Φόρμα αναζήτησης

Οι δράστες είναι γνωστοί, όχι άγνωστοι

Πέρασαν 57 χρόνια από εκείνο το βράδυ του Απριλίου. Αλλά δεν μπορούν να το ξεχάσουν καθόλου όσοι έζησαν εκείνες τις μέρες. Δύο δολοφονίες μέσα σε ένα βράδυ. Πυροβολήθηκαν και δολοφονήθηκαν οι Αϊχάν Χικμέτ και Αχμέτ Γκιουρκάν. Έχουμε στα χέρια μας την κιτρινισμένη αγγελία θανάτου με τίτλο «θλιβερός θάνατος». Αναφέρεται το εξής κάτω από τις φωτογραφίες τους:

«Έπεσαν θύμα ενός φρικτού εγκλήματος το βράδυ της 23ης Απριλίου 1962, ο γενικός γραμματέας του Τουρκικού Λαϊκού Κόμματος Κύπρου και ιδιοκτήτης της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» δικηγόρος Αϊχάν Μ. Χικμέτ, που εργαζόταν απτόητος για την ίδρυση μιας δημοκρατικής τάξης εντός της τουρκικής κοινότητας και εγκαθίδρυση της ελευθερίας του λόγου και της σκέψης και ο εκ των ιδρυτών του ίδιου κόμματος και αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» Αχμέτ Μουζαφέρ Γκιουρκάν. Η κηδεία αυτών των δύο αξιόλογων ανδρών, των οποίων ο θάνατος αποτελεί θλιβερή απώλεια για την τουρκική κοινότητα, θα τελεστεί σήμερα Τετάρτη μετά τη μεσημβρινή προσευχή από το ιερό τέμενος Σελιμιγιέ και θα οδηγηθούν στην αιώνιά τους κατοικία». Λευκωσία, 25 Απριλίου 1962.

Σε αντίθεση με την κηδεία του Φαζίλ Οντέρ που δολοφονήθηκε το 1958, στη δική τους κηδεία υπήρχε πολύς κόσμος. Η οργάνωση είχε απαγορεύσει τη συμμετοχή στην κηδεία του Φαζίλ. Είχε απειλήσει τους πάντες. Γι’ αυτό, εκτός από έναν ιμάμη και έναν συγγενή τους κανείς άλλος δεν τόλμησε να συμμετάσχει στην κηδεία του. Αλλά δεν μπόρεσαν να το κάνουν αυτό για τις κηδείες των Αϊχάν Χικμέτ και Αχμέτ Γκιουρκάν. Δεν ήταν δυνατό να το κάνουν. Διότι απέναντί τους είχαν τον Εμίν Ντιρβάνα. Τον τότε πρέσβη της Τουρκίας. Είχε πάρει πολύ κατάκαρδα αυτή τη διπλή δολοφονία και θύμωσε πολύ. Άκουσα από τον μεγάλο μου αδελφό, που εργαζόταν σε εκείνη την πρεσβεία, πως τρωγόταν μέσα του στους διαδρόμους της πρεσβείας το πρωινό της δολοφονίας, πως άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και πως μουρμουρούσε. Πηγαινοερχόταν πάνω κάτω στον διάδρομο και μονολογούσε λέγοντας «ο Ντενκτάς έβαλε να το κάνουν». Και το πιο μεγάλο στεφάνι στις κηδείες εκείνος το είχε στείλει εκ μέρους της πρεσβείας.

Η τουρκοκυπριακή ηγεσία ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι η Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης (ΤΜΤ) ήταν αυτή που διέπραξε τις εν λόγω δολοφονίες. Είπαν ότι οι Ελληνοκύπριοι σκότωσαν τους δικηγόρους τους οποίους συκοφαντούσαν ως «κατασκόπους των Ελληνοκυπρίων». Δήθεν το έκαναν οι Ελληνοκύπριοι για να επωφεληθούν και από τον θάνατό τους! Αλλά ο Ραούφ Ντενκτάς δεν έκρυψε πόσο ευτυχισμένος ήταν γι’ αυτές τις δολοφονίες. Σε άρθρο που έγραψε στην τότε εφημερίδα «Νατζάκ» έναν μήνα μετά τις δολοφονίες, δεν δίστασε να εκφράσει ανοικτά τα αισθήματα εκδίκησης που ένιωθε πατώντας πάνω στις σορούς των νεκρών. «Μήπως δεν στριφογυρίσατε μέσα στο φέρετρό σας καθώς περνούσε η κηδεία σας μπροστά από το άγαλμα του Ατατούρκ;» έγραψε. Άλλωστε όταν περνούσαν από την οδό των δικηγόρων στο Σαράι οι κηδείες, ο Ραούφ Ντενκτάς δεν βγήκε καν στο μπαλκόνι του γραφείου του που βρισκόταν εκεί για να τις δει. Τότε ήμουν σε τάξη του δευτέρου ορόφου του γυμνασίου του Ινστιτούτου Ατατούκ στο Σαράι. Κάναμε μάθημα. Έστω και αν ήθελα να σηκωθώ λίγο και να δω από το παράθυρο τις κηδείες που περνούσαν απ’ έξω, ο καθηγητής μας δεν μου το επέτρεψε. «Κάθισε στη θέση σου», μου είπε.

