Φόρμα αναζήτησης

Η δημοκρατία μας σε κρίση

Σε μια ιστορική συγκυρία όπου ο Ντόναλντ Τραμπ ηγείται της Αμερικής, οι Ρώσοι αναπολούν σε ποσοστό 70% τη διακυβέρνηση Στάλιν, και οι επιλογές των Βρετανών (με μακρά παράδοση στην πολιτική σοβαρότητα) αφορούν τους Μπόρις Τζόνσον και Κόρμπιν, θα ήταν τουλάχιστον ουτοπία- και υποκρισία- αν κάποιος ισχυριζόταν ότι στη δική μας δημοκρατία δεν θα καταγράφονταν ελλείμματα, προβλήματα σοβαρότητας και δεν θα προτάσσονταν συνεχή εμπόδια στη λειτουργία της. Θα ανέμενε, όμως, κάποιος ότι οι τελευταίες μέρες με το δημοσίευμα της μη κυβερνητικής οργάνωσης OCCRP, το οποίο εμπλέκει τον Πρόεδρο και το πρώην δικηγορικό του γραφείο σε μεταφορές εκατομμυρίων που αφορούν και τον Αλεξάντερ Αμπράμοφ- φίλο του Πούτιν- θα ενεργοποιούσαν αν μη τι άλλο τα αντανακλαστικά μας. Θα οδηγούσαν σε μια συζήτηση για το τι πάει λάθος σε αυτή τη χώρα.

Όχι τόσο για τα όσα καταγράφονται. Τέτοια «λιβελλογραφήματα», όπως χαρακτηρίστηκαν από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και το πρώην δικηγορικό γραφείο του Προέδρου, άλλωστε, που φέρουν τη χώρα να εμπλέκεται σε υποθέσεις ξεπλύματος χρήματος, κοσμούν χιλιάδες σελίδες ξένων μέσων ενημέρωσης και μελετών οργανισμών, σε βαθμό που να έχουμε πάθει ανοσία. Όσο για την αντίδραση. Εκείνη την ανακοίνωση του δικηγορικού γραφείου, που ως εικόνα (και ουσία) ήταν επιβεβαιωτική της εικόνα της χώρας. Επειδή προφανώς και είχε κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί το όνομά του (όπως έσπευσε να υποδείξει, αναλαμβάνοντας χρέη εκπροσώπου του ο Βίκτωρας Παπαδόπουλος), κάποιος όμως δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί ως προς τον στόχο (που δεν έκανε καν προσπάθεια να κρύψει): Γιατί επέλεξε να ξεκαθαρίσει πως δεν προτίθεται να κινηθεί εναντίον της «πλατφόρμας» που κατηγόρησε για «λιβελλογράφημα», αλλά να απειλήσει με αγωγές κυπριακά έντυπα που απλά προχώρησαν σε αναδημοσίευσή του; Δεν όφειλε, αφού ανησυχεί για τη φήμη του, μια οργάνωση που συκοφαντεί το πρώην γραφείο του, δημιουργώντας τέτοια προβλήματα στην εικόνα του, να την κυνηγήσει νομικά; Τι επιδίωκε μέσα από την απειλή προς τα μέσα ενημέρωσης της χώρας;

