Φόρμα αναζήτησης

Οι απαγωγείς της Κυπριακής πολιτείας

Η Εκκλησία είχε καταστεί η ουσιαστική διάδοχος κατάσταση του αποικιοκρατικού κράτους. Μια ιδιότυπη σύζευξη de-facto και de-jure διευθετήσεων με την έγγεια αριστοκρατία και γενικά την άρχουσα αστική τάξη στην Ελληνική κοινότητα αποτελούσαν το νέο ηγεμονικό «bloc» στην νέα κυπριακή πολιτεία. Το (Ελληνο)κυπριακό κεφάλαιο προτιμούσε μια αμιγή (Ελληνο)κυπριακή κρατική δομή, καθ’ ότι η εναλακτική λύση του Δικοινοτικού συνεταιρισμού όπως αυτός εξασφαλιζόταν με τις συμφωνίες το 1959-1960, δυνατόν να δημιουργούσε αγκυλώσεις και περιορισμούς στο μοντέλο συσσώρευσης και ιδιοποίησης του κοινωνικό-οικονομικού πλεονάσματος.

Σ’ ένα δικοινοτικό συνεταιριστικό καθεστώς η κατανομή του παραγόμενου πλούτου θα επιτυγχαίνετο και θα υλοποιείτο έχοντας σαν σημείο αναφοράς τις εθνο-κοινοτικές παραμέτρους. Μια τέτοια εξέλιξη εθεωρείτο από το (Ε)κυπριακό κεφάλαιο παρεμβολή τους μηχανισμούς λήψεως πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων. Περαιτέρω η στάση του (Ε)κυπριακού κεφαλαίου δημιουργούσε πολιτικές ενστάσεις και ανησυχίες στην Τ/Κ κοινότητα, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε σημαντικά την οικονομική της προοπτική και ανάπτυξη.

Τώρα, προσχηματικά με μαξιμαλιστικές προσεγγίσεις, ως τη μόνη δυνατότητα επανόδου στη νομιμότητα αυτοί που εναντιώνονται στη λύση του Κυπριακού προβλήματος, έχοντας ως φορείς της πολιτικής τους άτομα που οικοδόμησαν την επαγγελματική τους καριέρα επί του προβλήματος, κινδυνολογούν, χωρίς να προσμετρούν το αποτέλεσμα της διαλεκτικής σχέσης των πολιτικών-νομικών συνθηκών. Σημείο της συλλογικής άρθρωσης των οικονομικών τους συμφερόντων οι υπεραξίες που έχουν δημιουργηθεί (ιδιαίτερα) στα νότια παράλια. Υπεραξίες όμως που ήταν το απότοκο της απώλειας περιουσιών συμπατριωτών τους λόγω της τουρκικής κατοχής.

Αυτό που ονομάζω δηλαδή, Παράκτιο Κεφάλαιο, η κοινωνική τάξη άρθρωσης οικονομικών συμφερόντων που διαχέει όλους τους κομματικούς μηχανισμούς και των οποίων οι μηχανισμοί συσσώρευσης εδράζονται στην τουριστική δραστηριότητα (και την ανάπτυξη της γης εν γένει), στις νότιες ακτές. Επομένως το παράκτιο κεφάλαιο έχει κάθε λόγο να μην θέλει λύση και είναι γνωστές οι διασυνδέσεις του με τους κρατικούς και πολιτικούς μηχανισμούς.

Μοντέλα διαχείρισης των Δικοινοτικών σχέσεων στην Κύπρο

Το 1960 οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου αποτύπωναν ένα συνταγματικό συνεταιρισμό μεταξύ της Ελληνικής και της Τουρκικής Κοινότητας.

Από κοινωνιολογική άποψη ο συνεταιρισμός αυτός παραπέμπει στην αποδοχή ενός πολιτικού πλουραλισμού , που ενώ ελάμβανε υπ’ όψη αριθμητικά κριτήρια από την άλλη θεσμοθετούσε την διακοινοτική συγκρότηση του Κυπριακού Κράτους. Έτσι ενώ ως το 1959 η Τουρκική παρουσία ερμηνευόταν πολιτικά ως μειοψηφία, με τις συνθήκες του 60 απολάβει πλέον κοινοτικού καθεστώτος. Είναι δηλαδή πλέον θεσμικά συνιδιοκτήτης και συνεταίρος στην Κυπριακή Δημοκρατία μαζί με την Ελληνική Κοινότητα.

