Φόρμα αναζήτησης

Οι άνθρωποι κολυμπούν ενάντια στο ρεύμα της διχοτόμησης. Και χάνουν…

Sevgul Uludag

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ.: 99 966518

 

Πριν από δέκα χρόνια είχα γράψει σε ένα άρθρο στην εφημερίδα «Πολίτης», για το χωριό Βιτσάδα και πως οι απλοί άνθρωποι, όπως επίσης και ο μουχτάρης, κολυμπούσαν ενάντια στο ρεύμα της διχοτόμησης…

Το άρθρο είχε τίτλο «Ο Zeka ψάχνει για τον φίλο του Δημητράκη» και είχα γράψει τα ακόλουθα:

O Zeka Hoshgeur είναι από τη Βιτσάδα (Pinarli). Ο πατέρας του Cemal ήταν έμπορος κοτόπουλων. Η Βιτσάδα ήταν μεικτό χωριό και ο Cemal ήταν συνεταίρος με τον Ανδρέα, τον γιο του παπά. Είχαν αγοράσει ένα τρακτέρ και εργάζονταν μαζί. Ο Ανδρέας είχε επίσης ένα καφενείο και πήγαιναν εκεί για να τακτοποιήσουν τους λογαριασμούς τους. Ο Zeka διηγείται την ιστορία του:

«Το 1955, μετά την εμφάνιση της ΕΟΚΑ, οι Τουρκοκύπριοι σταμάτησαν να πηγαίνουν στο καφενείο του Ανδρέα, αλλά εμείς συνεχίζαμε να πηγαίνουμε, αφού ο Ανδρέας και ο πατέρας μου είχαν τρακτέρ και εργασίες μαζί. Το καφενείο είχε ανώι και ένα βράδυ, καθώς ήμασταν εκεί, κάποιοι νεαροί Ελληνοκύπριοι από άλλα χωριά ήρθαν στο καφενείο και μας κοίταζαν με περίεργο τρόπο. Πήγαν πάνω… Μετά από μερικές μέρες ο πατέρας μου πήγε στον Ανδρέα:

‘Αν θέλεις, ας διαλύσουμε τον συνεταιρισμό μας’ του είπε.

‘Σε καταλαβαίνω απόλυτα’ είπε ο Ανδρέας. ‘Λόγω της ΕΟΚΑ, οι άνθρωποι παίρνουν διαφορετικούς δρόμους… Εντάξει, έλα να τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς…’

Έτσι ο Cemal πούλησε το τρακτέρ στον Ανδρέα.

‘Υπήρχαν προκλητικές ενέργειες στο χωριό μας, προερχόμενες περισσότερο από άτομα από άλλα χωριά, παρά από τους συγχωριανούς μας. Μια νύχτα ακούσαμε την καμπάνα της εκκλησίας να κτυπά – ήταν μεσάνυκτα. Φοβηθήκαμε… Στο χωριό μας είχε έρθει ένα λεωφορείο γεμάτο Ελληνοκύπριους από τον Μαραθόβουνο! Τουρκοκύπριοι από τα Κνώδαρα (Konedra) είχαν έρθει στο χωριό μας και έδειραν Ελληνοκύπριους! Έτσι οι Ελληνοκύπριοι από τον Μαραθόβουνο ήρθαν για να πάρουν εκδίκηση!

Οι Τουρκοκύπριοι μαζεύτηκαν με βέργες και δρεπάνια μήπως και τους επιτίθονταν οι Ελληνοκύπριοι από τον Μαραθόβουνο… Η ένταση ήταν στα ύψη…

Όμως ο Αγγελής, ο Ελληνοκύπριος μουχτάρης τούς σταμάτησε:

‘Βρε παιδιά! Βρε κοπέλια! Που εννά πάτε;!’ είπε σε αυτούς από τον Μαραθόβουνο. Ήταν ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους της Βιτσάδας.

