Φόρμα αναζήτησης

Να μοιραζόμαστε τον πόνο μας και την ευτυχία μας σε αυτή τη γη…

Sevgul Uludag

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ.: 99 966518

 

Να μοιραζόμαστε τον πόνο μας και την ευτυχία μας σε αυτή τη γη, να μοιραζόμαστε ένα κοινό όραμα, να μοιραζόμαστε ένα κοινό μέλλον. Αυτά είναι τα πράγματα που θα πρέπει να επιδιώκουμε αντί το «παιγνίδι κατηγοριών» στο οποίο μας αναγκάζουν να συμμετέχουμε.

O Ulus Irkad, ένας από τους καλούς μας φίλους, συγγραφέας και ερευνητής έχει αυτή την αφοσίωση στους φίλους του από όλες τις κοινότητες αυτού του νησιού.

Ως νεαρός δάσκαλος, μαζί με τον Νίκο Αναστασίου, διοργάνωνε στην Πύλα συναντήσεις για νεαρούς και από τις δύο κοινότητες – όταν ακόμα τα οδοφράγματα ήταν σφραγισμένα και υπήρχαν πολύ λίγες ευκαιρίες στις δύο κοινότητες να συναντηθούν. Ήταν η δεκαετία του ’90. Μια χούφτα άνθρωποι από τις δύο κύριες κοινότητες του νησιού πίεζαν για «άδειες» για να συναντηθούν στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας στη νεκρή ζώνη στη Λευκωσία. Οι «άδειες» ήταν πολύ σπάνιες, δίδονταν από τις τουρκοκυπριακές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, έτσι προσπαθούσαμε να πάμε στην Πύλα για να συναντηθούμε. Ακόμα και αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Έπρεπε να είχες «σοβαρή» δικαιολογία για να περάσεις από το Πέργαμος στην Πύλα.

Στην Πύλα συναντιόμασταν σε εστιατόρια και καφενεία και η πολιτική αστυνομία μάς ακολουθούσε και συχνά όταν επιστρέφαμε από την Πύλα στο Πέργαμος μας «ανέκριναν» στο οδόφραγμα, με την αστυνομία να μας ρωτά διάφορες ερωτήσεις όπως «Γιατί περάσατε;», «Με ποιους συναντηθήκατε» και γινόταν έλεγχος στα αυτοκίνητά μας. Η όλη ιδέα ήταν να μας κάνουν να νιώσουμε «άβολα» και να μας σταματήσουν να συναντιόμαστε με τους Ελληνοκύπριους φίλους μας.

Ο Ulus και ο Νίκος και ο ξάδελφός μου Sarper και μερικοί άλλοι διοργάνωναν συναντήσεις σε μεγάλη κλίμακα στον εκδρομικό χώρο στο Πέργαμος όπου προσπαθούσαν να φέρουν μαζί ανθρώπους από πρώην μεικτά χωριά.

Εργάζονταν πάνω σε ένα χάρτη – το θυμούμαι αυτό. Μιλούσαν στους χωρικούς και στις δύο πλευρές του νησιού και μετά τους έφερναν μαζί στην περιοχή Περγάμου-Πύλας. Χρειαζόταν εξαιρετική προσπάθεια για να οργανωθεί αυτό αλλά δεν τους πείραζε να το κάνουν αφού το πίστευαν πραγματικά. Συγχωριανοί από την Πάφο που δεν είχαν δει ο ένας τον άλλο για δεκαετίες αγκαλιάζονταν και έλεγαν τα νέα τους για τα παιδιά και τα εγγόνια τους, τους γείτονές τους, τις αρρώστιες τους και οι χαρές και τα δάκρυα έσμιγαν με το γέλιο, αλλά πάνω από όλα η ανθρωπιά σιωπηλά φώτιζε την πορεία μας μέσα από αυτές τις συναντήσεις. Οι αρχιτέκτονες αυτών των συναντήσεων ήταν οι Ulus, Νίκος, Sarper και Ekrem Varoghlou. Ναι, αυτά δεν ήταν «προγράμματα», δεν ήταν «χρηματοδοτημένα», αλλά πραγματικές πρωτοβουλίες λαϊκής βάσης και η ομορφιά τους φόβιζε τα «βαθιά κράτη» και στις δύο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής, και τόσο ο Νίκος όσο και ο Ulus δέχονταν πυρά και εκφοβισμό. Οι τουρκοκυπριακές αρχές έβρισκαν τρόπους για να δημιουργήσουν εμπόδια στον Ulus και τον εκφόβιζαν και τον δίωκαν, αλλά ο Ulus ύψωνε το ανάστημά του. Τον απειλούσαν και έκαναν απόπειρες να τον φιμώσουν αλλά ο Ulus δεν σώπαινε. Ακόμα και κάτω από τις σκληρότερες συνθήκες δεν έσκυβε το κεφάλι στο καθεστώς. Πάντοτε ύψωνε το ανάστημά του, ποτέ δεν υπέκυπτε σε κανέναν ή σε οποιεσδήποτε αρχές. Συνέχιζε να συναντά τους φίλους του, να διοργανώνει, να κανονίζει και να προσπαθεί να διαμορφώσει ένα μέλλον σε αυτή τη γη όπου τα παιδιά μας να μπορούν να ζουν ειρηνικά αντί με εχθρότητα, μίσος, υποψία, φόβο και αντιπαράθεση.