Με τον συνταγματικό συνεταιρισμό του 1960 εξασφαλίζεται αυθύπαρκτα το δικαίωμα της Τ/Κ κοινότητας ως θεσμικού συνδιαχειριστή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Συνεταιρισμός αυτός καθόριζε εκ των πραγμάτων τις πολιτικές παραμέτρους για την ανάδειξη ενός κοινωνικού-κοινοτικού πλουραλισμού ως μοντέλου διαχείρισης των δικοινοτικών σχέσεων. Εξ ου και η θεσμική κατοχύρωση των Κοινοτικών Συνελεύσεων στο σύνταγμα του ’60.

Η προοπτική αυτή ακυρώθηκε πολιτικά το 1963 μέσα από την πολιτική σύγκρουση συμφερόντων με την ευροία έννοια του όρου και διαδραματίστηκε πάνω σε καθαρά εθνοτικές παραμέτρους.

Πλέον το μοντέλο του κοινωνικού πλουραλισμού, που η Βρετανική παρουσία (τουλάχιστον) δεν αντιστρατεύθηκε, αντικαθίσταται με μια de-facto επανασύσταση του διαχειριστικού πλαισίου πλειοψηφία-μειοψηφία, κυριαρχία-υποταγή.

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι τα γεγονότα του 1974, όπου πλέον η Τ/Κ κοινότητα με την de-facto κατοχή οικονομικού χώρου αποπειράται να διαπραγματευθεί ένα μοντέλο διαχείρισης των διακοινοτικών σχέσεων που θα της επέτρεπε να διαχειρίζεται αυτόνομα, χωρίς να είναι υπό την αίρεση της Ε/Κ κοινότητας, τις εσωτερικές της υποθέσεις.

Η ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων τα τελευταία 30 χρόνια περιθωριοποιεί το μοντέλο διαχείρισης κυριαρχία-υποταγή, πλειοψηφία-μειοψηφία, αν και οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις το αναδεικνύουν σιωπηρά μέσα από την λογική της ενσωμάτωσης.

Έτσι με τα υφιστάμενα πολιτικά δεδομένα το μοντέλο διαχείρισης των διακοινοτικών σχέσεων ακροβατεί μεταξύ της αποκατάστασης ενός συνταγματικού συνεταιρισμού όπου θα εξασφαλίζεται εκ των πραγμάτων ένας νέος κοινωνικός πλουραλισμός μεταξύ των δύο κοινοτήτων, ή η εμπέδωση και η de-jure αποδοχή του εθνοτικού διαχωρισμού ως η τελική διευθέτηση της διακοινοτικής σύγκρουσης.

Η αδημονία της Επιστροφής: Κοινωνικό αίτημα ή πολιτικό ιδεολόγημα;

Όταν τον Απρίλιο του 2003 ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντεκτας άνοιγε τα οδοφράγματα μεταξύ Βορρά και Νότου, η πλειοψηφία της Πολιτικής Ηγεσίας αξιολογούσε πολιτικά την κίνηση αυτή ως απόρροια της πίεσης που ασκούσαν οι Προοδευτικές δυνάμεις της Τ/Κ Κοινότητας για λύση και επανένωση του νησιού.
Απορίας άξιον, όμως, οι δυναμικές διαδηλώσεις των Τ/Κ δεν είχαν την ανάλογη πολιτική ανταπόκριση και αντιστοιχία στην Ελληνική Κοινότητα, καιτοι μέρος της πολιτικής ηγεσίας και δη της Αριστεράς έγινε αποδέκτης τέτοιου αιτήματος.

Η πολιτική θεώρηση των πραγμάτων ότι η πίεση των Τουρκοκυπρίων ήταν αυτή που ανάγκασε τον Ραούφ Ντεκτάς να επιτρέψει έστω και υπό όρους την σχετικά ελεύθερη μετακίνηση από και προς τα δύο μέρη του νησιού, δεν δίνει μια συνολική και αξιόπιστη απάντηση, λαμβάνοντας υπόψη από τη μια μεριά το (ετερόκλητο, αλλά οργανικό) ΟΧΙ της Ελληνικής Κοινότητας, και από την άλλη την προ του Δημοψηφίσματος χρονική περίοδο όπου άτομα ξενυκτούσαν μέσα στα αυτοκίνητα τους που σχημάτιζαν ουρές χιλιομέτρων στα διάφορα σημεία εισόδου και εξόδου μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Ο Ραούφ Ντεκτάς γνωρίζοντας όσο κανείς άλλος την ψυχοσύνθεση της Ε/Κ κοινωνίας ρίσκαρε πολιτικά, πιστεύοντας ότι διατηρώντας τα «σύνορα» κλειστά θα ενδυνάμωνε τις τάσεις για λύση, ενώ αντίθετα, ανοίγοντάς τα, εκτιμούσε ότι η παρούσα κατάσταση θα παγιωνόταν με de-facto συναίνεση της ελληνικής πλευράς.

