Φόρμα αναζήτησης

Να πεθάνει όποιος δεν σε τρώει

Λ<+Text_Normal>ατρεύω τις δεξιώσεις. Στο χέρι ένα ακριβό ποτήρι. Ένας μεζές στο ξυλάκι. Και στη μέση χίλια δυο διπλοπρόσωπα μούτρα γεμάτα ευγένεια. Εκλεκτά πρόσωπα! «Πάλι στάζει αίμα από την πένα σου», μου είπε κάποτε κάποιος. «Θα ήταν καλύτερα να έσταζε νερό;» τον ρώτησα. Ε κυρία Λουτ. Είσαι ικανοποιημένη από τούτο τον καιρό; Σου άρεσε η Κύπρος; Κοίτα, είναι και αυτή ένας παράδεισος συνταξιούχων, όπως η Κρήτη, όπως η Ρόδος! Δεν θες να ζήσεις ανάμεσά μας; Μια έπαυλη με θέα τη θάλασσα. Την παραγγέλνεις εσύ. Η γη από εμάς. Ακόμα δεν εξαντλήθηκε το πλιάτσικο εδώ. Τρως τρως και δεν τελειώνει! Δεν τσιγκουνευτήκαμε για κανέναν και θα τσιγκουνευτούμε για σένα; Χαιρετίσματα στον Άλβαρο ντε Σότο. Όταν σε κοιτάζω, εκείνον θυμάμαι κυρία Λουτ. Τι ωραίο πορτοκαλί πουκάμισο και πορτοκαλί στυλό είχε. Κάποτε τον παρομοίαζα με κατάδικο στο Αλκατράζ. Εκείνος είχε δημιουργήσει το κλίμα ότι κολυμπήσαμε και σχεδόν φτάσαμε στο τέλος. Ήταν έτοιμη ακόμα και η ομοσπονδιακή μας σημαία. Ε Άλβαρο! Πού είσαι; Σε ποιο μέρος τούτου του κόσμου που μετατράπηκε σε κόλαση είσαι; Άντε εμφανίσου. Σε πεθυμήσαμε. Ένα βράδυ πέρασα από την οδό Ραγισμένων Καρδιών. Με ρώτησαν για εσένα. «Παίζει κιθάρα και τραγουδάει στο Περού», τους είπα. Έχεις τα χαιρετίσματα όλων των μελών της United Cyprus. Και του Κεμάλ του Cypriot.

Ε κυρία Λουτ. Τέλειωσε το καλοκαίρι. Τώρα είναι φθινόπωρο. Και η καρδιά μου γίνεται φθινόπωρο και φεύγει. Περνώ από τα σοκάκια στο Αραμπαχμέτ. Ένα παιδί μού κουνάει το χέρι από το παράθυρο. Ο καιρός τρελαίνει τον άνθρωπο, τον τρελαίνει. Πες μου. Πώς πέρασε η δεξίωση; Τα κέφια καλά; Τι είπες; Συνεχίζεται η διαδικασία; Έτσι έλεγε πάντα και ο Γκορμπατσόφ. Και κατέβαινε από το βήμα. Από πίσω του τον έβριζαν. Η μία από τις δύο λέξεις στη γλώσσα του λαού στη Μόσχα ήταν σεξιστική βρισιά, ακριβώς όπως τώρα εδώ σε εμάς. Σε έβλεπα μια βδομάδα. Σε παρακολούθησα που έτρεχες συνεχώς. Τη μια στον Νίκο. Την άλλη στον Μουσταφά. Σε λένε Σιδηρά Κυρία, αλλά έσκασαν ακόμα και ένα σίδερο σαν εσένα, έτσι δεν είναι; Όχι ανοικτού τέλους. Όχι κλειστού τέλους. Πες αλήθεια όμως, ούτε εσύ το ήθελες πολύ. Γιατί να μας συμφιλιώσεις; Γιατί να φέρεις λύση; Δεν σου είπαν τι είχαν πει κάποτε τα αφεντικά στον Martin Packard; Ο καημένος ο Martin. Μήπως λίγο προσπάθησε για να μας συμφιλιώσει κάποτε; Αλλά όταν αντιλήφθηκαν ότι προσπαθεί πραγματικά, του τράβηξαν το αφτί. Του είπαν: «Τι κάνεις Martin; Εμείς προσπαθούμε να τους χωρίσουμε και εσύ προσπαθείς να τους ενώσεις;». Από εκείνη την ημέρα αποσύρθηκε και έφυγε ο Martin. Δεν ξανάρθε. Έγραψε τα απομνημονεύματά του. Θα τα γράψεις και εσύ μια μέρα κυρία Λουτ. Πάρε από τώρα λίγα ωραία ονόματα: «Η κυπριακή φωτιά». «Η Κύπρος στο τρίγωνο του διαβόλου». «Το κέρατο του ταύρου». Αν το έγραφα εγώ, θα το ονόμαζα διαφορετικά: «Να πεθάνει όποιος δεν σε έφαγε».

Σε ποιο μέρος του δρόμου είμαστε τώρα; Εγώ στην Επηχώ και εσύ στην Κακοπετριά; Δεν έχει σημασία. Συναντιόμαστε στην πράσινη γραμμή. Στη νεκρή ζώνη. Ανοίγουμε ένα πλακάτ σε πείσμα των εχθρών: «Λύση αμέσως τώρα». Πλακώνουμε στο ξύλο όποιον δεν το λύνει τώρα. Του διαλύουμε τη μύτη και το στόμα. Του σπάμε τα χέρια και τα πόδια! Κοίτα, ήρθε και ο Τσαβούς. Οι δικοί μας δεκανείς στήθηκαν στη σειρά. Είναι έτοιμη η μπάντα! Και το στρογγυλό τραπέζι στο προεδρικό μέγαρο. Λατρεύω τα στρογγυλά τραπέζια. Το άφησες εσύ και πήρε ο Τσαβούς τώρα το σάζι. Το σάζι του δεν μοιάζει με αυτό του Δάσκαλου Αρίφ. Ο Δάσκαλος έπαιζε ένα τραγούδι και όλοι τον άκουγαν προσεχτικά:

«Έριξα μια πέτρα στο παράθυρο

Έκανε τακ

Βγήκε και η μάνα της

Δεν είναι σπίτι η κόρη μου, είπε

Αν δεν πιστεύεις μπες μέσα και κοίτα

Αν τη βρεις

Το κρεβάτι είναι έτοιμο ξάπλωσε, είπε».

Φοβάμαι ότι πάλι θα μείνει στη μέση αυτό το τραγούδι κυρία Λουτ. Θα πεθάνουμε στην οδό Ραγισμένων Καρδιών. Νομίσαμε ότι ήρθε ο καιρός της. Πάντα ξεγελιόμασταν. Πάλι είναι φθινόπωρο. Η καρδιά μου είναι φθινόπωρο και φεύγει. Έρχεται ένα πουλί από τα βουνά με την καταχνιά και κάθεται στο παράθυρο. Να μην τελειώσει ποτέ αυτό το όνειρο!