Φόρμα αναζήτησης

Οι σπουδαίοι πατριώτες χαρίζουν τη χώρα μας

Η Άννα Ανδρέου είναι συνάδελφος αλλά και προσωπική μου φίλη. Αυτό το κείμενο δεν γράφεται με αφορμή ούτε το πρώτο ούτε και το δεύτερο. Ούτε και χρειάζεται να γραφτεί κάτι, ως υπεράσπιση της επαγγελματικής της αρτιότητας και του χαρακτήρα της.

Άλλος είναι ο λόγος.

Ανορθόδοξα, μάλλον και πάλι, θα σας πω ότι ο λόγος… δεν είναι ούτε η ενασχόληση με άτομα τόσο ηλίθια -και δυστυχώς είναι αμέτρητοι οι χαμηλής αντίληψης άνθρωποι- οι οποίοι δεν μπορούν να αντιληφθούν τι σημαίνει να είναι μια Ελληνοκύπρια δημοσιογράφος ανταποκρίτρια στην Τουρκία, και μάλιστα, να εκπροσωπεί εκεί την κρατική ραδιοτηλεόραση και το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων.

Η ζωή μας είναι πολύ σύντομη για να την ξοδεύουμε με το είδος των ηλιθίων.

Είναι κρίμα να προσπαθούμε να απαντήσουμε σε επιχειρήματα του τύπου «γιατί δεν λέει τι γίνεται στη Συρία και λέει τι γίνεται στην Τουρκία», όταν η Άννα είναι στην Τουρκία και όχι στη Συρία και μεταφέρει το τι βλέπει εκεί, το κλίμα που επικρατεί ή επιβάλλεται, είτε μας αρέσει εμάς είτε όχι. Όχι, επί του προκειμένου.

Είναι θέμα νοημοσύνης. Και έτσι είναι μάταια η όποια ενασχόληση.

Ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο, χρησιμοποιώντας ως αφορμή την ανήθικη επίθεση, την οποία δέχεται για άλλη μια φορά η Άννα, από δημοσιογράφους δυστυχώς, αλλά και χρήστες του διαδικτύου, είναι ένας και μοναδικός.

Και δεν έχει να κάνει τόσο με την Άννα όσο με το ότι αυτό που της συμβαίνει είναι αυτό που βιώνει ο οποιοσδήποτε τολμήσει να πει κάτι, το οποίο δεν αρέσει σε μια μερίδα τραμπούκων και φανατικών, οι οποίοι επηρεάζουν τις ανάλογες μάζες.

Ο λόγος είναι πως είναι καιρός να αρχίσουμε να απαντάμε -όλοι μας- σ’ αυτήν την τρομοκρατία και σε όσους την καλλιεργούν προσπαθώντας να φιμώσουν την όποια διαφορετική άποψη από τη δική τους ή, εάν μιλάμε για αυτό της Άννας, ούτε καν μια διαφορετική άποψη αλλά απωθημένα και αντιπάθειες. Απλώς.

Είναι καιρός να αρχίσουμε να ρωτάμε δημόσια όλους αυτούς, συναδέλφους και μη, οι οποίοι και οι οποίες έχουν εκδώσει για τις αφεντιές τους πιστοποιητικά πατριωτισμού και τα ανεμίζουν, δαχτυλοδείχνοντας τους… προδότες και τις προδότριες ή έστω τους λιγότερο πατριώτες και τις λιγότερο πατριώτισσες -τάχα- γύρω τους, μερικά απλά πράγματα.

Όπως λ.χ. πώς μπορεί κανείς να κρίνει, λέω τώρα, έναν Τάκη Χατζηδημητρίου στον οποίο οφείλεται η διάσωση δεκάδων μνημείων μας στην άλλη πλευρά, την ώρα που οι ίδιοι οι -γκράντε πατριώτες- επικριτές, υποστηρίζουν ανθρώπους οι οποίοι συζητούν ανοιχτά πια τη διχοτόμηση ως λύση ή άλλους οι οποίοι περιπαίζουν τους Βαρωσιώτες λ.χ. ότι η πόλη τους είναι μικρότερη της Αλυκής της Λάρνακας και παραμένουν στα πολιτικά πράγματα, χωρίς ίχνος ντροπής.

Είναι καιρός να μας εξηγήσουν αυτήν τους την ανοχή έναντι ανθρώπων οι οποίοι -συνειδητά ή από βλακεία- εξυπηρετούν το ευλογημένο από την εισβολή παρακράτος, είτε αυτό φοράει κοστούμια είτε αυτό φοράει ράσα και το οποίο παρακράτος προωθεί στην πλάτη του μέλλοντος όλων μας τη διαίρεση και τη διχοτόμηση προκειμένου να διατηρήσει όλα όσα κέρδισε, από τη στρέβλωση που προέκυψε το 1974.

Πώς γίνεται άνθρωποι, οι οποίοι συνειδητά στηρίζουν επιλογές που μας οδηγούν στη διχοτόμηση, άνθρωποι οι οποίοι έχουν άποψη για όλα αλλά βουβαίνονται όταν ακούν λ.χ. τον αρχιτράγο της Εκκλησίας ΛΤΔ να μιλά σε παιδιά για δύο κράτη ή να λέει «δεν πρέπει να φοβόμαστε τη διχοτόμηση» (sic), πώς γίνεται αυτοί να έχουν και το θράσος να κρίνουν και άλλους; Και δεν θα πάω καν στον ρόλο των οικογενειών μερικών από αυτούς στην ΕΟΚΑ Β’ και το πραξικόπημα. Είναι για να τρελαίνεται ο άνθρωπος!

Πώς γίνεται μονίμως -και χωρίς μεγάλη αντίδραση, δυστυχώς, λόγω του κλίματος που κληρονομήσαμε από το 1960 και το οποίο καλλιεργείται ως η μοναδική… πατριωτική ανάγνωση, ασχέτως εάν τα αποτελέσματα άλλα δείχνουν- πώς γίνεται λοιπόν, αυτοί ειδικά οι άνθρωποι να αφήνονται να λοιδορούν με τέτοια ευκολία και να συνεχίζουν να τρομοκρατούν και να βαφτίζουν προδότες όσους δεν γουστάρουν;

Γίνεται διότι το επιτρέπουμε εμείς. Και θα πρέπει να ντρεπόμαστε για αυτό. Όχι εκείνοι. Εκείνοι τέτοιοι είναι και τέτοιοι ήταν. Και είδαμε πού μας οδήγησαν. Εμείς που δεν αντιδρούμε και τους επιτρέπουμε να θεωρούν ότι η χώρα τους ανήκει.

Και ότι εμείς, έχουμε λιγότερα δικαιώματα από όλους αυτούς οι οποίοι θεωρούν ότι η χώρα τους ανήκει. Σ’ όλους αυτούς τους ελεεινούς και τις ελεεινές που δεν έχουν άλλη δουλειά και άλλη ικανότητα από το να σπιλώνουν υπολήψεις και να βλέπουν πράκτορες σε εκείνους που δεν θέλουν να χαρίσουν τη μισή τους χώρα (!) έχουμε υποχρέωση να απαντάμε και να απαντάμε ανάλογα.

Αρκετά πλέον.

Kι αν σας αρέσει. Αν δεν σας αρέσει, πρόβλημα δικό σας και των αφεντάδων σας. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αξίζετε ο ένας τον άλλον. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο.

Αλλά η χώρα δική σας δεν είναι και ούτε ποτέ θα γίνει. Ούτε εσάς ούτε των τράγων σας.

Και τα ελλείμματά σας στα σπίτια σας. Αυτά για αρχή…