Δεν είναι τυχαίο που ο Ulus είναι έτσι, αφού μεγάλωσε σε μια προοδευτική οικογένεια στην Πάφο – ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη και ο Ulus ήταν τυχερός που γεννήθηκε ανάμεσα σε βιβλία. Ο πατέρας του, η μητέρα του, η γιαγιά του, όλοι τους είχαν πολύ στενούς Ελληνοκύπριους φίλους και γείτονες και στις συναντήσεις που διοργάνωνε ο Ulus μαζί με τον Νίκο, η οικογένειά του συναντιόταν με τους Ελληνοκύπριους γείτονες και στενούς φίλους από την Πάφο. Ο Ulus πρόσθετε καινούργιους φίλους στους παλιούς φίλους της οικογένειάς του συνεχίζοντας τις καλές σχέσεις και την κατανόηση, εκτείνοντας το χέρι του για να αγγίξει τα χέρια των φίλων του από την άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής.

Ένας τέτοιος φίλος του ήταν ο Σπύρος Χατζηγρηγορίου, τον οποίο γνώρισε αμέσως μετά τον πόλεμο το 1974. Ο Ulus έγραψε ένα άρθρο για αυτό και θέλω να σας το μεταφέρω:

«Είχαμε μόλις περάσει τον πόλεμο του 1974. Οι αιχμάλωτοι πολέμου είχαν σταλεί στο βόρειο μέρος της Κύπρου πριν από πολύ καιρό. Παντού στην Κύπρο οι άνθρωποι πονούσαν. Η Κύπρος ήταν διαιρεμένη και ως αποτέλεσμα 200 χιλιάδες Ελληνοκύπριοι και 65 χιλιάδες Τουρκοκύπριοι έγιναν πρόσφυγες ή επρόκειτο να γίνουν πρόσφυγες. Οι Τουρκοκύπριοι που αναζητούσαν καταφύγιο στις Βρετανικές Βάσεις μεταφέρθηκαν με αεροπλάνα στην Τουρκία πριν από μερικούς μήνες. Όμως στην Πάφο δεν είχαμε ακόμα μετακινηθεί προς το βόρειο μέρος του νησιού. Ήταν βράδυ όταν ακούσαμε ένα κτύπημα στην πόρτα μας και ανθρώπους να μιλούν. Όταν ανοίξαμε την πόρτα, εκεί στεκόταν ένας ξάδελφός μας που σπούδαζε στη Λευκωσία, ένας νεαρός Ελληνοκύπριος και ένας άλλος μεσήλικας με μακριά μαλλιά και γυαλιά. Τους είπα να περάσουν μέσα. Ο Ziyad ήταν ο αδελφός του συζύγου της θείας μου. Είχε έρθει από την Ιορδανία στο νότιο μέρος της Λευκωσίας για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ο νεαρός φίλος του ονομαζόταν Νικόλας και αρχίσαμε να μιλούμε. Ο μεσήλικας ήταν ο Σπύρος Χατζηγρηγορίου και ήταν λογιστής. Ήταν σοσιαλιστής, μέλος της ΕΔΕΚ. Είχε κάνει το μεταπτυχιακό του στο Πανεπιστήμιο του Cardiff στην Ουαλία – ήταν στο ίδιο