POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

Οι παράλληλες ζωές των προσφυγόπουλων



Ο κύριος Χαράλαμπος Χρυσοστόμου, στις παιδικές του αναμνήσεις από τον προσφυγικό συνοικισμό στον Άγιο Αθανάσιο, έγραψε ένα πολύ συγκινητικό και δυνατό κείμενο που δημοσιεύθηκε σε ένα βιβλίο συλλογής κειμένων που ονομάζεται «Συνοικισμός Αγίου Αθανασίου – Η ‘Πρωτεύουσα’ των προσφύγων».

Έγραψε: «Μέρα Αγνοουμένων – παιδικές μνήμες συνοικισμού. Στις χωράφες του συνοικισμού το απόγευμα, όταν άρχιζε το παιγνίδι στις γειτονιές ο κάθε ένας προσδιοριζόταν με το όνομα της μάνας του. Οι μανάδες στον συνοικισμό ήταν πιο πολλές από τους πατεράδες. Ο Γιάννης της Ρίτας, ο Φύτος της Μαγδαληνής, ο Αντρέας της Μαρούλλας, ο Πάμπος της Σούλλας. Κάθε επέτειο της εισβολής γέμιζαν τα λεωφορεία στην πλατεία δίπλα στους καφενέδες κάθε Ιούλη για το συλλαλητήριο καταδίκης. Έτσι πρωτομάθαμε τη Λευκωσία οι μικρότεροι, από τα συλλαλητήρια. Κάθε κάθισμα στο λεωφορείο και μια οικογένεια. Κάθε οικογένεια και μια φωτογραφία. Και εκεί στο πλήθος του συλλαλητηρίου όταν έδειχνε τα πλάνα το μαυρόασπρο ΡΙΚ, οι γυναίκες με τις φωτογραφίες κάτω από το βήμα των ομιλητών δεν ήταν για μας μόνο ‘οι συγγενείς των αγνοούμενων’, όπως έλεγε ο εκφωνητής. Ήταν η κοτζιάκαρη η Πετρού από την Άσσια που μας πρόσεχε κάποιες φορές όταν η μάνα είχε δουλειά, ήταν η γειτόνισσα Μαρία παραπέρα με σύζυγο και γιο αγνοούμενο, γριά Πεπεκκού που καθόταν στον σκάμνο δίπλα μας στην εκκλησιά, ήταν η μάνα της συμμαθήτριας και η γιαγιά του φίλου. Και λίγο αργότερα στις πορείες των γυναικών, στα οδοφράγματα στις αντικατοχικές, στις διαμαρτυρίες, στις εκδηλώσεις καταδίκης. Τα προσφυγόπουλα μαθαίναν γράμματα πλάι-πλάι με τα παιδιά του χωριού στο ασφυκτικά γιομάτο μικρό σχολικό κτήριο του Αγίου Αθανασίου. Το σχολείο, το οποίο πλέον λειτουργούσε σε δύο βάρδιες (πρωινοί – δειλινοί) για να χωρέσει ξαφνικά τον μαθητόκοσμο που ξεχειλίζει. Στις σχολικές τάξεις παρελαύνει όλη η γεωγραφία της κατεχόμενης Κύπρου: Βαρώσι, Κερύνεια, Μόρφου, Καρπασία, Λύση, Κοντέα, Βατυλή, Γιαλούσα, Ταύρου, Άγιος Σέργιος, Λιμνιά, Ζώδια, Κατωκοπιά. Δεν ήταν απλές κουκκίδες στον χάρτη της Κύπρου. Είναι τα χωριά των συμμαθητών. Του Σταύρου, της Ελένης, του Γιώργου, της Σκεύης, του Μιχαλάκη και της Ειρήνης. Στο μαθητολόγιο, όταν ρωτούσε ο δάσκαλος «Όνομα Πατέρα», οι απαντήσεις βγαίνανε με κόμπο. Σχεδόν τα μισά παιδιά δεν φώναζαν πλέον ή δεν πρόλαβαν οι μικρότεροι να μάθουν τη λέξη «παπά». Και στην ερώτηση –για να συμπληρωθούν τα στοιχεία στο μαθητολόγιο– «Επάγγελμα Πατέρα» η κυρία Ελένη η δασκάλα δείλιαζε να ρωτήσει. Τι να γράψει επάγγελμα δίπλα στο όνομα του Αντρέα, του Χριστόδουλου, του Σάββα, του Αδάμου; «Αγνοούμενος»; Υπάρχει επάγγελμα «αγνοούμενος»; Μετά από χρόνια τα παιδιά έγιναν άντρες. Τα κοριτσάκια έγιναν γυναίκες – μάνες. Οι παππούδες με τις βράκες και οι γιαγιάδες με τις μαύρες μαντίλες έφυγαν σιγά-σιγά. Πήγαν οι ψυχές τους να ανταμώσουν τα χαμένα τους παιδιά και πέταξαν μια για πάντα για τους τόπους τους. Η πλατεία κοντά στην εκκλησιά που παίζαμε ποδόσφαιρο μικροί έγινε πάρκο. ‘Πάρκο Πεσόντων και Αγνοούμενων’ και στη μέση του στήθηκε μνημείο. Τα ονόματα όλων εκείνων που αγνοούνται ακόμα ή έγινε πρόσφατα η ταυτοποίηση των λειψάνων τους χαραγμένα σε ένα καράβι μισό, όπως το εμπνεύστηκε ο γλύπτης. Τα χαραγμένα αυτά ονόματα στην επιγραφή ξαναζωντάνεψαν στα πρόσωπα των μικρών παιδιών που φέρουν το όνομα του παππού. Ο μικρός Χριστάκης, ο μικρός Αντρέας, ο Σαββάκης, ο Αδάμος, ο Γιώργος, ο Βασίλης, ο Συνέσης, ο Νικόλας, με παππούδες από την Αχερίτου, την Αγκαστίνα, το Κάρμι, τη Λύση, τη Βασίλεια, το Καράκουμι, το Ριζοκάρπασο, την Κώμη Κεπήρ, τον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας.»