‘Δεν μπορείτε να πάτε στον τούρκικο μαχαλά αν δεν περάσετε πρώτα από πάνω μου!’ είπε. Οι Βρετανοί στρατιώτες ήρθαν αργότερα και μίλησαν με τον Ελληνοκύπριο και τον Τουρκοκύπριο μουχτάρη και τα πράγματα ησύχασαν.

Μετά ήρθε το 1960 και ο Zeka Hoshgeur έπιασε δουλειά στο Υπουργείο Εσωτερικών, στο Τμήμα Ταυτοτήτων.

‘Όλοι ήταν χαρούμενοι με τη νέα Δημοκρατία, εργαζόμασταν μαζί με τους Ελληνοκύπριους στο υπουργείο. Μετά από τόσους διαξιφισμούς και εντάσεις, οι άνθρωποι μπορούσαν να αναπνέουν πιο εύκολα παρόλο που αυτό διήρκεσε μόνο για 3 χρόνια… Ο υπουργός μας ήταν ο Γιωρκάτζης τότε. Είχα έναν καλό φίλο στο υπουργείο που ονομαζόταν Δημητράκης ή Αντωνάκης. Ο πατέρας του μου είπε ότι ήταν καλοί φίλοι με τον Γιωρκάτζη και έτσι είναι που ο γιος του έπιασε τη δουλειά αυτή στο Τμήμα Στατιστικής του Υπουργείου Εσωτερικών. Μέχρι το 1963 ήμασταν μαζί με τον φίλο αυτό. Μετά ήρθε το 1963 – αρραβωνιάστηκα με τη Shifa Sema, την κόρη του Τουρκοκύπριου μουχτάρη του Παλαίκυθρου (Balikesir) και έμενα εκεί. Είχα μείνει στο Παλαίκυθρο και δεν υπήρχαν ειδήσεις για το τι συνέβαινε – γνωρίζαμε ότι υπήρχαν συγκρούσεις στη Λευκωσία, αλλά δεν ξέραμε ακριβώς τι συνέβαινε. Μια μέρα ήρθε στο χωριό μας ένας αξιωματούχος της ΤΜΤ από την Επηχώ (Abohor-Cihangir) και είπε, ‘Είναι διαταγή να εκκενωθεί το χωριό αυτό’.

Αργότερα ακούσαμε ότι το Νέο Χωριό Κυθρέας (Minarelikeuy) θα εκκενωνόταν την ίδια μέρα. Καθώς ήμουν από τη Βιτσάδα, εισηγήθηκα στον πεθερό μου, τον μουχτάρη, να πάμε στα Κνώδαρα, ώστε να είμαστε κοντά στο χωριό μου. Το δέχτηκε. Μερικοί πήγαν στη Μόρα (Merich) και μερικοί στη Λευκωσία. Πήγαμε στα Κνώδαρα για ζήσουμε μια μίζερη ζωή – δεν υπήρχε τόπος να μείνουμε. Πήραμε ένα μισοτελειωμένο σπίτι για να το επιδιορθώσουμε… Δεν μπορούσα να πάω στη δουλειά μου και οι επιταγές μου από τη δουλειά δεν ερχόντουσαν. Μια μέρα ο οδηγός των Κνωδάρων μου είπε ‘Πρέπει να πας να δώσεις τη νέα σου διεύθυνση και να υπογράψεις για να έρχονται οι επιταγές σου. Έλα θα σε πάρω εγώ στη Λευκωσία’…

Έτσι πήγα μαζί του – ήταν περίπου 20-25 άτομα στο λεωφορείο του. Ήμουν 20 χρονών, ο νεότερος. Μόλις φτάσαμε στον κυκλικό κόμβο του ΒΑΤΑ, μερικοί Ελληνοκύπριοι που έφτιαξαν οδόφραγμα κοντά στο ΒΑΤΑ σταμάτησαν το λεωφορείο. Ήταν όλοι ντυμένοι σαν κομάντος και αποφάσισαν να με κατεβάσουν. Είπαν στους υπόλοιπους να φύγουν. Η μητέρα μου άρχισε να διαμαρτύρεται αλλά την παρηγόρησα χωρίς καμιά υποψία για το τι μπορεί να συνέβαινε:

‘Μητέρα μην ανησυχείς, απλώς θα μου πάρουν κατάθεση. Πηγαίνετε!..’