Αξιολογώντας ορθά την έντονη επιθυμία και αδημονία της επιστροφής από τη μια, αλλά ταυτόχρονα έχοντας κατά νου τη νέα κοινωνικό-οικονομική κατάσταση πραγμάτων στην Ε/Κ Κοινότητα από την άλλη, (με ένα νέο και ώριμο πια σύστημα κοινωνικής διαστρωμάτωσης) προχώρησε και ικανοποίησε την πρόσκαιρη αδημονία της Επιστροφής όπως εν τέλει αποδείκτηκε.

Η προ του 1974 Κύπρος ήταν μια μεταβατική ραγδαία αναπτυσσόμενη σχετικά χώρα με μεταναστευτικό κύμα προς το εξωτερικό, ως αποτέλεσμα μη επαρκούς οικονομικής υποδομής, με περιορισμένη παροχή οικονομικών ευκαιριών, με εξαίρεση τον τουριστικό τομέα. Κι όπως σε κάθε διαστρωματωμένη κοινωνία, η όποια βελτίωση της κοινωνικό-οικονομικής θέσης και η προοπτική ενός εκάστου είναι άμεσα συνυφασμένη με το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο ανάπτυξης.

Η Κυπριακή κοινωνία ήταν τότε κατά βάση παραδοσιακή. Η παραδοσιακή και εκτεταμένη οικογένεια και ο πολυμερισμός μικρών τεμαχίων γης για τα μη προνομιούχα στρώματα ήταν η κοινωνική νόρμα. Η έντονη επιθυμία της επιστροφής δημιούργησε όλες εκείνες τις ουρές για επιστροφή στη πατρώα γη. Η αδημονία αυτή όμως, επανέφερε στο κοινωνικό προσκήνιο από το χρονοντούλαπο της μνήμης τις ταπεινές καταβολές των περισσοτέρων.

Σε μια μικροαστικού χαρακτήρα κοινωνία όπως η Κυπριακή, όπου οι κοινωνικοί συμβολισμοί είναι σημεία κοινωνικής αναφοράς και σύγκρισης είχαν δημιουργήσει μια έντονη ψυχοκοινωνική δυσφορία για τα στρώματα αυτά. Συγκρίνοντας την προηγούμενη κοινωνικό-οικονομική τους κατάσταση με τη σημερινή, προτίμησαν σιωπηλώς αλλά εν πλήρη συνειδήσει, την ουσιαστική αποποίηση όχι μόνο των πενιχρών κατεχομένων περιουσιών τους αλλά και της απόκρυψης της ταπεινής τους κοινωνικής καταγωγής, προς διασφάλιση και προστασία της μικροαστικής τους ανασφάλειας. Για να μην αναφέρω και αρκετές περιπτώσεις όπου πρόσφυγες με μικρή περιουσία στο Βορρά και μη πρόσφυγες εκμεταλλεύονται Τ/Κ περιουσίες στο Νότο πολύ μεγαλύτερης αξίας. Δεν είναι τυχαίο που ο θεσμός του Κηδεμόνα των τουρκοκυπριακών περιουσιών θεσπίστηκε σε νόμο το 1991, δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια μετά τα γεγονότα του 1974 και αφού οι πιο προνομιούχες περιοχές είχαν διανεμηθεί με αδιαφανείς διαδικασίες. Ακόμη και σήμερα δεν έχει δημοσιοποιηθεί ποιοι κατέχουν αυτές τις περιουσίες. Όμως είναι κοινό μυστικό ότι ένα μεγάλο ποσοστό κατέχεται από επιχειρηματίες κι ένα άλλο ποσοστό έχει απαλλοτριωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Το κριτήριο του αγνού πατριωτισμού δυστυχώς δεν πρυτάνευσε. Τι πρυτάνευσε για τα στρώματα αυτά ήταν μια ωφελιμιστική προσέγγιση οφέλους και κόστους συγκρίνοντας το 1974 με το 2004. Μια τέτοια προσέγγιση ακολουθήθηκε και από τους μη πρόσφυγες ιδιαίτερα των κατοίκων στις παράκτιες περιοχές του Νότου όπου είδαν τις περιουσίες τους ξαφνικά να αποκτούν μεγάλη υπεραξία ως αποτέλεσμα της απώλειας των περιουσιών στο Βορρά.