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Συνοικισμός Αγίου Αθανασίου – Η ‘Πρωτεύουσα’ των προσφύγων»)

Το Δημοτικό Σχολείο Arabahmet

Πριν από μερικά χρόνια, ο Dervish Guryel, ένας φίλος φωτογράφος, μοιράστηκε μερικές φωτογραφίες από το Δημοτικό Σχολείο Arabahmet το 1965 όταν διάβαζα εκεί ένα ποίημα. Αυτό ήταν το σχολείο μου και όπως ο Χαράλαμπος Χρυσοστόμου φοιτούσα σε ένα σχολείο με φτωχά προσφυγόπουλα. Ο Unsal Ozbilenler, ένας από τους πρώην ερευνητές στην Κυπριακή Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων, όταν είδε τις φωτογραφίες έγραψε επίσης ένα σχόλιο όπου έλεγε ότι και αυτός είχε φοιτήσει σε αυτό το δημοτικό σχολείο: «Αυτό ήταν το δημοτικό σχολείο στο οποίο φοίτησα και εγώ και το 98% όλων των μαθητών ήταν πρόσφυγες από το Διόριος, από μέρη όπως ο Άγιος Βασίλειος, από την Ομορφίτα (Καϊμακλί). Οι τάξεις ήταν στην πραγματικότητα τα γραφεία διοίκησης του Γκαράζ Παυλίδη και ο χώρος στάθμευσης του γκαράζ ήταν ο χώρος όπου κάναμε διάλειμμα. Το 1969 ο κλειστός χώρος του Γκαράζ Παυλίδη δόθηκε στο σχολείο και το γκαράζ έγινε χώρος για το διάλειμμά μας. Ο δάσκαλος Fikri Karayel που έχει πεθάνει ήταν ο διευθυντής μας. Όμως πεθυμώ τη ζεστασιά και την ειλικρίνεια εκείνης της εποχής.»