Το λεωφορείο έφυγε και έμεινα εκεί. Είχε κι άλλους Τουρκοκύπριους που τους πήραν με τον ίδιο τρόπο από άλλα λεωφορεία ή αυτοκίνητα. Ήμασταν 8-9 άτομα. Πέρασαν ώρες. Τότε στις 2 το μεσημέρι ήρθε ένα λαντρόβερ. Στεκόμασταν σε μια γραμμή και άρχισαν να παίρνουν τους Τουρκοκύπριους από τη δεξιά πλευρά της γραμμής. Στεκόμουν στα αριστερά. Έτσι πήραν όσους μπορούσαν να βάλουν στο λαντρόβερ και έφυγαν. Παρέμεινα με δύο άλλους, περιμένοντας και χωρίς να υποψιάζομαι τίποτα! Όταν έφυγε το λαντρόβερ, άλλαξε η βάρδια και ήρθε η νέα βάρδια από κομάντος. Τότε είδα τον φίλο μου τον Δημητράκη (ή Αντωνάκη) από το υπουργείο, και με είδε και εκείνος! Ήρθε σε μένα:

‘Γιατί ήρθες;’ είπε. Αναστατώθηκε που με είδε εκεί!

‘Ξέρεις είμαι δημόσιος υπάλληλος αλλά δεν έχω πληρωθεί για τους τελευταίους 4 μήνες, γίναμε πρόσφυγες, έτσι ήρθα να δώσω τη νέα μου διεύθυνση’ του είπα.

Θύμωσε! Πήγε στον διοικητή τους. Μίλησαν και μετά μου φώναξε. Με ανέκρινε επίσης και μετά είπαν ‘Πάρτε τις ταυτότητές σας και πηγαίνετε!’.

Αρχίσαμε να περπατούμε, εγώ και δύο άλλοι Τουρκοκύπριοι τους οποίους δεν ήξερα… Δεν είχα καταλάβει πλήρως τι μπορούσε να μου είχε συμβεί τη μέρα εκείνη, αλλά χρόνια αργότερα μου είπε ο ίδιος ο Δημητράκης…

Το 1968 εργαζόμουν στην Αμμόχωστο και ταξίδευα μέσω του δρόμου της Σαλαμίνας. Μια μέρα το 1968 ένας Ελληνοκύπριος αστυνομικός σταμάτησε το αυτοκίνητό μου και είπε ‘Το αφεντικό μου θέλει να σε δει…’.

Έτσι πήγα στον αστυνομικό σταθμό Σαλαμίνας και εκεί ήταν ο Δημητράκης, ο φίλος μου που είχε γίνει υπαστυνόμος εκεί. Αγκαλιαστήκαμε και σχεδόν κλάψαμε.

‘Ορκίσου μου ότι δεν θα το πεις σε κανέναν αυτό’ είπε ‘αλλά εκείνη τη μέρα με έστειλε ο Θεός κοντά σου! Να προσεύχεσαι που ήρθα εκεί, ειδάλλως…’.

