Φόρμα αναζήτησης

Οι κατασχέτες και οι άγγελοι

Ηταν ένα τέτοιο καλοκαίρι και πάλι. Τα παράθυρά μας ήταν ανοικτά διάπλατα. Ο Ζιγιά καθόταν στο τραπέζι στην είσοδο. Όταν ζαλιζόταν από τη ζέστη, σηκωνόταν από τη θέση του και έκανε γύρους. Η πόρτα μας ήταν πάντοτε ανοικτή. Όμως, μόλις άρχισαν να προχωρούν πολύ οι απειλές, αρχίσαμε να τις κλείνουμε. Όταν ο Ζιγιά άνοιξε την πόρτα εκείνη την ημέρα λέγοντας ότι «κάνει πολλή ζέστη», ένας φίλος μας την έκλεισε και πάλι. «Ούτως ή άλλως δεν φυσάει, άσε την κλειστή», είπε. Όταν ο Ζιγιά είπε και πάλι «όμως κάνει πολλή ζέστη», αυτή τη φορά απάντησα εγώ: «Αντί να τρέξει το αίμα μας, άσε να τρέξει ο ιδρώτας μας»!

Στη μεγάλη μας αίθουσα είχαμε μόνο ένα κλιματιστικό, σε άλλο δωμάτιο δεν υπήρχε. Δεν είχαμε κάμερες ασφαλείας και άλλα παρόμοια. Τοποθετήσαμε την κάμερα μόνο αφότου μας πυροβόλησαν. Από εκείνη την κάμερα είδαμε ότι άφησαν ένα κομμένο κεφάλι σκύλου στην πόρτα μας.
Ήταν και εκείνο το καλοκαίρι πολύ ζεστό. Ξαφνικά μπήκε μέσα στην εφημερίδα ένας ψηλόσωμος Αφρικανός. Ήρθε στο γραφείο μου κρατώντας την εφημερίδα Αφρίκα στο χέρι.

Χαιρέτισε. Ύστερα έβαλε μπροστά μου την εφημερίδα. «Μπορείτε να την υπογράψετε παρακαλώ;», είπε. Ήθελε να υπογράψω σε μια γωνιά της πρώτης σελίδας. «Τι θα το κάνεις αυτό», τον ρώτησα. «Αγαπώ πολύ αυτή την εφημερίδα, θα τη φυλάξω ως ενθύμιο με την υπογραφή σας», είπε. «Όμως δεν καταλαβαίνεις τουρκικά», είπα. «Δεν πειράζει, ξέρω τι γράφετε, αυτό μου αρκεί», είπε. Δεν κάθισε καν. Υπέγραψα. Πήρε την εφημερίδα και έφυγε χαρούμενος.
Μια μέρα ήρθε ένας αλλοδαπός κρατώντας στο χέρι έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αμερικάνος. Ήταν συγγραφέας και δημοσιογράφος, λέει. Ζούσε εδώ για μακρό χρονικό διάστημα. Και τώρα αποφάσισε να επιστρέψει πίσω στη χώρα του. «Παρακολουθώ την εφημερίδα σας από την ημέρα που εκδόθηκε και μου αρέσει πολύ», είπε. Ήθελε, λέει, να γνωριστεί μαζί μου προτού αναχωρήσει από το νησί. «Θέλω να σας χαρίσω τον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή», είπε. Να παραγγείλω καφέ, τον ρώτησα. Ευχαρίστησε, δεν ήθελε. Άλλωστε δεν κάθισε και πολύ. Μας άφησε τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και έφυγε.
Ήταν Μάιος. Πρώτη φορά ήρθαν στην πόρτα μας οι κατασχέτες. Ο Ντενκτάς θα εισέπραττε την αποζημίωση που είχε κερδίσει στο δικαστήριο. Άδικα συζητήσαμε. Οι κατασχέτες δεν άκουγαν κουβέντα. Άρχισαν να αποσυνδέουν έναν-έναν τους ηλεκτρονικούς μας υπολογιστές και να τους παίρνουν. Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Εκείνη την ημέρα βγάλαμε την εφημερίδα με χίλια ζόρια με υπολογιστές που βρήκαμε από κάπου. Την επόμενη μέρα ήρθε ένας άνδρας.

Κάποιος τον οποίο δεν γνωρίζαμε καθόλου και μάθαμε αργότερα το όνομά του. Γνωριστήκαμε. «Θέλω να σας βοηθήσω», είπε. Θέλησε να αγοράσει υπολογιστές και άλλα παρόμοια, αλλά δεν καταλάβαινε από αυτή την υπόθεση, λέει. «Να σας δώσω τα χρήματα και αγοράστε τους εσείς», είπε. Βρεθήκαμε σε αμηχανία. «Δεν πειράζει, θα τα βολέψουμε», είπαμε, αλλά δεν μας άκουσε. Έγραψε μιαν επιταγή και την άφησε πάνω στο τραπέζι μου. Ντράπηκα, δεν την κοίταξα καν. Ούτε αυτός κάθισε πολύ. Τον συνόδευσα μέχρι την πόρτα. Όταν επέστρεψα στο γραφείο μου, είδα την επιταγή που έγραψε. Χίλιες στερλίνες!
Είχε τελειώσει άλλο ένα καλοκαίρι και ήρθε πάλι ο χειμώνας. Θυμάσαι αγαπητέ Τουργκούτ; Ήταν η τρίτη και τελευταία φορά που ήρθαν οι κατασχέτες. Αυτή τη φορά πήραν ό,τι είχαμε, όχι μόνο τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές μας. Τα πήραν όλα μέχρι και τις καρέκλες που καθόμασταν, τις παλιές πολυθρόνες και τα τραπέζια. Για κάποιο λόγο δεν άγγιξαν μόνο το μικρό τραπεζάκι του Ζιγιά που βρισκόταν στην είσοδο. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της κατάσχεσης, ο Ζιγιά καθόταν συνεχώς εκεί και παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα έχοντας ακουμπισμένο τον αγκώνα στο τραπέζι και κρατώντας με το χέρι το πρόσωπό του. Ήταν πολύ ήσυχος. Δεν μιλούσε καθόλου. Ύστερα καθίσαμε μαζί σου και προβληματιστήκαμε για το τι θα κάναμε. Πώς θα εκδίδαμε την εφημερίδα. Τι όνομα θα της δίναμε. Πρώτα μου είχες πει «Εφημερίδα Σπανάκι». Ύστερα Αφρίκα. Συμπεριλαμβανομένης και της μικρής μαϊμούς. Και εκείνη από εμένα. Πού να ξέραμε τι θα της συνέβαινε.

Οι κατασχέτες πήραν τα πάντα και έφυγαν, όμως για κάποιο λόγο μου άφησαν μια τεράστια χάντρα για το μάτι που ήταν κρεμασμένη στην ντουλάπα. Πέρασαν είκοσι χρόνια. Ακόμα βρίσκεται εκεί. Μου την είχε φέρει η κυρία Λατιφέ εντός των τειχών. «Γιε μου, θα πάθεις πολλά, κράτα την», μου είχε πει. Δεν πιστεύω τέτοια πράγματα, όμως την πήρα και την κρέμασα εκεί. Η θεία Λατιφέ πέθανε. Εμείς ακόμα συνεχίζουμε να εκδίδουμε την εφημερίδα.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.