Κυρίως όμως την αντίδραση της κυβέρνησης. Που ανέδειξε τα όρια της σοβαρότητάς μας και άγγιξε τα θεμέλια της δημοκρατίας μας. Αυτή θα έπρεπε να είχε προβληματίσει περισσότερο. Διότι είναι δυνατόν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, με τέτοια άνεση, να δηλώνει ότι «τα όσα αναφέρονται ως «ευρήματα» υπήρξαν αντικείμενο συστηματικής διερεύνησης από τις αρμόδιες ερευνητικές και ανακριτικές αρχές πολλών χωρών, και εις ουδεμία περίπτωση είτε το όνομα του Προέδρου είτε του πρώην δικηγορικού γραφείου του δεν ευρέθη ως εμπλεκόμενο»; Το ότι ο Πρόεδρος και η χώρα αποτελούν αντικείμενο συστηματικής διερεύνησης σε πολλές χώρες δεν ενοχλεί; Να εκφράζει «τη λύπη και απογοήτευση» του «διότι ευρέθη κυπριακό έντυπο να αναδημοσιεύσει τους σχετικούς λίβελλους, ενισχύοντας την επιχειρούμενη δυσφήμιση της χώρας και του ίδιου του Προέδρου»; Υπονοώντας ότι κυπριακά μέσα ταυτίζονται με ξένα συμφέροντα και καλώντας τα στην ουσία να μην δημοσιοποιούν κείμενα που δυσφημούν τον Πρόεδρο; Από πότε δουλειά των μέσων μια χώρας είναι η διαφύλαξη της εικόνας ή της υπόληψης της προεδρίας; Είναι τα συμφέροντα της χώρας ταυτόσημα με αυτά του Προέδρου; Σε ποια δημοκρατία η κυβέρνηση προχωρά σε νουθεσίες προς τα ΜΜΕ για το τι θα πρέπει να καλύπτουν και τι όχι; Αντιλαμβάνονται σε τι είδους καθεστώτα επικρατούν τέτοιες αντιλήψεις; Τι έγραψε η OCCRP;  Ότι «οι συναλλαγές δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τη σχέση του δικηγορικού γραφείου του Αναστασιάδη… με ρωσικά οικονομικά δίκτυα που εμπλέκονται σε εγκληματικές δραστηριότητες». Και «επιτείνουν τις υπάρχουσες ανησυχίες σχετικά με συμφέροντα που… θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της χώρας». Σε τι από αυτά απάντησε η κυβέρνηση;

Η τελευταία βδομάδα κατέγραψε με τρόπο γλαφυρό την εικόνα της χώρας. Επιβεβαίωσε την πορεία της:

Τις προτεραιότητες. Την προσπάθεια εκφοβισμού μέσων ώστε να μην αναπαράγουν ειδήσεις οι οποίες προφανώς δημιουργούν μια καθ’ όλα αρνητική εικόνα. Η οποία σαφώς και έχει αρνητικό αντίκτυπο και στον Πρόεδρο και στη χώρα, όχι όμως λόγω της κάλυψής της από τα κυπριακά μέσα.

Την άνεση με την οποία οι κυβερνώντες ψεύδονται: Δεν μπορεί π.χ. ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να δηλώνει ότι «είναι καλά γνωστό ότι με διορθωτικά μέτρα και ρυθμίσεις, η κυβέρνηση έχει πετύχει να μην συγκαταλέγεται πλέον η Κύπρος σε «γκρίζες λίστες», όταν (είναι καλά γνωστό ότι) η χώρα βρίσκεται, όχι απλά σε «γκρίζες λίστες» αλλά στην κορυφή κάποιων. Την εντύπωση που έχουν για την κοινωνία. Την ανάδειξη ξένων κέντρων που θέλουν να πλήξουν την Κυπριακή Δημοκρατία. Και την ταύτιση όσων τους ενοχλούν με αυτά τα κέντρα.

Την αντίληψη της κυβέρνησης για τον ρόλο των ΜΜΕ, η οποία δυστυχώς είναι η ίδια που έχουν και η πλειοψηφία των ίδιων των Μέσων.

Την ασυδοσία που γιγαντώνει η ανομία. Αυτή την αυτοπεποίθηση μιας ομάδας ανθρώπων που απηχεί μια εμπεδωμένη άποψη εντός ενός κομματιού της κοινωνίας ότι μπορεί να ελέγχει τα πάντα, να λειτουργεί ανεξέλεγκτα, δίχως να ενοχλείται.

Τον τρόπο που χειρίζεται την κοινή γνώμη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Τη ρητορική πεζοδρομίου που χρησιμοποιεί ο διευθυντής του γραφείου Τύπου του Προέδρου.

Τη διαπλοκή, τη διαφθορά. Την επιμονή κάποιων να θεωρούν ότι βρίσκονται υπεράνω του νόμου. Ότι δεν χρειάζεται να λογοδοτούν.

Όλο αυτό το κράμα που επιβεβαιώνει ότι είμαστε ένα failed state.

Γι’ αυτό η τελευταία βδομάδα δεν αφορούσε την κυβέρνηση, ούτε το πρώην δικηγορικό γραφείο του Προέδρου. Αφορούσε όλους τους υπόλοιπους.