Οι άλλοι, τους οποίους είχαν πάρει με λαντρόβερ από το οδόφραγμα στο ΒΑΤΑ εκείνη τη μέρα, ‘αγνοούνται’ μέχρι σήμερα… Αν έχω ζήσει τα 45 αυτά χρόνια από εκείνη τη μέρα, οφείλω τη ζωή μου στον Ελληνοκύπριο φίλο μου τον Δημητράκη. Έσωσε τη ζωή μου και είναι ο δεύτερος θεός μου. Θα ήμουν και εγώ ‘αγνοούμενος’ αν δεν με έσωζε. Θέλω τώρα να τον βρω για να τον ευχαριστήσω που έσωσε τη ζωή μου…’»

Τηλεφωνώ στον Zeka για να δω αν έχει βρει τον φίλο του Δημητράκη μετά από δέκα χρόνια… Μου λέει «Όχι, δεν τον βρήκα ακόμα…»

Έτσι του λέω ότι θα δημοσιεύσω ξανά την ιστορία του για να δούμε αν μπορέσουμε να τον βρούμε… Μήπως έχει μεταναστεύσει σε άλλη χώρα και γι’ αυτό δεν μπορούμε να τον εντοπίσουμε;

Στην ομάδα του Σωτήρη Σάββα στο facebook με τίτλο «Μνήμες Κατεχομένων – Λαϊκή Παράδοση και Ιστορία της Κύπρου», δημοσιεύεται μια φωτογραφία που βλέπω για πρώτη φορά… Είναι από τη Βιτσάδα, βγαλμένη τη μέρα που οι Τουρκοκύπριοι έφυγαν από το χωριό…

Θυμούμαι τη συνέντευξή μου με τον Κώστα Επιφανίου όταν μου είχε πει πόσο ειρηνικά ήταν τα πράγματα στη Βιτσάδα… Άρα η φωτογραφία αυτή των Τουρκοκυπρίων να φεύγουν από το χωριό, γιατί; Τι είχε συμβεί στο μεταξύ και έφυγαν;

Ο Κώστας Επιφανίου από τη Βιτσάδα μου είχε πει στη συνέντευξή μας πριν από 10 χρόνια ότι θυμόταν δύο περιστάσεις πριν το 1963 όταν οι άνθρωποι προσπάθησαν να προκαλέσουν προβλήματα στο χωριό αλλά ο Ελληνοκύπριος μουχτάρης τους ηρέμησε μιλώντας σε αυτούς που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν φασαρίες και τους σταμάτησε…

Η Βιτσάδα ήταν μεικτό χωριό όπου Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι ζούσαν μαζί μέχρι το 1964… Σύμφωνα με τον Κώστα Επιφανίου, οι Τουρκοκύπριοι είχαν φύγει από το χωριό στις 28 Φεβρουαρίου 1964… Ένας φίλος μου από τη Βιτσάδα θυμάται ότι η ημερομηνία που έφυγαν οι Τουρκοκύπριοι από το χωριό ήταν 18 Φεβρουαρίου 1964… Θυμάται ότι πριν από εκείνη την ημερομηνία, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Dr. Fazıl Kuchuk είχε έρθει για να επισκεφτεί τους Τουρκοκύπριους του χωριού και τους μίλησε αλλά δεν ξέρει τι τους είχε πει… Και επίσης θυμάται ότι η τριμερής ηγεσία στην Κύπρο, οι Τούρκοι, οι Έλληνες και οι Βρετανοί, επίσης επισκέφτηκαν το χωριό και μίλησαν στους Τουρκοκύπριους…

Γιατί λοιπόν οι Τουρκοκύπριοι έφυγαν από το χωριό αφού δεν υπήρχε καθόλου ένταση; Τι τους έκανε να φύγουν;

Βρίσκω έναν φίλο από τη Βιτσάδα που μου λέει την πραγματική ιστορία… Λέει:

