Φόρμα αναζήτησης

Κι αν μια στο εκατομμύριο μιλάνε σοβαρά;

Η εισβολή στη Συρία και η επίθεση του Ερντογάν στον Τ/Κ ηγέτη με την οποία τον κάλεσε να αντιληφθεί τα όριά του, μαζί με τις ρητορικές εξάρσεις και ενέργειες της Τουρκίας στα ενεργειακά, αποτέλεσαν την τέλεια αφορμή ώστε για μία ακόμα φορά να βγουν μπροστά όσοι χρόνια τώρα φυλάνε Θερμοπύλες. Να στηθούν στη σειρά για να δηλώσουν -εκ νέου- δικαιωμένοι. Υπενθυμίζοντας ότι αυτοί είχαν προ πολλού εκτιμήσει ότι οι εκάστοτε τ/κ ηγεσίες αποτελούνται από εγκάθετους της Άγκυρας, πως η Τουρκία δεν μπορεί να χαίρι καμιάς εμπιστοσύνης και επικρίνοντας τους αφελείς που συνεχίζουν να θεωρούν ότι μια λύση λειτουργική είναι εφικτή έχοντας αυτή τη χώρα απέναντι. «Αυτόν τον άνθρωπο κάποιοι εδώ στην Κύπρο μας λένε να τον εμπιστευτούμε μετά τη λύση του Κυπριακού» έγραψε ο Νικόλας Παπαδόπουλος. «Η βάρβαρη εισβολή της Τουρκίας στη Συρία», επιβεβαιώνει «την περιφρόνηση κάθε αρχής και δικαίου», είπε ο Άθως Αντωνιάδης, προτρέποντας «κάποιους» να «ξυπνήσουν απότομα». Ενώ ο βουλευτής της ΕΔΕΚ Κωστής Ευσταθίου, από το ΡΙΚ, κάλεσε όσους οραματίζονται λύση με την Τουρκία «να συνειδητοποιήσουν με ποιους έχουμε να κάνουμε».

Πώς όμως οι εξελίξεις επηρεάζουν τον τρόπο που θα έπρεπε να προσεγγίζουμε το Κυπριακό; Πώς μεταβάλλουν τις πραγματικότητες όπως τις αντιλαμβανόμασταν μέχρι σήμερα; Με ποιο τρόπο η υπενθύμιση με ποιους έχουμε να κάνουμε, διαφοροποιεί τα δεδομένα; Δεν είναι με τους ίδιους που θα έχουμε να κάνουμε είτε λύσουμε το Κυπριακό είτε όχι; Πότε η επιδίωξη για λύση είχε να κάνει με το πόσης εμπιστοσύνης μπορεί να χαίρει η Τουρκία; Με το αν σέβεται το δίκαιο, πόσο δημοκρατική είναι; Είναι δυνατόν όλοι αυτοί που έχουν καταλάβει ποια είναι η Τουρκία και απορρίπτουν κάθε συνθηκολόγηση με αυτήν, να μην αντιλαμβάνονται πως δεν βρίσκεται μακριά και με ενδεχόμενη λύση θα τη φέρουμε κοντά, ότι δεν είναι ένας εξωτερικός παράγοντας που κάποιοι προσπαθούν να καταστήσουν κομμάτι του προβλήματος και μιας μελλοντικής λύσης, αλλά βρίσκεται ήδη μέσα στη χώρα; Αποτελεί τον κύριο και καθοριστικότερο παράγοντα όπως οι ίδιοι, με αφορμή τη νέα επίθεση Ερντογάν στον Ακιντζί, έσπευσαν να υπενθυμίσουν; Και ότι ο μόνος τρόπος ώστε να πάψει να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, εκτός κι αν ακολουθήσουμε το στρατιωτικό σχέδιο του μέχρι πρότινος βουλευτή και νυν κομματάρχη και στο επόμενο πραξικόπημα (εφόσον υπάρξει) επιτεθούμε και ανακαταλάβουμε τα εδάφη μας, είναι με μια συμφωνία; Δημιουργώντας -παράλληλα- τις συνθήκες ώστε η βιωσιμότητα των Τ/Κ να μην εξαρτάται σε απόλυτο βαθμό από την Τουρκία; Δεν υπάρχει Ε/Κ που να μην νιώθει άβολα με την παρουσία αυτής της Τουρκίας στην περιοχή. Μπορεί όμως αυτή η ανησυχία να λειτουργεί ως επιχείρημα για να μην αγγίζουμε την υφιστάμενη κατάσταση αντί ως καταλύτης ώστε να κάνουμε τα πάντα για να περιορίσουμε τις εδώ προσβάσεις της;