πανεπιστήμιο όπως και ο πατέρας μου, περίπου τον ίδιο καιρό. Τότε ο Σπύρος ήταν νεαρός και δυναμικός. Ήταν εναντίον της διαίρεσης της Κύπρου και έλεγε ότι Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι μπορούν να ζήσουν μαζί. Ο Σπύρος ήταν ο θείος του Νικόλα και ο Νικόλας ήταν επίσης στην ΕΔΕΚ. Ο Σπύρος ήταν παντρεμένος με τη θεία Δήμητρα από την Κισσόνεργα Πάφου. Εκείνο τον καιρό είχαν μια μικρή κόρη. Ο Νικόλας ήταν συμμαθητής του ξάδελφου μας Ziyad στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο στη Λευκωσία. Ο Σπύρος εκείνο τον καιρό ήταν επίσης ο ιδρυτής του συνδέσμου ‘Η Κύπρος ανήκει στους Κύπριους’. Και η οργάνωση αυτή προσπαθούσε να βοηθήσει τους Τουρκοκύπριους που ζούσαν ακόμα στο νότιο μέρος και που δεν έφυγαν για να γίνουν πρόσφυγες. Στον σύνδεσμο αυτό υπήρχαν πολλοί Κύπριοι διανοούμενοι και υποστηρικτές του ΑΚΕΛ και της ΕΔΕΚ. Ο Dr. Ihsan Ali από την Πάφο, ένας από τους τοπικούς ηγέτες που είχε εκδιωχθεί και εκφοβιστεί από τις τουρκοκυπριακές αρχές ήταν επίσης υποστηρικτής αυτού του συνδέσμου. Ο Σπύρος, όπως και ο πατέρας μου, ένιωθαν πολύ άβολα επειδή τα σχολεία ήταν κλειστά και τα παιδιά έμεναν στους δρόμους, χωρίς εκπαίδευση. Ο Σπύρος και οι φίλοι του ήθελαν να ανοίξουν τα σχολεία έτσι ώστε οι δάσκαλοι και τα παιδιά να επιστρέψουν στο σχολείο. Και ο Σπύρος και οι φίλοι του ξεκίνησαν να διανέμουν στους Τουρκοκύπριους της Πάφου τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού, λεφτά και τρόφιμα. Κάποιες φορές έρχονταν κάθε μέρα από τη Λευκωσία στην Πάφο. Εργάζονταν και ρωτούσαν τους ανθρώπους τι σκέφτονταν. Λόγω των τραυμάτων του πολέμου και λόγω αυτών που είχε κάνει η ΕΟΚΑ Β, οι Τουρκοκύπριοι δεν ήθελαν να μείνουν στο νότιο μέρος του νησιού. Μόλις τέλειωσε ο πόλεμος πλήρωσαν αδρά Ελληνοκύπριους οδηγούς για να διαφύγουν στο βόρειο μέρος και οι περισσότεροι πήγαιναν μέσα από τα βουνά. Η μετακίνηση των ανθρώπων συνεχιζόταν εκείνες τις μέρες λόγω της τρομοκρατίας και του πολέμου. Όταν οι Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν και τις βρετανικές στρατιωτικές βάσεις, το όνειρο να μείνεις εκεί που ήσουν διαλύθηκε.

