Φόρμα αναζήτησης

Οικονομική διπλωματία και επενδυτικές συμφωνίες (Του Κρίτωνα Διονυσίου)

Πολύ ενδιαφέρουσα ήταν η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε τη βδομάδα που πέρασε με πρωτοβουλία του Υπουργείου Εξωτερικών στη Λεμεσό με θέμα την Οικονομική Διπλωματία. Στη συγκεκριμένη εκδήλωση, συζητήθηκαν οι τρόποι με τους οποίους το ΥΠΕΞ θα μπορούσε να προωθήσει τις οικονομικές προτεραιότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συζητήθηκαν μεταξύ άλλων διάφοροι τρόποι με τους οποίους το δίκτυο διπλωματικών αποστολών του ΥΠΕΞ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα για την προώθηση της ΚΔ ως ελκυστικού επενδυτικού προορισμού. Συζητήθηκε επίσης η ανάγκη καθορισμού συνεκτικής εικόνας (“branding”) για σκοπούς προβολής της ΚΔ στο εξωτερικό.

 

Σε αυτό το πλαίσιο προβληματισμού, θεωρώ ότι πέρα από την αναζήτηση νέων μεθόδων προώθησης των οικονομικών συμφερόντων της ΚΔ θα πρέπει να εξεταστούν και οι υφιστάμενες επενδυτικές συμφωνίες που έχει συνάψει η ΚΔ με άλλα κράτη.

 

Σε γενικές γραμμές, μια διμερής επενδυτική συμφωνία συνάπτεται μεταξύ δύο κρατών με την πεποίθηση ότι η νομική προστασία που παρέχεται σε φυσικά και νομικά πρόσωπα του πρώτου κράτους από το δεύτερο θα ενισχύσει τη μεταξύ τους ροή επενδύσεων. Πάνω σε αυτή τη λογική, έχουν τεθεί σε ισχύ χιλιάδες επενδυτικές συμφωνίες ανά το παγκόσμιο.

 

Από την εμπειρία ωστόσο της περασμένης δεκαετίας εύλογα έχει προκύψει ένας αναγκαίος αναστοχασμός, στο επίκεντρο του οποίου τίθεται το ερώτημα αν οι συμφωνίες αυτές ενισχύουν τη ροή των ξένων επενδύσεων. Το άλλο ερώτημα που αναφύεται είναι κατά πόσο τα όποια οφέλη προκύπτουν στα κράτη από τις επενδυτικές συμφωνίες είναι περισσότερα από τις οποιεσδήποτε αρνητικές συνέπειες.

Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι σειρά κρατών έχει προχωρήσει στον τερματισμό επενδυτικών συμφωνιών προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι συγκεκριμένες συμφωνίες έχουν αμελητέες θετικές επιπτώσεις αφού δεν προσελκύουν ξένες επενδύσεις. Παράλληλα, αποκρυσταλλώνεται η θέση ότι οι επενδυτικές συμφωνίες παράγουν εκτεταμένες νομικές υποχρεώσεις οι οποίες εμποδίζουν τα κράτη να ασκούν δημόσια πολιτική. Για παράδειγμα, συχνά ξένοι επενδυτές αξιώνουν αποζημιώσεις, οι οποίες κυμαίνονται από αρκετά εκατομμύρια έως και δισεκατομμύρια ευρώ, σε διαιτητικά δικαστήρια στη βάση του ότι μια νομοθετική πράξη ενός κράτους είχε αρνητικό αντίκτυπο στις επενδύσεις τους. Ενδεικτικά, η Γερμανία έχει δεχθεί σειρά αγωγών από ξένους επενδυτές ως αποτέλεσμα διαφόρων νομοθετικών μέτρων που έχει πάρει για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας ασφάλειας.

 

H περίπτωση της Κύπρου

 Η συζήτηση είναι επίκαιρη σε σχέση και με τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία του ΥΠΕΞ έχοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, σήμερα βρίσκονται σε ισχύ 25 επενδυτικές συμφωνίες της ΚΔ με άλλα κράτη. Επίσης, τα τελευταία χρόνια η ΚΔ έχει δεχθεί σειρά αγωγών από ξένους επενδυτές στη βάση των συγκεκριμένων συμφωνιών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι αγωγές που έχει δεχθεί η ΚΔ από την FBME Bank και τον όμιλο Marfin.

 

Στην προσπάθεια αξιολόγησης των επενδυτικών συμφωνιών της ΚΔ, το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο επενδυτές από κράτη με τα οποία η ΚΔ έχει συνάψει επενδυτική συμφωνία λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη της σχετικής συμφωνίας πριν να προχωρήσουν σε μια επενδυτική πράξη. Με άλλα λόγια, θα επέκτεινε ο όμιλος Marfin τις επενδυτικές του δραστηριότητες στην Κύπρο εάν δεν υπήρχε η επενδυτική συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας;

 

Ένα άλλο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η προστασία που παρέχεται από το ενωσιακό και κυπριακό νομικό πλαίσιο είναι αρκετή για τη διατήρηση ενός φιλικού περιβάλλοντος για ξένους επενδυτές. Την ίδια στιγμή, θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα κατά πόσο Κύπριοι που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό θα προχωρούσαν με τις επενδύσεις τους χωρίς την ύπαρξη επενδυτικής συμφωνίας. Εάν τα παραπάνω ερωτήματα απαντηθούν καταφατικά, η Κύπρος μέσω των επενδυτικών συμφωνιών παρέχει ισχυρές νομικές διασφαλίσεις χωρίς κανένα ουσιαστικό όφελος.

