Φόρμα αναζήτησης

Εύκολοι καιροί για ψεύτες… Του Αντώνη Πολυδώρου

Τελικά με τι κριτήριο ψηφίζει ο κόσμος; Και κυρίως με τι κριτήριο κρίνει αυτούς που ψηφίζει; Τι είναι αυτό που κάνει την κοινωνία να βγαίνει στους δρόμους για ένα ζήτημα που σε έξι μήνες δεν θα υφίσταται καν και όχι για κάτι που επηρεάζει με βάναυσο τρόπο την καθημερινότητά του; Η κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα για τέσσερα χρόνια αναίρεσε κάθε υπόσχεση που είχε δώσει προεκλογικά. Είχε πει πως ο πρώτος νόμος που θα έφερνε στη Βουλή θα καταργούσε το μνημόνιο και έφερε δύο ακόμα. Είχε υποσχεθεί ότι θα αύξανε τους μισθούς και τους έκοψε. Είχε δεσμευτεί ότι θα έδινε επιπλέον συντάξεις, θα καταργούσε τον ΕΜΦΙΑ και αύξησε το αφορολόγητο. Αντιτίθετο στις ιδιωτικοποιήσεις και έβαλε πωλητήριο σε ΔΕΚΟ και ακίνητη περιουσία του Δημοσίου. Θα γκρέμιζε τις μπάρες στα διόδια και διπλασίασε τις χρεώσεις. Θα ξεφορτωνόταν τα βαρίδια της μεταπολίτευσης και υιοθέτησε κάθε αποτυχημένη πρακτική της. Έφερε τη χώρα ένα βήμα εκτός ευρωζώνης. Κατεδάφισε το κοινωνικό κράτος.

Για όλα αυτά τα ψέματα είχε ελάχιστες αντιδράσεις. Ψηφοφόροι και αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ αποδέχθηκαν σχεδόν ως λογική την πλήρη ανακολουθία προεκλογικών λόγων και μετεκλογικών έργων. Επικαλέστηκαν την άγνοια κινδύνου της πρώτης περιόδου. Δικαιολόγησαν (κάποιοι επικρότησαν) τη μεταστροφή της δεύτερης. Αντίθετα στο Μακεδονικό όπου η κυβέρνηση υλοποίησε στην ουσία τις διακηρύξεις της βρέθηκε αντιμέτωπη με την οργή της πλειοψηφίας του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης μεγάλης μερίδας των ψηφοφόρων της. Η συνεπής στάση της στο Μακεδονικό επέφερε πολλαπλάσια αντίδραση απ’ όση είχε προκαλέσει η επί τέσσερα χρόνια τεράστια ασυνέπειά της.

Το ερώτημα γιατί ο κόσμος εκλέγει ψεύτες πολιτικούς δεν είναι σημερινό. Αυτό γινόταν διαχρονικά. Μια αναδρομή στα συνθήματα που εξέλεξαν πολιτικούς από την αρχή της μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα είναι αρκετή για να καταδείξει την αναντιστοιχία λόγων και έργων. «Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Λεφτά υπάρχουν», «ΣΥΡΙΖΑ ή μνημόνιο». Ούτε είναι φαινόμενο ελληνικό. Πουθενά στον κόσμο η πολιτική δεν αποτελεί προνομιακό πεδίο ανάδειξης της αλήθειας. Κυρίως προεκλογικά. Ο ίδιος ο Μπίσμαρκ έλεγε πως οι άνθρωποι ποτέ δεν λένε τόσα ψέματα, όσο μετά το κυνήγι, στη διάρκεια πολέμου και πριν τις εκλογές. Οι πολιτικοί παντού διαστρεβλώνουν τα γεγονότα, εξαπατούν, παραπλανούν, ψεύδονται. Και κερδίζουν.Είτε επειδή οι πολίτες είναι αφελείς, απληροφόρητοι, εξαπατώνται. Είτε λόγω μιας συνειδητής επιλογής που δημιουργεί η τεχνητή ελπίδα. Που καθησυχάζει τις ανησυχίες του. Επιβεβαιώνει τις ψευδαισθήσεις του. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των Brexit και Τραμπ. Πάντοτε όμως στο τέλος κρίνονται στη βάση των προεκλογικών τους υποσχέσεων.

