Φόρμα αναζήτησης

Ο Ακιντζί και ο Αττίλας. Ο δικός τους και ο δικός μας

Ήταν Σεπτέμβρης του 2014. Δεν θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία.

Θυμάμαι, όμως, καλά τη ζέστη που έκανε εκείνο το πρωί, όταν μπήκα στο Μεγάλο Χάνι και τον γύρεψα.

Tον Μουσταφά Ακιντζί τον είχα γνωρίσει μια εικοσαετία -αν θυμάμαι καλά- προηγουμένως μέσω του Πλουτή. Σε μια ομήγυρη Ε/Κ και Τ/Κ του πρώτου ηγέτη της Αριστεράς. Παραδόξως, οι δρόμοι μας δεν συναντήθηκαν ξανά μέχρι εκείνην τη μέρα, εν αντιθέσει με άλλους Τουρκοκύπριους πολιτικούς. Και έκτοτε, μάλιστα, δεν έχουν ξανασυναντηθεί.

Αυτό που θυμάμαι, επίσης, καθώς τον είδα να μπαίνει από την άλλη πύλη στο βάθος, ήταν πως κατάλαβα -στραβός όπως είμαι- ότι ήταν ο Ακιντζί από την εγκαρδιότητα με την οποία τον πλησίαζαν όλοι για να τον χαιρετήσουν.

Δεν έδειχναν να περιμένουν κάτι. Έμοιαζαν να χαιρετούν έναν φίλο παρά κάποιον «επώνυμο». Και όταν ήδη καθίσαμε, όλοι όσοι έρχονταν, τον «Μουσταφά» χαιρετούσαν. Άλλωστε, ο Ακιντζί ήταν ακόμα «ανεπίσημα υποψήφιος», όπως είχε πει. Και ελάχιστοι πίστευαν ότι εκείνη του η προσπάθεια (για το 2015) θα είχε… πολύ διαφορετική κατάληξη από τις δύο προηγούμενές του σε εκλογές για την ηγεσία των Τ/Κ.

Το ρεύμα του στους υποστηρικτές της λύσης στον Βορρά αυξανόταν μεν, αλλά απίθανο έμοιαζε ακόμα ένα σενάριο εκλογής του, δεδομένου και του γεγονότος ότι το ΡΤΚ, δεν θα υποστήριζε τη δική του υποψηφιότητα, αλλά τη Σιμπέλ Σιμπέρ.

Και ο αέρας της εκλογής του, η οποία αν θυμάστε έγινε κατορθωτή τον επόμενο χρόνο και μόνο στον β΄γύρο, αφού στον α΄γύρο είχε κερδίσει ο Ντερβίς Έρογλου, δεν είχε αρχίσει να φυσάει ακόμα.

Ειδικά, εκείνο το ζεστό πρωινό στην απάνεμη γωνιά του Χανιού, σίγουρα δεν τον είχαμε νιώσει.

Θυμάμαι πως αυτό που μου έκανε εντύπωση όση ώρα μιλούσαμε ήταν η απλότητα του λόγου του. Δεν σκεφτόταν για να πει κάτι, δεν το ζύγιζε. Έλεγε την άποψή του και καταλάβαινες ότι δεν προσπαθούσε να τη φτιασιδώσει. Είναι κάτι που εκτιμώ στους ανθρώπους.

Μου είπε ευχάριστα πράγματα, όπως π.χ. το περιστατικό με τον Ντενκτάς και την αποχέτευση. Στο διάστημα 1976-1990, όταν ήταν ο Τ/Κ δήμαρχος της Λευκωσίας και είχαν φτιάξει με τον Λέλλο το αποχετευτικό, ο Ραούφ Ντενκτάς τον είχε φωνάξει και τον ρώτησε εάν μπορούσαν μονομερώς να κλείσουν, σε περίπτωση που το ήθελαν, το σύστημα. «Φυσικά, του απάντησα», μου είπε. «Αυτό που δεν μπορώ να σου πω με βεβαιότητα είναι πως όταν το κλείσουμε αυτό που θα βγει… δεν θα βγει από τη δική σου τουαλέτα, σπίτι σου».

Μου είπε άλλα, έτσι κι έτσι ας τα πούμε, για τι ακολούθησε τα ανέμελα παιδικά του χρόνια στα Τέσσερα Φανάρια στη Λεμεσό «στην οδό Αφροδίτης, όπου οι περισσότεροι δρόμοι της περιοχής ήταν και μικτοί. Ζούσαν Τ/Κ, Ε/Κ και Ρομά».

Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά; Διότι είτε για τα θετικά μιλούσε είτε για τα αρνητικά, είχε την ίδια ευθύτητα λόγου. Δεν έλεγε κάτι για να κερδίσει εντυπώσεις.

«Πρέπει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να εκμεταλλευτούμε τα κοινά συμφέροντα και να πετύχουμε μια λύση […] χωρίς να ξεχνάμε ότι πάνω από όλα πρέπει να θωρακίσουμε τα δικά μας συμφέροντα. Των Κυπρίων», μου είπε κάποια στιγμή.

«Μερικές μέρες μετά την κάθοδο Ερντογάν και τα όσα είπε εδώ, πόσο εύκολο είναι;», του απάντησα.
«Μιλάτε για τα δύο κράτη;», ξαναρώτησε.

