Φόρμα αναζήτησης

Μήπως παρανομούσε από τον Μάρτιο ο κ. Κώστας Κληρίδης;

Ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ. Κώστας Κληρίδης παραιτήθηκε, αλλά πριν το κάνει κατάφερε να μετατρέψει το θέμα της αφυπηρέτησής του σε σίριαλ. Τις τελευταίες μέρες η συζήτηση στράφηκε γύρω από την τελική ημερομηνία αφυπηρέτησής του τον Ιούλιο μέσα από παρεμβάσεις του ιδίου, του κυβερνητικού εκπροσώπου, αλλά και της γενικής λογίστριας της Δημοκρατίας. Τελικά η γενική λογίστρια, με μια ανακοίνωση που δεν του περιποιούσε καθόλου τιμή, τον εξώθησε σε παραίτηση. Δεν είναι ωστόσο λίγοι εκείνοι οι νομικοί κύκλοι που υποστηρίζουν ότι ο κ. Κώστας Κληρίδης έπρεπε ήδη να υπηρετεί την προαφυπηρετική του άδεια από το τέλος του περασμένου Μαρτίου. Τονίζοντας μάλιστα ότι παρέμεινε στη θέση του ετσιθελικά, δηλαδή γνωματεύοντας ο ίδιος για τον εαυτό του, αναδεικνύοντας παράπλευρα με τη στάση του και ένα ακόμα θέμα: Ότι θεσμικά κανένας δεν μπορεί να ελέγξει τον θεσμό του γενικού εισαγγελέα.

Προαφυπηρέτηση

Συγκεκριμένα, το  θέμα της μη χρήσης της δικαιούμενης άδειας που είχε  σε πίστη του ο γενικός εισαγγελέας (60 ημέρες) φαίνεται να δημιούργησε  κάποιες αμφιβολίες ως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν ούτως ώστε να καθοριστεί τελικώς η πραγματική ημερομηνία αφυπηρέτησης. Σύμφωνα με τις επιστολές που ο ίδιος ο κ. Κληρίδης απέστειλε στο ΥΠΟΙΚ, αλλά και τη γενική λογίστρια, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να πάρει προαφυπηρετική άδεια, διότι α) αν το επιθυμεί δικαιούται να υπηρετήσει την άδειά του και να την πληρωθεί επιπλέον, β) δεν διορίστηκε αντικαταστάτης του, οπότε δεν μπορεί να αποχωρήσει και γ) δεν μπορεί να διορισθεί αντικαταστάτης του ενόσω διανύει την προαφυπηρετική του άδεια διότι δεν μπορούν να συνυπάρχουν δύο εισαγγελείς. Έχουμε την εντύπωση ότι το δεύτερο και το τρίτο επιχείρημα, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την ανταλλαγή επιστολών του, δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν. Το ξεκαθάρισε η γενική λογίστρια. Ο αντικαταστάτης του θα μπορούσε να διορισθεί ανά πάσα στιγμή αν δήλωνε την πρόθεσή του να φύγει. Απλούστατα, δεν ήθελε να φύγει. Όσον αφορά το τρίτο επιχείρημα, μάλλον αστείο ηχεί. Ο πρόεδρος του Ανωτάτου και ο αρχηγός της Αστυνομίας ήδη βρίσκονται σε προαφυπηρετική και μια χαρά έχουν αντικατασταθεί χωρίς να υπάρχει συνταγματικό κώλυμα.

Το πρώτο επιχείρημα

Το αναδυόμενο συνεπώς μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσον ο γενικός εισαγγελέας είχε την επιλογή να μην λάβει την προαφυπηρετική του άδεια αλλά να την υπηρετήσει.

Σύμφωνα με τις συνταγματικές πρόνοιες, ο γενικός εισαγγελέας είναι μέλος της Νομικής Υπηρεσίας τη Δημοκρατίας και υπηρετεί υπό τους ίδιους όρους που υπηρετούν και οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου (πλην του προέδρου του) και δεν απολύεται παρά μόνο υπό τους όρους και τον τρόπο που απολύονται και οι δικαστές.

Ακριβώς λοιπόν όπως και οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έτσι και ο γενικός εισαγγελέας παραμένει στην υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του εξηκοστού όγδοου έτους της ηλικίας του.