 

Χωρίς να θέλω να προκαταλάβω έναν πιο εμπεριστατωμένο και ενδελεχή διάλογο, σειρά μελετών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το υπάρχον καθεστώς επενδυτικών συμφωνιών συχνά λειτουργεί με ανισοβαρή τρόπο για τα κράτη. Σε αρκετές περιπτώσεις έχει κριθεί και ως αχρείαστο για την προσέλκυση και την προστασία των ξένων επενδύσεων (Bonnitcha et al., 2017). Επιπρόσθετα, όπως σημειώνεται και από ακαδημαϊκούς, διάφορα κράτη βρέθηκαν προ εκπλήξεως όταν κλήθηκαν για πρώτη φορά να αποζημιώσουν ξένους επενδυτές στη βάση επενδυτικών συμφωνιών. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη αφού μέχρι πρόσφατα τα ίδια κράτη θεωρούσαν τις επενδυτικές συμφωνίες περισσότερο ως διπλωματικά εργαλεία καλής θέλησης παρά νομικά δεσμευτικές συνθήκες (Poulsen, 2015).

 

Ανάλογες διαπιστώσεις ενδεχομένως να ισχύουν και για την περίπτωση της ΚΔ. Για παράδειγμα, η επενδυτική συμφωνία ΚΔ-Ρωσικής Ομοσπονδίας αν και έχει υπογραφεί δεν έχει τεθεί σε ισχύ. Έχοντας υπόψη το μέγεθος των ρωσικών επενδύσεων εντός της ΚΔ, δύσκολα θα μπορούσε να τεκμηριωθεί η άποψη ότι η προστασία αλλά και η προσέλκυση των ρωσικών επενδύσεων εντός της ΚΔ εξαρτάται από την ύπαρξη επενδυτικής συμφωνίας. Παράλληλα, αποτελεί συνήθη πρακτική ορισμένων πολυεθνικών εταιρειών η σύναψη ξεχωριστών συμβολαίων με τα κράτη υποδοχής μεγάλων επενδύσεων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους (π.χ. εταιρείες φυσικού αερίου).

 

Η ίδια παρατήρηση ενδεχομένως να ισχύει και για τις επενδυτικές συμφωνίες που έχει συνάψει η ΚΔ με κράτη μέλη της ΕΕ αφού είναι αμφίβολο αν η προσέλκυση ευρωπαϊκών επενδύσεων εξαρτάται από την ύπαρξη διμερών επενδυτικών συμφωνιών και όχι από την ισχυρή προστασία που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο. Την ίδια στιγμή ανάλογες επενδυτικές συμφωνίες με κράτη με τα οποία οι οικονομικές σχέσεις με την ΚΔ είναι ελάχιστες έως ανύπαρκτες βρίσκονται σε ισχύ (π.χ. Αλβανία και Μαυροβούνιο). Οι πιο πάνω παρατηρήσεις δημιουργούν εύλογους προβληματισμούς για το κατά πόσον οι επενδυτικές συμφωνίες που δεσμεύουν την ΚΔ αποτελούν ένα αποτελεσματικό σύστημα προσέλκυσης και προστασίας ξένων επενδύσεων ή μήπως πρόκειται για παρωχημένες συνθήκες.

 

Επιπλέον, όπως έχει σημειωθεί και πιο πάνω, ο αμελητέος θετικός αντίκτυπος των επενδυτικών συμφωνιών δεν σημαίνει ταυτόχρονα ότι δεν έχουν και αρνητικές συνέπειες. Όπως διαπιστώνεται μέσα από μια σειρά μελετών, παρόλο που αρκετοί επενδυτές πληροφορούνται για την ύπαρξη επενδυτικών συμφωνιών εκ των υστέρων και όταν πλέον έχουν εγκατασταθεί στο κράτος υποδοχής, κανένας δεν τους εμποδίζει να διεκδικήσουν αποζημιώσεις στη βάση των συγκεκριμένων συμφωνιών (Beveridge, 2005 & Bonnitcha et al., 2017). Όπως προκύπτει, οι συγκεκριμένες συμφωνίες δύναται να προκαλέσουν αχρείαστες και δαπανηρές νομικές διαδικασίες για την ΚΔ χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο αποζημίωσης επενδυτών.

 

Σε κάθε περίπτωση, τα πιο πάνω καλούν για μια συνολική αξιολόγηση τόσο των οφελών αλλά και της χρησιμότητας των επενδυτικών συμφωνιών που έχει συνάψει η ΚΔ. Η ΚΔ μπορεί να υπερηφανεύεται ότι μέχρι σήμερα δεν έχει χάσει ζωτικής σημασίας διεθνή διαιτησία στη βάση επενδυτικών συμφωνιών που τη δεσμεύουν. Η αυριανή μέρα ωστόσο μπορεί να μην είναι τόσο ευνοϊκή. Σε αυτή την περίπτωση το μέγεθος του ποσού που ίσως υποχρεωθεί να καταβάλει πιθανόν να ισούται ή και να ξεπερνά το ύψος των αποζημίωσεων προς τους δημοσίους υπαλλήλους για τις παράνομες, κατά την πρωτόδικη κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, αποκοπές των μισθών και συντάξεών τους. Αξίζει να παίρνουμε αυτό το ρίσκο;

 

*O Κρίτωνας Διονυσίου είναι διδακτορικός ερευνητής στο Διεθνές Επενδυτικό Δίκαιο – Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