Το Δημοτικό Σχολείο Arabahmet ιδρύθηκε μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963 όταν πολλοί Τουρκοκύπριοι είχαν φύγει από τα σπίτια και τα χωριά τους, κάποιοι από αυτούς ποτέ δεν κατάφεραν να επιστρέψουν. Αυτό ήταν ένα σχολείο για τα προσφυγόπουλα της σύγκρουσης του 1963. Το ίδιο το κτήριο ήταν δίπλα από το Γκαράζ Παυλίδη στη Λευκωσία, δίπλα από την οδό Βικτωρίας που ήταν η συνοικία των Αρμενίων που αναγκάστηκαν να φύγουν μέσα σε μια νύκτα για το νότιο μέρος της πρωτεύουσάς μας. Το τέρμα της οδού Βικτωρίας είχε γίνει αδιέξοδο και κανένας δεν μπορούσε να περάσει από εκεί πια. Φοίτησα σε αυτό το δημοτικό σχολείο για πρόσφυγες και πολύ φτωχά παιδιά. Μερικά από αυτά τα προσφυγόπουλα, θυμούμαι είχαν εγκατασταθεί στην αυλή της βιβλιοθήκης.

Η βιβλιοθήκη που ονομαζόταν «Τουρκοκυπριακή Εθνική Βιβλιοθήκη» είχε τη δική της ιστορία. Ανήκε στην οικογένεια του Beligh Pasha. Κάποτε ήταν αρχοντικό, στο κέντρο της παλιάς Λευκωσίας, όπου βρισκόταν το «Σαράι» (παλάτι) των κυβερνώντων δυνάμεων. Πρώτα οι Λουζινιανοί κυβερνούσαν από εκείνο το «Σαράι», μετά οι Ενετοί και οι Οθωμανοί. Αργότερα, εκείνο το «Σαράι» κατεδαφίστηκε από τους νέους κυβερνώντες της Κύπρου, τους Βρετανούς, έτσι ώστε να κτίσουν τα κρατικά δικαστήρια.

Στην αυλή πίσω από το κτήριο –ένα τεράστιο μέρος– ήταν τα διαμερίσματα των υπηρετών. Εκεί εγκαταστάθηκαν κάποιες οικογένειες προσφύγων από την Πάφο. Αργότερα τους έκτισαν προσφυγικά σπίτια και ονόμασαν το χωριό «Gochmenkeuy» («το χωριό των προσφύγων») ακριβώς έξω από τη Λευκωσία. Μέχρι να πάνε εκεί όμως, έπαιζα με τα προσφυγόπουλα και πήγαινα μαζί τους στο σχολείο. Περνούσα όλες τις μέρες μου στη βιβλιοθήκη – ο πατέρας μου είχε πεθάνει όταν ήμουν μόλις επτά χρονών και δεν υπήρχε κανένας στο σπίτι για να με προσέχει, η μητέρα μου ήταν βιβλιοθηκάριος, έτσι φυσικά μετά το σχολείο ήμουν στη βιβλιοθήκη.

 

Τα παπούτσια

Έτσι ακριβώς όπως περιγράφει ο κύριος Χαράλαμπος, επειδή δεν μπορούσαν να χωρέσουν όλα τα παιδιά στις τάξεις, τα περισσότερα σχολεία είχαν δύο βάρδιες: Πρωινή βάρδια και απογευματινή βάρδια. Ένας από τους γείτονές μας κοντά στο σπίτι μας είχε πέντε παιδιά και μόνο ένα ζευγάρι παπούτσια για τα κορίτσια που πήγαιναν σχολείο. Όταν το κορίτσι που πήγαινε στην πρωινή βάρδια αργούσε να επιστρέψει στο σπίτι, το κορίτσι που θα πήγαινε στην απογευματινή βάρδια άρχιζε να κλαίει αφού δεν είχε παπούτσια για να φορέσει στο σχολείο. Όταν άκουσε τα κλάματα, η μητέρα μου τη φώναξε και έμαθε τι συνέβαινε και την έφερε στο σπίτι μας και της έδωσε ένα ζευγάρι από τα δικά της παπούτσια. Η μητέρα μου ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα και τα πόδια της ήταν πολύ μικρά, έτσι τα παπούτσια της ταίριαζαν στο κορίτσι, που σκούπισε τα δάκρυά του και έτρεξε στο σχολείο φορώντας τα παπούτσια της μητέρας μου.