«Λοιπόν πρέπει να ερευνήσεις για τον καιρό που η τουρκική ηγεσία της εποχής είχε αποφασίσει ένα σχέδιο για να δημιουργήσουν φασαρίες, να κάνουν κάποιες προκλήσεις και να πείσουν Τουρκοκύπριους από κάποια μεικτά χωριά να φύγουν… Στο χωριό μας, τη Βιτσάδα, ξέρω αρκετά καλά ότι είχαν πει σε έναν συγγενή μας, τον κύριο Mustafa που ήταν ο ηγέτης της ΤΜΤ στο χωριό, και επίσης στον τότε Τουρκοκύπριο μουχτάρη του χωριού να ανοίξουν τα «chanaks» (τα όπλα που είχαν θαφτεί) και να πείσουν τους χωριανούς να φύγουν από τη Βιτσάδα, αλλά αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν υπήρχαν προβλήματα στο χωριό και αυτό δεν ήταν αναγκαίο… Δεν ξέρω πότε συνέβη αυτό ακριβώς, αφού ήμουν παιδί και μπόρεσα να κατανοήσω τι είχε συμβεί μόνο χρόνια αργότερα…

Αυτό που έκαναν στη συνέχεια ήταν το εξής: Σε κάποιον δόθηκαν διαταγές και ‘πείστηκε’ να σκοτώσει τον αρχηγό της ΤΜΤ στο χωριό. Έτσι πήγε και πυροβόλησε και σκότωσε τον κύριο Mustafa μέσα στο καφενείο… Η διαταγή για να σκοτώσει τον κύριο Mustafa ήρθε από έναν από τους τότε αρχηγούς της ΤΜΤ από τα Κνώδαρα… Εκείνο τον καιρό, η διοίκηση της ΤΜΤ της περιοχής είχε έδρα στα Κνώδαρα… Ως αποτέλεσμα αυτής της δολοφονίας, όποιος κολυμπούσε ενάντια στο ρεύμα της διχοτόμησης και έφευγε από το μεικτό χωριό εξουδετερωνόταν. Αλλά αν ρωτήσεις οποιονδήποτε στην περιοχή, δεν θα αποδεχτούν ποτέ αυτά τα πράγματα δημοσίως – μόνο σε ιδιωτικές συνομιλίες θα παραδεχτούν αυτά… Νομίζω ότι δεν έχει πραγματικά σημασία διότι χρειάζεται να κοιτάξεις το τελικό αποτέλεσμα και πώς διαμορφώθηκαν τα πράγματα μετά…

Το επόμενο πράγμα που συνέβη ήταν ότι δόθηκαν όπλα και χειροβομβίδες σε κάποιους Τουρκοκύπριους από το χωριό… Θυμούμαι να βλέπω εκείνες τις χειροβομβίδες και κάποια όπλα τύπου sten σε ένα μέρος όπου έβοσκαν οι αγελάδες… Εννοώ ότι αυτοί οι νεαροί Τουρκοκύπριοι που ‘ορίστηκαν’ ως η ‘ομάδα’ στο χωριό, στην πραγματικότητα δεν ήταν ‘εκπαιδευμένοι’ για τέτοια πράγματα, αλλιώς δεν θα άφηναν τα όπλα και τις βόμβες με τέτοιο τρόπο εκεί όπου έβοσκαν οι αγελάδες…

Έτσι μια μέρα, ένας από αυτούς πήρε μια χειροβομβίδα και χωρίς να βγάλει την ασφάλεια, την έριξε μέσα στο σπίτι του Ελληνοκύπριου μουχτάρη… Και αυτό ξεκίνησε μια διαμάχη… Και οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι που είχαν όπλα άρχισαν να πυροβολούν ο ένας τον άλλο… Κανένας δεν σκοτώθηκε, αλλά αυτό δημιούργησε την ‘ατμόσφαιρα’ στο χωριό για να ‘πειστούν’ οι Τουρκοκύπριοι να φύγουν… Να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να εγκαταλείψουν τη γη τους και να γίνουν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα…

Όπως η Βιτσάδα ήταν κάπως ψηλά, μπορούσαμε να δούμε από το σπίτι του παλιού μουχτάρη ότι οι Ελληνοκύπριοι στρατιώτες είχαν έρθει με ένα φορτηγό από την κατεύθυνση της Μουσουλίτας, κατέβηκαν από το φορτηγό και διασκορπίστηκαν στα χωράφια γύρω από τη Βιτσάδα… Έτσι αυτό προκάλεσε φόβο… Στο μεταξύ οι Τουρκοκύπριοι από τα Κνώδαρα ήρθαν επίσης με όπλα αλλά δεν μπορούσαν να μπουν στη Βιτσάδα… Παρέμειναν κοντά στο νεκροταφείο αφού ήρθαν τα βρετανικά τανκς –3 ή 4– στη Βιτσάδα…

