Φόρμα αναζήτησης

Παιδικές κατασκηνώσεις, το φαστ φουντ του καλοκαιριού

Στις πιο κάτω γραμμές παραθέτουμε αυτούσια μια επιστολή που λάβαμε στην εφημερίδα και μας αφορά.

Αγαπητέ Καταϊδρωμένε Καθηγητή,

Επικοινωνώ μαζί σου, γιατί μέσα από τα άρθρα σου έχω νιώσει ότι μοιράζεσαι τις ίδιες ανησυχίες, έγνοιες και προβληματισμούς με πολλούς γονείς, ως προς το πού οδηγεί τα παιδιά μας το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Ένα από τα θέματα που πιστεύω ότι δεν άγγιξε ποτέ ο δημόσιος διάλογος είναι οι καλοκαιρινές κατασκηνώσεις και τα καλοκαιρινά σχολεία ή «Summer Schools», όπως μας αρέσει να τα λέμε στη χώρα μας, αφού η παντελής απουσία του κράτους στον τομέα της εκπαίδευσης για ένα υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα (3 μήνες για τα παιδιά του δημοτικού), έχει δημιουργήσει την ανάγκη διοργάνωσης τέτοιων δραστηριοτήτων. Πρόσφατα, το παιδί μου μαζί με ένα συμμαθητή του πήγαν σε μια κατασκήνωση που διοργανώνεται κάθε χρόνο από την Ομοσπονδία Συνδέσμων Γονέων Λευκωσίας.

Από την πρώτη μέρα, μέσω της τηλεφωνικής επικοινωνίας που δικαιούνται τα παιδιά να έχουν με τους γονείς τους, παραπονέθηκαν και οι δύο ότι δεν τους άρεσε γιατί στο δωμάτιο που έμεναν υπήρχε μια ομάδα παιδιών που παρενοχλούσαν τους υπόλοιπους. Εμείς προσπαθήσαμε να τους καθησυχάσουμε (είχαμε επικοινωνία και με την οικογένεια του συμμαθητή του) και τους συμβουλέψαμε να αποταθούν στους ομαδάρχες τους για να τους βοηθήσουν να εγκλιματιστούν και να γίνουν φίλοι με τα υπόλοιπα παιδιά.

Τη δεύτερη μέρα, ήταν και οι δύο απόλυτοι ότι ήθελαν να φύγουν, γιατί η κατάσταση χειροτέρευε αντί να βελτιώνεται. Αναγκαστήκαμε τότε να μιλήσουμε με τους υπευθύνους, αλλά, δυστυχώς, η αντιμετώπιση ως προς την κατάσταση ήταν τουλάχιστον απαράδεκτη, αφού προτίμησαν να μην δώσουν τη δέουσα σημασία. Τότε ξεκίνησαν οι γνωστές κυπριακές πρόχειρες λύσεις π.χ. « εν ούλλα οκ, μιλήσαμε με ούλλους τζ’αι εν καλύτερα τα πράματα». Όπως διαφάνηκε, τα παιδιά μας συνέχισαν να θέλουν να αποχωρήσουν.

Από τον δικό μου φακό, βλέπω μια αντιμετώπιση που αντικατοπτρίζει γενικά τη στάση μας ως κοινωνία για το πώς συμπεριφερόμαστε στα φαινόμενα παραβατικότητας, τραμπουκισμών και βίας, δηλαδή, να τα κουκουλώνουμε όλα να περάσουμε ως παρατζιεί, τζ’αι θωρούμε. Πιστεύω ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία είναι η επιλεκτική ανοχή ακόμα κι εκεί όπου υπάρχουν ξεκάθαρα όρια. Θεωρώ ότι η στάση του «κρύψε να περάσουμε», θυματοποιεί αθώους και επιβραβεύει πρόσκαιρα τους μπούληδες, αφού καθώς οι τελευταίοι μεγαλώνουν, αν δεν βρεθεί κάποιος να τους συμβουλέψει (οι γονείς προφανώς αδυνατούν καν να καταλάβουν το τι μεγαλώνουν) σίγουρα μεγαλώνει και το νταηλίκι τους. Τέτοια θα είναι και η μελλοντική τους συμπεριφορά και μάλλον θα την βλέπουμε στα γήπεδα και στους δρόμους, στην καλύτερη περίπτωση!

Παρακάτω θέτω κάποια ερωτήματα προς συζήτηση για τις κατασκηνώσεις και τα καλοκαιρινά σχολεία γενικά .

  1. Ποιοι δικαιούνται να διοργανώνουν κατασκηνώσεις και κάτω από ποιες συνθήκες;
  2. Ποιοι είναι οι εκπαιδευτές, πώς επιλέγονται και ποιο είναι το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο;
  3. Πώς καταρτίζεται και πού αποσκοπεί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα (εάν υπάρχει);
  4. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει παιδοψυχολόγος, ο οποίος να μπορεί να συμβουλεύει και να διαχειρίζεται περιστατικά βίας ή παραβατικότητας, όπως επίσης και να παρέχει την αναγκαία υποστήριξη στην προσαρμογή των παιδιών;
  5. Μέχρι πού φτάνει η ανοχή για τα περιστατικά βίας και ποιος ή ποιοι αποφασίζουν αν θα τιμωρηθεί κάποιο παιδί;
  6. Υπάρχουν πρώτοι βοηθοί για να μπορούν να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες σε περίπτωση που χρειαστεί;
  7. Κάτω από ποια κριτήρια επιλέγονται οι χώροι και ποιοι φορείς ελέγχουν τις εγκαταστάσεις αυτές ;

Καταληκτικά, να αναφέρω ότι ένα παιδάκι (όχι το δικό μου) έφυγε από την κατασκήνωση, αφού προτίμησε την ασφάλεια της οικογένειάς του παρά την κατασκήνωση στην οποία συμμετείχε. Αυτό και μόνο, εμένα ως γονέα, με θλίβει και με προβληματίζει, αφού αντί να τιμωρηθούν τα παιδιά που το παρενόχλησαν και να ειδοποιηθούν οι γονείς τους να έρθουν να τα παραλάβουν, τιμωρήθηκε το θύμα, ένα παιδάκι που το μόνο που ήθελε ήτανε να περάσει όμορφα κάποιες μέρες με συνομήλικούς του.