Φόρμα αναζήτησης

Νέο «μείγμα» με λιγότερους φόρους και αποτελεσματικότερο κράτος

ΓΡΑΦΕΙ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Η νέα ελληνική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να αλλάξει γρήγορα και καίρια την «τροχιά» της οικονομίας. Αυτό προκύπτει από την ταχύτητα με την οποία δρομολογεί εν μέσω θέρους το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, αλλά και από τις ευρύτερες κινήσεις στον τομέα της προσέλκυσης επενδύσεων καθώς και στο ξεμπλοκάρισμα εμβληματικών πρότζεκτ που έχουν κολλήσει εδώ και χρόνια.

Το νέο μείγμα πολιτικής θα περιλαμβάνει μείωση των φορολογικών συντελεστών –κάτι που είχε εξαγγείλει καιρό πριν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης– καθώς και έναν πιο λιτό, αλλά σαφώς πιο αποτελεσματικό, κρατικό μηχανισμό. Ένα κράτος φιλικό προς τον πολίτη και τον επιχειρηματία. Με στόχο τη διευκόλυνση του επιχειρείν αλλά και την παροχή στον κόσμο υψηλού επιπέδου υπηρεσιών. Δίχως τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις του παρελθόντος που τόσο έχουν στοιχίσει στην Ελλάδα.

Κομβικό ρόλο στον μετασχηματισμό του κράτους έχουν φυσικά οι μεταρρυθμίσεις. Εξάλλου, ο πρωθυπουργός διαθέτει ήδη πλάνο τετραετίας με απώτερο σκοπό να δώσει την αναγκαία ώθηση στην ελληνική οικονομία, ώστε να επιτευχθούν βιώσιμοι ρυθμοί ανάπτυξης που θα φέρουν στιβαρή ευημερία στην ελληνική κοινωνία.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα βήματα από πλευράς κυβέρνησης θα είναι συγκεκριμένα και κοστολογημένα. Ο προϋπολογισμός του 2020 θα περιλαμβάνει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ, όπως έχει ήδη συμφωνηθεί με τους θεσμούς. Και αυτό διότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει πάση θυσία να αποδείξει τη συνέπεια και τη σοβαρότητά του στους συνομιλητές του στην Ευρώπη ώστε να μπορέσει να διεκδικήσει την αναγκαία μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2021 και έπειτα.

Οι μειώσεις φόρων που θα αποτελέσουν ένα από τα δύο πρώτα νομοσχέδια της νέας κυβέρνησης –το δεύτερο θα αφορά ένα επιτελικό κράτος, με τα κυβερνητικά όργανα και τη δημόσια διοίκηση να δουλεύουν ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά– θα εκτείνονται σε βάθος τεσσάρων ετών. Όπως δήλωσε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας, «θα αντισταθμίζονται με μειώσεις δαπανών» που θα προκύψουν όπου είναι εφικτό αυτό να γίνει, όπως, για παράδειγμα, μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Για τα φυσικά πρόσωπα ο εισαγωγικός φορολογικός συντελεστής θα μειωθεί στο 9% για εισοδήματα έως 10.000 ευρώ, από το 22% που είναι σήμερα. Με αυτή την κίνηση, ουσιαστικά, συμπαρασύρονται χαμηλότερα οι φορολογικές επιβαρύνσεις συνολικά. Και η μείωση, στην πράξη, αφορά όλους τους πολίτες. Τόσο τους μισθωτούς όσο και τους συνταξιούχους, τους αγρότες, τους ελεύθερους επαγγελματίες. Με λίγα λόγια, όποιος έχει εισόδημα έως 10.000 ευρώ, από εκεί που σήμερα πληρώνει φόρους 2.200 ευρώ, θα καταβάλλει 900 ευρώ.

Βασική πρόβλεψη της κυβέρνησης είναι και η σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, που βαρύνει σημαντικά τους ελεύθερους επαγγελματίες. Όσον αφορά την κατοικία, η δέσμευση του Κυριάκου Μητσοτάκη για σταδιακή μείωση του ΕΝΦΙΑ θα εφαρμοστεί το συντομότερο. Συγκεκριμένα, το 2020 θα γίνει μείωση 20%, ενώ την επόμενη χρονιά θα γίνει επιπλέον μείωση 10%, ώστε σε βάθος διετίας να έχει διαμορφωθεί στο 30%.

Το έργο της κυβέρνησης, ωστόσο, μόνο εύκολο δεν πρέπει να θεωρείται. Το πρώτο εξάμηνο ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ήταν 1,3%, ποσοστό μάλλον απογοητευτικό. Βέβαια, κύκλοι της κυβέρνησης τονίζουν ότι το δεύτερο εξάμηνο η αλλαγή του κλίματος θα είναι εμφανής. Ο κύριος λόγος είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Εξάλλου, η έκδοση του νέου επταετούς ελληνικού ομολόγου αποτελεί μια πρώτη σαφή ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση με το επιτόκιο να πέφτει στο 1,9%. Στο ίδιο πλαίσιο, αποτυπώνονται εδώ και μερικές μέρες ανοδικές τάσεις και στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Μένει να δούμε μετά το τέλος του καλοκαιριού πόσο μακριά θα έχει φτάσει η κυβέρνηση προκειμένου έως το τέλος του 2019 να γίνουν αισθητά στην κοινωνία τα αποτυπώματα της πολιτικής της. Το κλειδί για την ανάκαμψη της οικονομίας είναι οι χιλιάδες ποιοτικές θέσεις εργασίας. Και αυτές θα δημιουργηθούν μόνο εάν οι επενδυτές αισθανθούν ότι η Ελλάδα είναι φιλόξενος τόπος για να φέρουν τα κεφάλαιά τους.