Φόρμα αναζήτησης

Όταν η φαιδρότητα γίνεται πολιτική και η πολιτική φαιδρότητα

Εκεί που, με αφορμή το δημοσίευμα της μη κυβερνητικής οργάνωσης OCCRP, νομίσαμε ότι έχουμε πιάσει πάτο, έγινε και αυτό. Μια βδομάδα μετά τις καταγγελίες του Reuters για παραχώρηση «χρυσών διαβατηρίων» σε συγγενικά πρόσωπα και μέλη του καθεστώτος της Καμπότζης, κάποια εκ των οποίων βρίσκονται στη μαύρη λίστα των ΗΠΑ και διεθνών οργανώσεων για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε, λέει, να γίνει συμπληρωματική έρευνα για τις συγκεκριμένες πολιτογραφήσεις. Από το Omega o κυβερνητικός εκπρόσωπος εξηγούσε ότι αυτή «θα διεξαχθεί από τον υπουργό (Εσωτερικών) για να διερευνηθούν περιπτώσεις προσώπων που είχαν πολιτογραφηθεί με τα παλιά κριτήρια, (που από τον Φεβρουάριο είναι πολύ πιο αυστηρά) στη βάση πρόσθετων ενδείξεων ή στοιχείων για περιπτώσεις όπου υπάρχουν καταγγελίες, και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι συντρέχουν λόγοι θα προχωρήσουμε και σε ανάκληση πολιτογραφήσεων». Ερωτηθείς κατά πόσο η κυβέρνηση θα έρθει να ελέγξει τον εαυτό της, απάντησε πως «δεν είναι η κυβέρνηση που θα ελεγχθεί, αλλά συγκεκριμένες πολιτογραφήσεις που έχουν επισημανθεί, π.χ. από το Reuters».

Την ίδια μέρα (που) ο υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης δήλωνε στην Πρώτη Ενημέρωση του ΡΙΚ πως «μέχρι τώρα δεν είχε προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα», χαρακτήριζε κακόβουλα τα δημοσιεύματα που αναφέρονται στο πρόγραμμά μας, διερωτάτο πόσο αντικειμενικό είναι το δημοσίευμα του Reuters και τόνιζε ότι με την Κομισιόν δεν υπήρξε θέμα, αντίθετα υπάρχει αγαστή συνεργασία. Ούτε το ότι στις συγκεκριμένες περιπτώσεις εμπλέκεται δικηγορικό γραφείο που έχει άμεση σχέση με πρώην υπουργό που συμμετείχε στο Υπουργικό Συμβούλιο το βρήκε μεμπτό. Γιατί εγείρεται θέμα ηθικής τάξης, ρωτούσε; Οι βουλευτές είναι και δικηγόροι που ψηφίζουν νόμους και μετά πάνε στο δικαστήριο.

Ίσως και να είχε δίκιο. Σε μια χώρα που το τι είναι αποδεκτό και τι ηθικό καθορίζεται εντελώς απροσχημάτιστα από τα συμφέροντα της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, το ερώτημα ήταν εύλογο. Ακόμα και στη χώρα μας, που ο ηθικός πήχης είναι σχετικός, μπορεί τόσο σχετική να είναι και η αλήθεια; Τον Ιανουάριο του 2019 δεν είναι η Κομισιόν που κατηγορούσε την Κύπρο και άλλες δύο χώρες για «σημαντικό αριθμό γκρίζων ζωνών» που έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια της Ευρώπης; Με τον Πρόεδρο τότε να επικαλείται στοχοποίηση της Κύπρου και τον Πρόδρομο Προδρόμου να τονίζει πως δεν θα δεχθούμε θυματοποίησή μας λόγω της επενδυτικής δραστηριότητας στο νησί; Πώς δεν είχε προκύψει ζήτημα μέχρι σήμερα; Δεν ήταν ζήτημα η έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας τον Οκτώβριο του 2018, όπου αναφερόταν σε ανοιχτές πόρτες της Ευρώπης στους εγκληματίες και τους διεφθαρμένους χάρη στα αδιαφανή συστήματα «χρυσής βίζας», όπως αυτό της Κύπρου; Το ότι βρεθήκαμε στη μαύρη λίστα του ΟΟΣΑ, κάτι που ανάγκασε τον υπουργό Εξωτερικών να ζητά την παρέμβαση βουλευτών για να τερματιστούν οι ευρωπαϊκές πιέσεις για επιβολή τιμωρίας εναντίον της Κύπρου;

