστημονικές) κοινότητες τείνουν προς ένα μοντέλο στο οποίο, μέσω του αφηρημένου εμπειρισμού, τα πάντα αποκτούν χαρακτήρα μεμονωμένων διεκπεραιώσεων. Στην πράξη, πέρα από τις διακηρύξεις, τα πάντα κινούνται μακριά από κάθε έννοια συνολικής εικόνας, σχεδιασμού, και οραματικών στόχων.

Η νέα αυτή θρησκεία, δηλαδή η μεταφυσική βεβαιότητά μας ότι η ουσία του σύμπαντος είναι ο μικρόκοσμος του καθενός μας, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την ανάπτυξη της δεξιότητας για σύλληψη του συνόλου. Με την ανάπτυξη της κοινωνιολογικής φαντασίας. Με άλλα λόγια, μόνο αν σκέφτομαι τι κάνει ο δίπλα μου, και ταυτόχρονα έχω διαρκώς στο μυαλό μου τον μεγάλο στόχο -σε οποιοδήποτε επίπεδο κι αν αναφερόμαστε- έχω πιθανότητες να κάνω πραγματικά καλά τη «δουλειά» μου. Διαφορετικά, γίνομαι συνένοχος στο χάος. Στο επίπεδο της επιστήμης, στο επίπεδο της διοίκησης, στον εργασιακό μου χώρο, στην παρέα, ή στο σπίτι μου. Απλώς φτιάχνω άψογα τεμάχια τσιμέντου, που καταρρέουν μεγαλοπρεπώς και άθικτα στο κενό.

Τι μπορούμε να κάνουμε

Είμαι βέβαιος ότι πολλοί από τους υπομονετικούς φίλους και αναγνώστες μου περιμένουν να δουν εδώ, στις τελευταίες παραγράφους, πού το πάω σήμερα. Δύο κατηγορίες, οι πιο αγωνιώδεις για την πορεία του Κυπριακού και οι πιο απελπισμένοι με την εμμονή μου σε αυτό, θα περιμένουν σίγουρα μια προβολή των πιο πάνω στο Κυπριακό. Ίσως και στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Λοιπόν, φαίνεται ότι δεν πέφτουν έξω. Οι εξελίξεις στο Κυπριακό μιλούν από μόνες τους. Και οι καθημερινές κύριες ενασχολήσεις και αγωνίες του Προέδρου μιλούν από μόνες τους επίσης.

Όμως, ο Πρόεδρος δεν μας φταίει σε τίποτε. Είναι απλώς ο καθρέφτης μας. Γιατί να έχει «κοινωνιολογική φαντασία», όταν κανένας δεν την απαιτεί; Γιατί να σκέφτεται τις γενικότερες συνέπειες των επιλογών του, όταν δεν το κάνει αυτό ο επικοινωνιολόγος του, ο σύμβουλός του, ο υπουργός του; Και το κυριότερο: Γιατί οι πολίτες να απαιτούν όσοι ασκούν διοίκηση (σε οποιοδήποτε επίπεδο, από την εκτελεστική εξουσία μέχρι τον απλό δημόσιο υπάλληλο) να κάνουν αυτό που δεν κάνουν οι ίδιοι; Με απλά λόγια, εμείς επιλέγουμε να μην βλέπουμε δίπλα μας, εμείς επιλέγουμε να διοικούμαστε από ανθρώπους ανήμπορους να δουν δίπλα τους. Φτιάχνουμε τεράστια ορθογώνια από τσιμέντο, κι επιλέγουμε να μας διοικούν οι σχεδιαστές τους.

Εκτός κι αν κάνω λάθος…

Καλάθι

  • Με τον αγαπητό Αντρέα Παράσχο γνωριζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια. Συναντιόμαστε στο τυχαίο, σπάνια. Το χαίρομαι όμως που συχνά τις Κυριακές γράφουμε για το ίδιο θέμα ή με το ίδιο πνεύμα, σε διαφορετικές εφημερίδες. Αυτήν τη φορά με πρόλαβε: Εκ των υστέρων, αισθάνομαι πως όσα λέω στο κυρίως κείμενο δεν είναι παρά η θεωρητική επαγωγή ενός φαινομενικά άσχετου άρθρου του. Αυτού της προπερασμένης Κυριακής για την κατάλυση και του τελευταίου τεκμηρίου Δημοκρατίας, της ανεξάρτητης δικαιοσύνης.
  • Ανεξάρτητα από το ποιος έχει επί της ουσίας δίκαιο και ποιος άδικο, η αντιπαράθεση του γενικού ελεγκτή με την επίτροπο Διοικήσεως μόνο ζημιά προκαλεί. Τέτοια ζητήματα, όπως το τελευταίο πεδίο δημόσιας σύγκρουσής τους, λύνονται με διάλογο, συνεννόηση και συντονισμό μεταξύ προσώπων και θεσμικών οργάνων. Το δημόσιο καβγαδίστικο στυλ, επιβεβαιώνει ότι η κάθε υπηρεσία είναι στον κόσμο της, νοιάζεται μόνο για το μαγαζάκι της. Και άντε μετά να ζητάς «κοινωνιολογική φαντασία» και συναίσθηση του συνόλου από τους πολίτες…
  • Μιάμιση ώρα αναμονής στο ψωφόκρυο, για την είσοδο σε ένα μουσείο τέχνης, κάπου στην Ευρώπη. Χιλιάδες απλοί άνθρωποι. Εντυπωσιακός ο αριθμός των νέων, από όλον τον κόσμο. Έτσι, δίπλα στη σκέψη «θα αντέξω άραγε;», δύο πιο βασανιστικές διαπιστώσεις: «Δεν βλέπω κανέναν από τους εκατοντάδες συμπατριώτες μου που ήρθαν σ’ αυτήν τη χώρα». Και «δεν θα φανταζόμουν κανένα από τα παιδιά μας να είναι εδώ αυτόβουλα και να περιμένει στωικά και σιωπηλά. Όπως κάνουν καθημερινά τα Κινεζάκια, τα Ιταλάκια, τα Μαλτεζάκια, τα Αλγερινάκια». Τι τα θες, δυστυχώς επτωχεύσαμεν…