Ούτε η Κερύνεια τους ενδιαφέρει ούτε η Αμμόχωστος ούτε η Μόρφου ούτε η Καρπασία.

Εάν δε αναλογισθεί κανείς ότι (ιδιαίτερα αναφορικά με τις νοτιοδυτικές περιοχές του νησιού-Λεμεσό και Πάφο) το κάποτε θεωρούμενο ως λαϊκό και εθνικό προσκύνημα, το Μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, στην Καρπασία έχει παύσει να θεωρείται πλέον σαν τέτοιο, ο Ραούφ Ντενκτάς έχει πανηγυρικά δικαιωθεί πολιτικά.

Το ρίσκο της γεωστρατηγικής αστάθειας και η ανάγκη της απόλυτης νομιμοποίησης της παρούσας κατάστασης πραγμάτων στην Κύπρο.

Ο κύριος στρατηγικός στόχος του ηγεμονικού bloc(κυβερνώσα ηγεσία, εκκλησία, παράκτιο και έγγειο κεφάλαιο, κρατικοί μηχανισμοί), χωρίς να διακινδυνεύει την αποσταθεροποίηση του άμεσου γεωστρατηγικού του πλαισίου, εστιάζεται στην εκμετάλλευση της συγκεκριμένης πολιτικής συγκυρίας (ένταξη στην Ε.Ε, καθορισμός ημερομηνίας διαπραγματεύσεων Τουρκίας με Ε.Ε.), για την υλοποίηση της πολιτικής του ατζέντας, που δεν είναι άλλη από την πολιτική και θεσμική νομιμοποίηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων. Να μην διαταραχθεί, δηλαδή ο ταξικός διανεμητικός κοινωνικό-οικονομικός σχηματισμός στο νότο.

Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο εντάσσεται η ανάδειξη της διαδικασίας για αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία (ομαλοποίηση την ονομάζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας) ως η κυρίαρχη πολιτική στρατηγικής διαχείρισης της σταδιακής εμπέδωσης της ψυχολογίας είτε της διχοτόμησης η και των δύο κρατών.

Μετά το 1974, ένα νέο σύστημα κοινωνικής διαστρωμάτωσης έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Και ενώ αναμφίβολα το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από κοινωνική, οικονομική και ιδεολογική κατοχύρωση και αποδοχή, πάσχει από την απόλυτη πολιτική και θεσμική του νομιμοποίηση. Κάτι τέτοιο φυσικά είναι από την αίρεση της οριστικής λύσης του κυπριακού προβλήματος.

Η πολιτική των δύο κρατών η Διχοτόμηση δεν είναι αποδεκτή από την Ε.Ε, η οποία δεν μπορεί να έχει στα θεσμικά της όργανα δύο mini-κράτη με δικαίωμα αρνησικυρίας εκατέρωθεν.

Η καθεστηκυία τάξη στην Ελληνική Κοινότητα, επικαλούμενη την χρήση του δικαιώματος αυτού ως πολιτικό εργαλείο (ο πρόεδρος μίλησε για την δυνατότητα χρήσης του 64 φορές), υιοθετεί μία υποκρύπτουσα ριψοκίνδυνη στρατηγική, που δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αμιγώς Ελληνοκυπριακό κράτος. Τόσο τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων στην Γαλλία και Ολλανδία όσο και η πλήρης αποτυχία του τελευταίου Συμβουλίου Κορυφής στις Βρυξέλλες έχουν ακυρώσει τις πολιτικές προϋποθέσεις της στρατηγικής αυτής, καθ’ ότι ένα πολιτικό παράγωγο των εξελίξεων αυτών είναι η διακύβευση της Ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπαρόζο μιλώντας μεταξύ άλλων για τα αποτελέσματα Της Συνόδου Κορυφής δήλωσε «όλοι συνειδητοποιούμε ότι πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά τα μηνύματα του εκλογικού σώματος για την Τουρκία … πρόκειται για μια ανοιχτή διαδικασία, η οποία δεν γνωρίζουμε που θα καταλήξει» (Ελευθεροτυπία, 23/6/2005). Έτσι με τις δηλώσεις του ο Μπαρόζο μεταξύ άλλων αναδεικνύει τον πολιτικό χρόνο ως ένα απρόβλεπτο και αστάθμητο πολιτικό παράγοντα, όπου η συγκυρία της ιστορικής στιγμής θα καθορίσει εν πολλοίς και την σύνθεση του.