Στην Ελλάδα όμως (όπως και στην Κύπρο) οι εξαγγελίες δεν έχουν καμιά σημασία. Γι’ αυτό και βλέπουμε τον κόσμο (π.χ. στο Μακεδονικό) να μην αντιδρά για αθέτηση υποσχέσεων και αντίστοιχα να αντιδρά όταν αυτές υλοποιούνται. Ίσως επειδή έχει συνηθίσει στον κυνισμό και το ψέμα που δεν πιστεύει πραγματικά ότι θα κάνει αυτό που υπόσχεται προεκλογικά. Αν όμως αυτό ισχύει στη βάση ποιων δεδομένων ψηφίζει; Πώς κρίνει -στηρίζει ή κατακρίνει- αν όχι στη βάση προεκλογικών εξαγγελιών;

Αυτός που ψηφίζει Ελένη Σταύρου θεωρεί ότι με την εκλογή της η χώρα πλησιάζει την ένωση; Ψηφίζει αυτόν που του λέει ότι η Κύπρος είναι ελληνική επειδή θεωρεί ή και θέλει να γίνει κομμάτι της Ελλάδας; Αυτός που ψηφίζει ΑΚΕΛ θεωρεί πραγματικά ότι θα επωφεληθεί από μια αλλαγή στην οικονομία; Τι είναι αυτό που τον κάνει να επιλέγει πολιτικούς και να στηρίζει πολιτικές που στην καλύτερη ξέρει ότι είναι ανέφικτες και στη χειρότερη ότι είναι επικίνδυνες; Και να συνεχίζει να τις στηρίζει όταν τα αποτελέσματα είναι εκεί;

Σε συνέντευξή του ο νυν υπουργός Εσωτερικών λίγους μήνες μετά την εκλογή Αναστασιάδη, ερωτώμενος για τις προεκλογικές εξαγγελίες τις οποίες δεν υλοποίησε η κυβέρνηση είχε επικαλεστεί την άγνοια της πραγματικής κατάστασης ως τον κύριο λόγο. O λόγος, βέβαια, που δεσμεύτηκε σ’ ένα πρόγραμμα ξεκάθαρα ανεφάρμοστο ήταν προφανής: Αν δεν έλεγε ψέματα δεν θα είχε εκλεγεί. Το εκπληκτικό δεν είναι ότι εξελέγη με μια ατζέντα που ήταν αδύνατον να υλοποιήσει: υποσχόμενος λύση, ανάπτυξη το 2014 και σειρά μεταρρυθμίσεων. Αλλά ότι επανεξελέγη με σημαία τη λύση του Κυπριακού (που είχε φροντίσει να κλείσει) και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων (τις οποίες δεν είχε ξεκινήσει). Με την ίδια ατζέντα δηλ. που η ίδια η διακυβέρνησή του είχε προλάβει την προηγούμενη πενταετία να αναιρέσει.

Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά μας από τις υπόλοιπες χώρες. Οι πολιτικοί δεν είναι υπόλογοι σε κανέναν. Γνωρίζουν ότι οι προεκλογικές υποσχέσεις δεν τους δεσμεύουν. Πως μπορούν να πουν οτιδήποτε προεκλογικά και να κάνουν οτιδήποτε μετεκλογικά. Οι οπαδοί τους θα τους πιστέψουν ακόμα και αν υπάρχουν αδιάψευστες αποδείξεις ότι ψεύδονται. Και θα συνεχίσουν να τους στηρίζουν ακόμα κι αν δεν εφαρμόσουν τίποτε απ’ όσα υποσχέθηκαν. (Παίζοντας απλά με τον θυμικό και τον οπαδικό πατριωτισμό τους). Ο κόσμος δεν επιλέγει απλά αλλά στηρίζει μέχρι τέλους τους ψεύτες πολιτικούς. Δημιουργώντας την πεποίθηση ότι δεν καταπίνει το δόλωμα του λαϊκισμού και της εξαπάτησης αλλά το επιδιώκει.

Ο τρόπος που είναι δομημένο το σύστημα της Δημοκρατίας απαιτεί λογοδοσία. Υπάρχουν κενά που αναδεικνύουν στην εξουσία ψεύτες, δημαγωγούς, λαοπλάνους. Η διαφορά είναι ότι αυτοί καθίστανται στη συνέχεια υπόλογοι. Ο κόσμος έχει την ευχέρεια να τους κρίνει και να τους απορρίψει στην επόμενη εκλογική διαδικασία. Και συνήθως αυτό γίνεται. Όπως είπε ο Αβραάμ Λίνκολν «μπορείς να τους ξεγελάς όλους για λίγο, λίγους για πάντα, αλλά όχι όλους για πάντα. Αυτό σε Ελλάδα και Κύπρο δεν υφίσταται. Οι κυβερνήσεις εκ του αποτελέσματος δεν λογοδοτούν. Κι εφόσον δεν λογοδοτούν καθίστανται ανεξέλεγκτες. Και η χώρα εύκολη λεία για ψεύτες.
antopoly@cytanet.com.cy