Κάθε στέλεχος της κυβέρνησης και του ΔΗΣΥ που κλήθηκε να τοποθετηθεί για τις συγκεκριμένες υπηκοότητες την τελευταία βδομάδα υπέδειξε ότι αυτές δόθηκαν πριν από το 2019 και ότι σήμερα μπήκαν πολύ πιο αυστηρές δικλίδες. Αυτοί όμως δεν ήταν στην κυβέρνηση και πριν από το 2019; Αυτοί δεν καθόρισαν και συντήρησαν τα κριτήρια; Αυτοί δεν χορήγησαν τις υπηκοότητες; Πώς γίνεται ως επιχείρημα για το γεγονός ότι για μια εξαετία δίναμε διαβατήριο σε όποιον είχε κάποια εκατομμύρια να μας δώσει (μέχρι που η διεθνής κατακραυγή μας ανάγκασε να θεσπίσουμε πιο αυστηρές πρόνοιες) να προβάλλεται το ότι τα κριτήρια του δικού τους προγράμματος ήταν τότε διαφορετικά;

Οι ίδιοι δεν είναι που όλο το προηγούμενο διάστημα διαβεβαίωναν ότι το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων ήταν πολύ αυστηρό και τα έβαζαν με όποιο Μέσο ή οργανισμό εξέφραζε αμφιβολίες; Δεν είναι ο Νίκος Χριστοδουλίδης που, απαντώντας σε άρθρο του πρακτορείου Bloomberg, τόνιζε πως «η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα αυτής της διαδικασίας δεν επηρεάζουν την αυστηρότητα των διαδικασιών»; Και κατέληγε πως «το άρθρο χρησιμοποιεί κλισέ και υπονοούμενα για την ύφανση μιας λοξής εικόνας της πραγματικότητας; Χαρακτηρίζοντας τις αναφορές αντιεπαγγελματικές που «δεν έχουν θέση με σοβαρή δημοσιογραφία» (προφανώς συνηθισμένος στη σοβαρή δημοσιογραφία εδώ στη χώρα); Δεν είναι ο Νίκος Νουρής που με την Κύπρο στη μαύρη λίστα του ΟΟΣΑ δήλωνε πως «η κυβέρνηση ακολουθεί προσεγμένη πολιτική;» Γιατί την άλλαξαν;

Στη βάση ποιων πρόσθετων στοιχείων θα γίνει η έρευνα; Σήμερα ανήλθε στην εξουσία το συγκεκριμένο καθεστώς; Τώρα βρέθηκε στη μαύρη λίστα χωρών; Και τελικά, τι θα ελέγξουν; Αφού μέχρι και το πρωί της μέρας που ανακοινώθηκε η έρευνα επέμεναν ότι όλα έγιναν νομότυπα.

Είναι δυνατόν ακόμα και σε μια ξεχειλωμένη δημοκρατία όπως η δική μας, το ότι πρόσωπα που μετέχουν στο πολιτικό σύστημα της χώρας συμμετείχαν και έμμεσα και άμεσα στην προώθηση και υλοποίηση αυτού του προγράμματος, να μην θεωρείται μεμπτό; Να προωθεί αίτηση γραφείο πατέρα υπουργού και αυτός να συμμετέχει στο Υπουργικό για έγκρισή της. Να κάνει αίτηση το δικηγορικό γραφείο του Πρόεδρου (έστω και για 41 περιπτώσεις όπως τονίζει ο Προδρόμου) και να το εγκρίνει το Υπουργικό υπό τον Πρόεδρο; Να κάνουμε έρευνα για να ελέγξουμε συγκεκριμένες πολιτογραφήσεις αλλά όχι αυτούς που τις χορήγησαν;

Αυτό είναι και το κύριο πρόβλημα της χώρας. Αυτό το δούλεμα χωρίς ανάσα. Αυτή η απόλυτη ταύτιση της πολιτικής με τη φαιδρότητα, η αναγωγή της φαιδρότητας σε πολιτική. Ο τρόπος που λειτουργούν, ελέγχουν τους εαυτούς τους, που αντιμετωπίζουν τις αποκαλύψεις και τις αντιδράσεις. Αυτή η σιγουριά ότι η χώρα τους ανήκει. Που σε κάνει να διερωτάσαι αν υπάρχει πάτος τελικά. Κι αν ναι, πόσο πιο χαμηλά βρίσκεται;