Τι αναδεικνύει από την άλλη η στρατηγική της πλειοψηφίας της Ε/Κ ηγεσίας; Η στρατηγική αυτή ουσιαστικά νομικοποιεί την αντιμετώπιση του προβλήματος και στατικοποιεί τον πολιτικό χρόνο. Ενώ ο πολιτικός χρόνος είναι αναλώσιμος η ηγεσία αυτή αντιμετωπίζει την διαχείριση του προβλήματος ως νομική υπόθεση που αναμένει την δικαστική της εκδίκαση (στα θεσμικά όργανα της ΕΕ) με ορισμένη ημερομηνία. Δηλαδή τα στοιχεία της υπόθεσης και η εξέταση τους δεν τίθεται υπό την άμεση αίρεση της παρέλευσης του χρόνου.

Στο καθορισμό στρατηγικής, η σοβαρότητα μιας ηγεσίας (όχι σοβαροφάνεια) κρίνεται από την ικανότητα της να περιορίζει την αβεβαιότητα του πολιτικού περιβάλλοντος. Κάτι το οποίο δεν φαίνεται «να αντιλαμβάνονται» ηγεσία και κατεστημένα συμφέροντα στην Κυπριακή πολιτεία.

Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι ακόμη και μια διχοτομική λύση έναντι εδάφους δεν εξυπηρετεί τα παλαιά και νέο-κατεστημένα συμφέροντα, καθ’ ότι από μια τέτοια εξέλιξη με βάση τα σχέδια ΑΝΑΝ, μια περιοχή γύρω στα 700τ.χμ. θα επιστρέφονταν στην Ε/Κ πλευρά. Μια τέτοια εξέλιξη θα επανακαθόριζε αναπτυξιακές προτεραιότητες με στόχο την αναβάθμιση των περιοχών αυτών (Μόρφου, Αμμόχωστος ακόμη και μέρος της Καρπασίας).

Αν και ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποξενώνει πλήρως το νομικό δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο βόρειο τμήμα της, εντούτοις της εξασφαλίζει την οριστική και ολοκληρωτική νομιμοποίηση του παρόντος διανεμητικού κοινωνικό-οικονομικού σχηματισμού.

Ταυτόχρονα μέσα από τη στρατηγική της ούτω καλούμενης σταδιακής αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, θα παρουσιάζει στις κοινωνικές μάζες και στο διεθνή παράγοντα, στο βαθμό που η στρατηγική αυτή δεν υλοποιείται, ότι η θεμελίωση της Διχοτόμησης οφείλεται αποκλειστικά στην Τουρκική αδιαλλαξία και άρνηση για αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Μια ομοσπονδιακή λύση αναπόφευκτα θα προκαλέσει εσωτερικές δομικές κοινωνικό-οικονομικές και πολιτικές αλλαγές, επηρεάζοντας άμεσα το διανεμητικό σύστημα προνομίων, την κατανομή δηλαδή πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, στο Ελληνοκυπριακό bloc εξουσίας (πολιτικό κατεστημένο, εκκλησία, παράκτιο και έγγειο κεφάλαιο, κρατικοί μηχανισμοί). Η υπάρχουσα κοινωνική δυναμική αγκυλώνει και θεωρεί μια τέτοια εξέλιξη ως επικίνδυνη για τις υπεραξίες στο Νότο και ιδιαίτερα στις παράκτιες περιοχές. Εν τέλει το μοντέλο συντήρησης της παρούσας κατάστασης πραγμάτων εξυπηρετείται με την αριθμητική αποτύπωση: Κυπριακή Δημοκρατία 64% + “ΤRNC” 36%. Έτσι η διαιώνιση του status quo εξασφαλίζει όλους τους μηχανισμούς και δίκτυα συμφερόντων στο Νότο.