Στο τυπογραφείο της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» μύρισα για πρώτη φορά το μελάνι. Άμα λέω τυπογραφείο, δεν εννοώ ένα μοντέρνο μεγάλο τυπογραφείο. Ένα μικρό μαγαζί ήταν. Και μια τυπογραφική μηχανή στριμωγμένη εκεί. Και κάσες με γράμματα. Μόνο αυτά. Όλα τα άρθρα και οι ειδήσεις ταξινομούνταν με το χέρι. Τι κοπιαστική δουλειά. Η εφημερίδα ήταν εβδομαδιαία. Και ο κύριος Φικρί με το φωτεινό πρόσωπο έκανε όλες αυτές τις δουλειές στο τυπογραφείο. Όταν έφευγα από το σχολείο πήγαινα εκεί για να μάθω τυπογραφία. Προσπαθούσα να μάθω τη θέση των γραμμάτων στις κάσες, έπαιρνα το συνθετήριο στο χέρι και ταξινομούσα κάποια πράγματα. Πρώτη φορά εκεί είδα και τον Αϊχάν Χικμέτ.
Το πρωί της 24ης Απριλίου ξυπνήσαμε με μια τρομερή είδηση στο σπίτι μας στην περιοχή Τσαγλαγιάν κοντά στο Καϊμακλί. Ο Τούρκος εκφωνητής του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου έλεγε το εξής: «Χθες βράδυ δολοφονήθηκαν δύο Τούρκοι δικηγόροι στη Λευκωσία από άγνωστους μασκοφόρους». Ο μεγάλος μου αδελφός που ξυριζόταν άφησε το ξυραφάκι. «Σκότωσαν τον Αϊχάν και τον Γκιουρκάν», είπε. Ύστερα πήγε ο καθένας στη δουλειά του. Εγώ στο σχολείο. Ο αδελφός μου στην πρεσβεία.

Αυτή η εφημερίδα που κρατάτε σήμερα στα χέρια σας μπορεί να θεωρηθεί έργο αυτών των δολοφονιών. Εκείνη την ημέρα σαν να ήθελα πιο πολύ από ποτέ να έχω μιαν εφημερίδα. Αυτή μου η επιθυμία μεγάλωσε ειδικά όταν στις 24 Απριλίου είδα τις φωτογραφίες της δολοφονίας στη «Μάχη», που ήταν η εφημερίδα του Νίκου Σαμψών. Η πρώτη σελίδα της «Μάχης» ήταν καλυμμένη εξ ολοκλήρου με τις ματωμένες φωτογραφίες των Αϊχάν Χικμέτ και Αχμέτ Γκιουρκάν. Ο ένας άνδρας με πυτζάμες στο κρεβάτι του δέχτηκε βροχή από σφαίρες έχοντας δίπλα του τη σύζυγό του. Και ο άλλος στο αυτοκίνητό του με γερμένο μπροστά το κεφάλι. Αυτά άφησαν πολύ βαθιά ίχνη μέσα μου. Ήξερα από τότε κιόλας ότι δολοφονήθηκαν από την οργάνωση. Όπως ποτέ δεν πίστεψα στη διχοτόμηση, ποτέ δεν πίστεψα και ότι ήταν προδότες.

Είχε πρόσφατα ανοίξει το νεκροταφείο του Δικώμου. Τους έθαψαν δίπλα στην πόρτα της εισόδου. Αργότερα ήρθαν χιλιάδες άλλοι φιλοξενούμενοι σε αυτό το νεκροταφείο. Όλοι τώρα είναι στον ίδιο χώρο. Και εκείνοι που πυροβόλησαν. Και εκείνοι που πυροβολήθηκαν. Όχι όλοι. Ακόμα υπάρχουν κάποιοι που περιμένουν τη σειρά τους.