Αυτοί που πανηγυρίζουν με δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, προκρίνουν τερματισμό της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, μιλούν για τίμημα που πρέπει να πληρώσει (και θα πρέπει να πληρώσει), είναι δυνατόν να αγνοούν πως, σε περίπτωση οριστικής κατάρρευσης της ευρωπαϊκής προοπτικής της ή ολικού παγώματος των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας, ο πρώτος που θα πληρώσει το τίμημα θα είμαστε εμείς; Πως, είτε εντός είτε εκτός Ευρώπης, η Τουρκία δεν θα εξαφανιστεί από την περιοχή; Απλά, εκτός ευρωπαϊκής τροχιάς και επιρροής, μακριά από τη Δύση, θα καταστεί ακόμα πιο αυταρχική, ακόμα πιο ανεξέλεγκτη; Και πως ο μόνος τρόπος να περιοριστεί ο κίνδυνος πρόκλησης κρίσεων είναι μέσα από μια προοπτική που θα καθιστά ασύμφορη την περαιτέρω απομάκρυνσή της από την Ευρώπη και τις αρχές της;

Κυρίως όμως είναι δυνατόν όλοι αυτοί που έχουν στηθεί στη σειρά πανηγυρίζοντας που για μία ακόμα φορά δικαιώνονται, να μην αντιλαμβάνονται ότι οι εξελίξεις κάθε άλλο παρά τους δικαιώνουν; Αν κάτι κάνουν είναι να καταρρίπτουν τη διαχρονική ρητορική τους; Διότι, πού βασίστηκε αυτή η ρητορική της «δεύτερης καλύτερης λύσης» (που στην πορεία ανήχθη σε πρώτη); Στο ότι τώρα ξέρουμε τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε, ενώ μια λύση, που δεν θα καλύπτει σε βαθμό απόλυτο τις επιδιώξεις μας, ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει σε κάτι πολύ χειρότερο. Πώς γίνεται να μην μπορούν να αντιληφθούν ότι τα όσα ακολούθησαν το πραξικόπημα, σε μια Τουρκία που συνεχώς αλλάζει, το μόνο που επιβεβαίωσαν είναι ότι αβέβαιο είναι και το status quo; Με τη μόνη διαφορά ότι, σε αντίθεση με τη λύση, δεν παρέχει καμιά δυνατότητα επηρεασμού του; Πως η διαιώνιση της υφιστάμενης κατάστασης δεν απομακρύνει τον κίνδυνο μιας κακής λύσης αλλά την καθιστά βεβαιότητα;

Είναι δυνατόν να μην κατανοούν ότι δεν είναι η υπογραφή μας που επιβάλλει τις πραγματικότητες αλλά η ίδια η τάξη πραγμάτων; Πως τετελεσμένα μπορούν να δημιουργηθούν και χωρίς τη δική μας υπογραφή; Ότι δεν έχει καμιά σημασία, όπως έγραφε ο Ralph Inge, «το πρόβατο να περνάει αποφάσεις υπέρ της χορτοφαγίας, όσο ο λύκος εξακολουθεί να έχει διαφορετική γνώμη»; Να φοβούνται την Τουρκία απέναντι, αλλά να νιώθουν άνετα με αυτήν μέσα στη χώρα; Να μην την εμπιστεύονται ως συνομιλητή, αλλά να κάνουν να πάντα ώστε να τη διατηρούν εδώ ως κατακτητή;

Και μπορεί όλα αυτά να μην προκαλούν ενόχληση για το ότι κάποιοι, 45 χρόνια τώρα μας δουλεύουν ασύστολα; Κυρίως όμως τρόμο μήπως, μια στο εκατομμύριο, μιλάνε σοβαρά;