Και στην καταφατική μου απάντηση μου είπε: «Δεν μπορώ να εγγυηθώ πως η όποια τουρκική ηγεσία θα μείνει για πάντα θετική έναντι της λύσης. Δεν μπαίνω στη λογική της απόδοσης προθέσεων. Αντί στη ρητορική εστιάζω στο τι στην πραγματικότητα συμβαίνει επί του εδάφους. Η Ιστορία μάς διδάσκει πως η ρητορική είναι εργαλείο. Κάποτε οι άνθρωποι λένε κάτι για να πετύχουν κάτι άλλο ή λένε κάτι και, όταν οι συνθήκες αλλάζουν, προσαρμόζονται».

Για να προσθέσει: «Το ΑΚΡ, να σας θυμίσω, είναι το μοναδικό κόμμα στην Τουρκία το οποίο υιοθέτησε -και αυτό προ δέκα ετών- το βελγικό μοντέλο ως βάση για τη λύση του Κυπριακού. Υποστήριξαν και το σχέδιο Ανάν. Κατά καιρούς η ρητορική τους αλλάζει. Συνεπώς; Συνεπώς, αυτό που πρέπει να θυμόμαστε εμείς είναι ένα και βασικό: Όσο ο καιρός περνά τόσο η παρούσα κατάσταση εδραιώνεται».

Ανάμεσα σε κάθε γραμμή, λοιπόν, διάβασα έναν άνθρωπο που πάνω από όλα, παρέμενε βαθιά συνεπής σε μια ταυτότητα την οποία οι Ε/Κ θεωρούν… μαγκιά στους Τ/Κ, αλλά ανάθεμα ανάμεσά τους: την κυπριακή ταυτότητα.

Ακόμα και εκεί όπου μου έλεγε στα ελάχιστα ελληνικά του, «εγώ είμαι Λεμεσιανός!» και γελούσε, καταλάβαινα ότι το εννοούσε, όπως το εννοούν και οι Ε/Κ Λεμεσιανοί. Είναι είδος!

Δεν με έπεισε εκείνη τη μέρα, όχι. Θα ήταν αστείο άλλωστε. Με έπεισε στη συνέχεια με τη συνέπεια όσων έπραξε και είπε. Τα καλά, διαχρονικά θάβονταν και όσα μας ενοχλούσαν μεγιστοποιούνταν για να δαιμονοποιηθεί ο «Τούρκος» απέναντι που δεν διέφερε τάχα.

Αλλά ας είναι.

«Θέλω λύση […] που να διασφαλίζει τα δικαιώματα όλων μας», μου είπε κάποια στιγμή. «Μια λύση που δεν θα το έχει αυτό δεν θα δουλέψει. Θέλω μια λύση στην οποία η σχέση με την Τουρκία θα βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, όχι στον έναν να αποφασίζει και τον άλλον να εφαρμόζει».

«Και είχατε συγκρουστεί με την Άγκυρα στο παρελθόν για αυτό…», παρατήρησα. «Ναι», απάντησε. «Διότι αυτό που επιδιώκω προϋποθέτει την εκδημοκρατικοποίηση και τον εκπολιτισμό, αν θέλετε, των θεσμών αυτής της κοινότητας. Και οι θεσμοί αυτοί δεν μπορεί να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του στρατού, λ.χ.».

Ο Ακιντζί, αυτός ήταν πάντα. Εμείς δεν τον παρακολουθούσαμε. Από τη δεκαετία του ’70. Η παρουσία του ποτέ δεν βόλεψε την Άγκυρα και οι συγκρούσεις που ακολούθησαν την εκλογή του μαζί της ήταν πολλές, όπως και στο παρελθόν.

Ο Ακιντζί, όμως, δεν βόλεψε και το άλλο βαθύ κράτος, τον δικό μας Αττίλα, εδώ. Το καθεστώς αυτό των ευλογημένων από την εισβολή Ελληνοκυπριακών συμφερόντων των υπεραξιών και μιας ελίτ λαϊκών μαφιόζων και κληρικών, η οποία δεν θέλει με τίποτα να δει την εποχή της χειραγώγησης των μαζών να τελειώνει και την επιρροή της να εκμηδενίζεται σε ένα κανονικό κράτος, χωρίς τη ρητορική του Κυπριακού και τη συνταγματική στρέβλωση.

Ούτε σε αυτούς «έκατσε» ο Ακιντζί. Ποτέ. Για αυτό και τον επέκριναν πάντα περισσότερο κι από τον Ντενκτάς και τον Έρογλου ακόμα. Δεν είναι αστείο;

Το τέλος της εποχής και αυτού του Κύπριου ηγέτη, μάλλον, πλησιάζει. Και κανείς δεν ξέρει εάν θα καταφέρει να πετύχει αυτό που πέτυχε το 2015. Λίγοι το πιστεύουν.Ένας νέος μακρύς χειμώνας έρχεται, με τη διχοτόμηση να οριστικοποιείται, όπως όλα δείχνουν, και με το μέλλον μας αβέβαιο όσο ποτέ σε ένα σκηνικό εκρηκτικό.

Στα ερείπια γκρεμισμένων «στρατηγικών» και μεγαλοϊδεατισμών της πλάκας. Και της πούγκας μερικών.