Ήταν οι μέρες που υπήρχε έλλειψη σε όλα, άνθρωποι είχαν χάσει σπίτια, άνθρωποι είχαν χάσει αγαπημένους, το εισόδημά τους αφού όταν γίνεις πρόσφυγας χάνεις τα ζώα σου, τα χωράφια σου, το σπίτι σου. Τα έπιπλά σου. Τον τρόπο που κερδίζεις τα προς το ζην. Έχω δει εκείνο το απελπισμένο βλέμμα όταν είχα επισκεφτεί το Μπακού, στο Αζερμπαϊτζάν, το 1999 ή το 2000, όταν ένας φτωχός πρόσφυγας καθόταν στον δρόμο με δύο τσαμπιά σταφύλι μπροστά του, ικετεύοντας. Και στην Κύπρο, δεν επιτρέπεται στους ανθρώπους να επιστρέψουν ή οι άνθρωποι φοβούνται να επιστρέψουν για λόγους ασφαλείας και ζουν μια άθλια ζωή σε συνθήκες φτώχειας.

Στο σχολείο, ο Fikri Karayel προσπαθούσε να φροντίσει όλα τα παιδιά. Ήταν ένας θαυμάσιος δάσκαλος. Είχε επιλέξει μια ομάδα έξυπνων μαθητών και τα απογεύματα τους έκανε ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι του για να τους ετοιμάσει για τις εξετάσεις του English College. Ήμουν και εγώ ανάμεσα σε εκείνους τους μαθητές και πηγαίναμε στο σπίτι του κάποια απογεύματα, χωρίς να πληρώνουμε τίποτε. Οι μαθητές που δίδασκε δωρεάν τα απογεύματα, έτσι κι αλλιώς δεν είχαν λεφτά για να πληρώσουν, όλοι προερχόμασταν από πολύ φτωχές οικογένειες. Και όλοι περάσαμε τις εξετάσεις του English College με άριστα. Το Δημοτικό Σχολείο Arabahmet είναι ακόμα εκεί, ακόμα φοιτούν πολύ φτωχά παιδιά από την περιοχή. Ακόμα δεν έχει κήπο και είναι σε ακόμα χειρότερη κατάσταση τώρα παρά όταν ήμουν μαθήτρια εκεί, μπορούσαμε τότε να χρησιμοποιήσουμε τον ασφαλτόδρομο για τα μαθήματα Γυμναστικής μας, τώρα ο δρόμος είναι πολυσύχναστος και τα παιδιά δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν εκείνον τον χώρο και είναι κλεισμένα σε μια μικρή περιοχή και είναι αναγκασμένα να κάνουν το διάλειμμά τους μόνο εκεί. Το Γκαράζ Παυλίδη έχει μετατραπεί σε αθλητικό χώρο αλλά δεν γνωρίζω αν το σχολείο μπορεί να τον χρησιμοποιήσει ή όχι. Η φτώχεια δεν έχει αλλάξει καθόλου, ούτε και η δυστυχία των προσφυγόπουλων. Ή των παιδιών των «αγνοουμένων». Κάποια από αυτά ακόμα περιμένουν, μετά από τόσες δεκαετίες για νέα από τους πατεράδες τους. Και μια χούφτα πλούσιες οικογένειες εξακολουθεί να κυβερνά αυτή τη γη.

 

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ.: 99 966518

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.