Και την επόμενη μέρα οι Τουρκοκύπριοι έφυγαν συνοδευόμενοι από τα βρετανικά τανκς…»

Βοηθούσαν τη «διχοτόμηση» του νησιού

Και συνεχίζει την αφήγησή του ο φίλος μου από τη Βιτσάδα: «Όλα αυτά κατ’ εμένα είχαν ενορχηστρωθεί κυρίως από τους Βρετανούς… Βοηθούσαν τη ‘διχοτόμηση’ του νησιού και τη δημιουργία ‘θυλάκων’ Τουρκοκυπρίων…

Και τώρα που κάθομαι και κοιτάζω πίσω και σκέφτομαι το όλο θέμα, πάντοτε υπήρχαν άνθρωποι που αντιστέκονταν στη διχοτόμηση… Πάντοτε υπήρχαν άνθρωποι που προσπαθούσαν να διατηρήσουν την ειρήνη στα μεικτά χωριά… Πάντοτε υπήρχαν άνθρωποι που υπερασπίζονταν την ειρήνη αντί τη σύγκρουση… Πάντοτε υπήρχαν άνθρωποι που κολυμπούσαν ενάντια στο ρεύμα… Όμως οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι και όλες οι άλλες κοινότητες που ήθελαν να ζουν ειρηνικά δεν ήταν αρκετά οργανωμένοι για να αντισταθούν στο ρεύμα… Το ρεύμα πήρε την πορεία του… Και διαιρέθηκαν, και τα μεικτά χωριά εκκενώθηκαν…

Κάποιοι Ελληνοκύπριοι πίεζαν για να φύγουν οι Τουρκοκύπριοι από τα μεικτά χωριά… Κάποιοι Τουρκοκύπριοι πίεζαν για να φύγουν οι Τουρκοκύπριοι ή οι Ελληνοκύπριοι από τα μεικτά χωριά… Και εκείνοι που αντιστέκονταν πλήρωσαν είτε με τη ζωή τους είτε με το να εκδιωχθούν ή να φυλακιστούν με αυτή ή την άλλη πρόφαση, έτσι ώστε να αρθούν τα εμπόδια ενάντια στη διχοτόμηση… Μπορώ να σου δώσω πολλά παραδείγματα όπου κάποιοι Τουρκοκύπριοι αντιστάθηκαν και προσπάθησαν να μην φύγουν, αλλά υπήρξαν οργανωμένες προκλήσεις και από Ελληνοκύπριους και από Τουρκοκύπριους για να τους πείσουν να φύγουν… Να φύγουν μακριά… Και να μην επιστρέψουν…

Και όταν κοιτάζω τώρα πίσω και βλέπω και το μέλλον, πρέπει να πω ότι έχω λίγη ελπίδα… Ότι οι κοινότητές μας δεν είναι ακόμα οργανωμένες ενάντια σε ένα τέτοιο νέο ρεύμα αν έρθει… Να αντισταθούν και να προσπαθήσουν να είναι μαζί… Αυτή είναι η λυπηρή αλήθεια… Ότι όλοι εκείνοι οι ειρηνικοί Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι που αντιστάθηκαν και που συνεχίζουν να αντιστέκονται στη διχοτόμηση της γης μας δεν είναι αρκετά οργανωμένοι για να σταματήσουν το ρεύμα… Και οι κοινότητές μας απλά κινούνται με το ρεύμα, παρά να πάρουν το ρίσκο για να μην υπάρχουν αιματοχυσίες στο μέλλον…»

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.