Έτσι η πολιτική αναγκαιότητα της ολοκληρωτικής νομιμοποίησης του υπάρχοντος συστήματος κοινωνικής διαστρωμάτωσης επέρχεται μέσα από την διαδικασία της πολιτικής διαφοροποίησης της Διχοτόμησης από de-facto σε de-jure. Ήδη εμπεδώνεται σταδιακά αλλά δυναμικά η ψυχολογία των δύο κρατών. Για διάφορους υποκειμενικούς λόγους όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω το κάθε κοινωνικό στρώμα στην πλειοψηφία του παρουσιάζει μια συντεταγμένη και στηρικτική πορεία με τη καθεστηκυία τάξη.

Και ενώ η τάξη αυτή και η κοινωνική μάζα έχουν χάσει την αίσθηση του πολιτικού τους μεγέθους, ποιος μπορεί να τους απαγκιστρώσει από την εθιστική ψυχολογική παραίσθηση όπου λιλιπούτεια πολιτικά και κοινωνικά μεγέθη μετουσιώνονται ξαφνικά εν συνόλω σε εθνικούς γίγαντες.

Η προοπτική της Λύσης του προβλήματος θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην αναδιάταξη των κοινωνικών δομών και πολιτικών διευθετήσεων στην Κυπριακή κοινωνία. Η αναδιάταξη αυτή θα αναδείξει δομές κοινωνικής προσδοκίας και προοπτικής, η δυναμική της οποίας αναντίλεκτα θα εξασκήσει πιέσεις στη δομή της πολιτικής συντήρησης της καθεστηκυίας τάξης. Η πίεση αυτή θ’ αφορά την διατήρηση της συσσώρευσης υπεραξίας στις νότιες ακτές με όλες τις πιθανές παρενέργειες προς το κέντρο.

Οι δυνάμεις που αποδέχονται την ιστορική και πολιτική αναγκαιότητα για λύση του προβλήματος μέσα στα πλαίσια του σχεδίου Ανάν θα πρέπει με εντιμότητα, ειλικρίνεια και ετοιμότητα να απευθυνθούν στο ιστορικό συλλογικό υποσυνείδητο της νέας γενιάς, των 20άρηδων και 30άρηδων ιδίως. Ένα συλλογικό υποσυνείδητο διαχρονικά επικουρούμενο από εθνικιστικούς-ιδεολογικούς συμβολισμούς, ενισχυτικούς του συναισθήματος και του φαντασιακού πέρα της λογικής και της κριτικής εξέτασης των πραγμάτων.

Μέσα από την ενημέρωση θα πρέπει να επιχειρηθεί συστηματικά, χωρίς να θυσιάζεται η ιστορική μνήμη, η ανάδειξη των νέων υπερεθνικών δομών πολιτικής διαχείρισης που απορρέουν από την ένταξη στην Ε.Ε., ως το νέο γεωστρατηγικό και καθοριστικό πλαίσιο που εξασφαλίζει την φυσική, νομική και πολιτική παρουσία της Κυπριακής πολιτείας, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές τις κοινωνικό-οικονομικές διευθετήσεις και πολιτικές διαρθρώσεις. Συνεπώς το στοιχείο της κοινωνικής προσδοκίας και προοπτικής θα πρέπει να έχει ως σημείο αναφοράς την Ε.Ε. και τις δυνατότητες ευκαιριών που προσφέρει στη νέα γενιά. Η διακοινοτική σύγκρουση στηρίχθηκε τα μέγιστα στη συναισθηματική φόρτιση και εμμονή της κάθε κοινότητας σε εθνικό-ιδεολογικά σύμβολα, κάτι που εξυπηρέτησε την ιστορική ανάδειξη και εξέλιξη των ηγεμονικών “bloc” στην κάθε κοινότητα αντίστοιχα.

Η Τ/Κυπριακή κοινότητα έχει καταφέρει να περιθωριοποιήσει πολιτικά την ιστορική ηγεσία του Ραούφ Ντενκτάς. Κατά πόσο αυτό είναι εφικτό και στην Ε/Κυπριακή κοινότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του προβλήματος. Λαμβάνοντας όμως υπ΄ όψιν το υπάρχον σύστημα κοινωνικής διαστρωμάτωσης η μελλοντική διευθέτηση του προβλήματος (αν υπάρξει), θα αποτυπώνει τις ανάγκες του παρόντος συστήματος. Κάτι που εξασφαλίζεται και με μια προοπτική διχοτομικής λύσης.