Ο Σπύρος ήθελε να με πάρει στη Λευκωσία για να συνεχίσω την εκπαίδευσή μου στο English School και είχε κάνει κάποιες διευθετήσεις. Είχε επιλέξει τον Μαυρονικόλα, βουλευτή του ΑΚΕΛ από την Πάφο για να τον βοηθήσει και όταν ο Μαυρονικόλας πήγε στη συνεδρία της Βουλής μάς είχε πάρει στη Λευκωσία μαζί του και μείναμε ολόκληρη τη μέρα στη Λευκωσία. Πρώτα πήγαμε για να συναντήσουμε τον Σπύρο και μας πήρε στο English School. Δυστυχώς ο Βρετανός διευθυντής δεν με δέχτηκε στο σχολείο και είπε ότι δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια της ζωής μου και παραδέχτηκε ότι και ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος για τη δική του ασφάλεια. Όταν οι Τουρκοκύπριοι έφευγαν από τη βρετανική στρατιωτική βάση στο Ακρωτήρι, οι Ελληνοκύπριοι μαθητές τού είχαν επιτεθεί και είχε σπάσει το χέρι του και μας είπε ότι είχε στείλει τα δικά του παιδιά στην Αγγλία για να συνεχίσουν το σχολείο. Απογοητευτήκαμε αλλά αυτή ήταν η κατάσταση εκείνες τις μέρες στον απόηχο του πολέμου. Ο Σπύρος μας πήρε στο διαμέρισμα όπου έμενε. Ακριβώς απέναντι βλέπαμε τον Πενταδάκτυλο. Η γυναίκα του, η θεία Δήμητρα, μας είχε ετοιμάσει ένα υπέροχο και νόστιμο μεσημεριανό και φάγαμε μαζί. Ο Νικόλας είχε έρθει από το σχολείο εκείνη τη μέρα. Και εκεί ήταν και το μικρό κορίτσι του σπιτιού, η Μαριάννα. Ήταν μόλις 2 ή 3 χρονών και είχε μόλις αρχίσει να μιλά. Ξεκίνησε να μου μιλά ελληνικά, παρόλο που ήμουν Τουρκοκύπριος. Έφερε όλα της τα παιγνίδια και ήθελε να παίξω μαζί της. Μέχρι το απόγευμα η μικρή Μαριάννα μου μιλούσε και έπαιζε μαζί μου εκείνες τις μέρες της σύγκρουσης. Σκέφτηκα ότι αν ήταν κάποιο άλλο παιδάκι Ελληνοκύπριων θα με φοβόταν και δεν θα πλησίαζε, αλλά την είχαν μεγαλώσει δημοκρατικοί γονείς με έναν ξεχωριστό τρόπο. Ο αντίκτυπος των τρόπων της οικογένειας, είχα σκεφτεί. Όμως είχα δίκιο. Τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας της διάβαζαν πολύ, ήταν διανοούμενοι. Πέρασα όλη τη μέρα ακούγοντας τη Μαριάννα να μου μιλά παρόλο που δεν καταλάβαινα ελληνικά, μου έλεγε ιστορίες, μου έδινε τις κούκλες της για να παίξουμε μαζί. Ήταν σάμπως και καταλάβαινε τη σιωπή μου και με φρόντιζε να μην βαρεθώ. Ήταν ώρα να συναντήσουμε τον Μαυρονικόλα και να επιστρέψουμε στην Πάφο. Πήγαμε στη Βουλή και μας πήραν στο γραφείο του. Δεν γνώριζα τον Λυσσαρίδη και τον Παπαϊωάννου, αλλά τους είχα δει στην τηλεόραση. Τώρα ήταν εκεί, ζωντανοί μπροστά μου. Όταν ο Μαυρονικόλας με συνόδευσε έξω για να πάω στην τουαλέτα, ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά που μου είπε. ‘Κοίτα γιε μου’ είχε πει, ‘αν οι άνθρωποι εκτιμούσαν ότι προέρχονταν από την ίδια μητέρα και τον ίδιο πατέρα, δεν θα υπήρχαν πόλεμοι’.

Κατά σύμπτωση είδα τον Σπύρο μετά από 26 χρόνια σε μια δικοινοτική συνάντηση τη δεκαετία του ’90. Ήταν γύρω στα 70. Μετά από σχεδόν 30 χρόνια ο Σπύρος ήταν πιο μεγάλος αλλά δεν είχε χάσει την ενέργειά του. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ήρθε στην κηδεία. Και έφερε μαζί του τη Μαριάννα και τη θεία Δήμητρα. Είπα στη Μαριάννα για τη μέρα που έπαιζε μαζί μου και μου έδινε τα παιγνίδια της, της θύμισα την παιδική της συμπεριφορά με μια αγνή καθαρή καρδιά, την ανθρωπιά της. Της άρεσε πολύ αυτό. Μετά από 30 χρόνια, η Μαριάννα είχε γίνει καθηγήτρια Τέχνης και δεν έχασε τις ανθρωπιστικές της αξίες και την αγάπη. Η κηδεία του πατέρα μου ήταν το 2004 και μετά δεν είδα πολλές φορές τη Μαριάννα. Πριν από μερικές μέρες ο φίλος μας Κυριάκος Τζαμπάζης έγραψε στη σελίδα του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η Μαριάννα είχε πεθάνει.

Αγαπητή μου Μαριάννα, ακόμα και όταν ήσουν 2-3 χρονών, με την όμορφη ανθρωπιστική παιδεία που πήρες από την οικογένειά σου, με αντιμετώπισες με ανθρώπινο τρόπο και μου είχες δείξει πραγματική και φυσική φιλοξενία, πριν από 44 χρόνια. Εκείνη η φοβερή ασθένεια σε έχει πάρει από την οικογένειά σου και από εμάς, αλλά η ανθρώπινη συμπεριφορά σου είναι ακόμα μαζί μου. Αναπαύσου εν ειρήνη. Αν δεν θυμόμουν εκείνη τη μέρα και δεν έγραφα για αυτή, η ανάμνηση αυτή δεν θα γινόταν γνωστή. Θυμούμαι την ευγενική συμπεριφορά σου που είχε τόση επίδραση πάνω μου, 44 χρόνια μετά. Λυπούμαι πολύ.»