Σχετική ρύθμιση για τον μισθό και τους άλλους όρους υπηρεσίας των δικαστών εντοπίζεται, σύμφωνα με νομική πηγή, στο άρθρο 8 του περί Δικαστηρίων Νόμου, με την παράγραφο 4 τού εν λόγω άρθρου να διαλαμβάνει ότι: «Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ Συvτάγματoς και τoυ παρόvτoς vόμoυ, κατά τα λoιπά έκαστoς δικαστής θα υπόκειται εις oιovδήπoτε vόμov ή καvovισμόv ρυθμίζovτα ζητήματα υπηρεσίας τωv μελώv της δημoσίας υπηρεσίας της Δημoκρατίας».

Η χορήγηση αδειών στους δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με την ίδια πηγή, ρυθμίζεται από τους περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Χορήγηση Αδειών) Κανονισμούς του 1995 (ΚΔΠ 101/95), ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, και οι οποίοι συνιστούν, ως έχει λεχθεί από τη νομολογία μας, αυτοτελή κώδικα που ρυθμίζει τα συγκεκριμένα αυτά θέματα (βλπ. Χριστοδουλίδης Χριστόδουλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 764).

Προκύπτει συνεπώς ότι το κανονιστικό πλαίσιο αναφορικά με τη χορήγηση αδειών στους δημοσίους υπαλλήλους εφαρμόζεται και για τους δικαστές (ως ερμηνεύτηκε και προσφάτως στην απόφαση Ερωτοκρίτου ν. Γενικού Λογιστή κ.α., Υπόθεση αρ. 526/2017, 11.9.2019). Κατ’ επέκταση λοιπόν είναι το συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο που εφαρμόζεται και στην περίπτωση του γενικού εισαγγελέα.

Δεν δικαιούται

Ο Κανονισμός 7 της προλεχθείσας ΚΔΠ 101/95 έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα που εδώ μας απασχολεί και κρίνεται προς τούτο σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου του περιεχομένου του:

«7(1) Υπάλληλος που αφυπηρετεί λόγω ορίου ηλικίας ή μετά από αίτησή του σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις των περί Συντάξεων Νόμου, οφείλει να λάβει πριν από την αφυπηρέτησή του την άδεια ανάπαυσης που έχει σε πίστη του. Σε καμία περίπτωση δεν δικαιούται να αποποιηθεί την άδεια ανάπαυσης που έχει σε πίστη του ή να υπηρετήσει έναντι αυτής ή να διεκδικήσει πληρωμή αντί αυτής.

(2)  Ο οικείος Προϊστάμενος Τμήματος προβαίνει σε διευθετήσεις που διασφαλίζουν ώστε η άδεια ανάπαυσης του υπαλλήλου που αφυπηρετεί να αρχίζει κατά τέτοια ημερομηνία, ώστε να λήγει την προτεραία της ημερομηνίας αφυπηρέτησης του υπαλλήλου.

Προκύπτει συνεπώς ότι ο υπό αφυπηρέτηση υπάλληλος (γενικός εισαγγελέας εν προκειμένω), υποχρεούται να λάβει όλη την άδεια ανάπαυσης που έχει σε πίστη του και μάλιστα η υποχρέωσή του αυτή έχει και συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, η άδεια αυτή πρέπει να ληφθεί κατά τέτοιο χρόνο, ώστε να συμπληρώνεται (ολόκληρη η υπό εκκρεμότητα άδεια) κατά την προηγούμενη (προτεραία) της  ημερομηνίας της αφυπηρέτησής του.

Τόσο η έννοια της λέξης «οφείλει» και πολύ περισσότερο της φράσης «Σε καμία περίπτωση» επισφραγίζει τον απόλυτο χαρακτήρα τής ως άνω διάταξης, μη αφήνοντας άλλο περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας. Ξεκάθαρα και ρητά ο ως άνω Κανονισμός διαλαμβάνει ότι ο γενικός εισαγγελέας ο οποίος έχει εις πίστη του συγκεκριμένο αριθμό άδειας ανάπαυσης έχει μία και μοναδική επιλογή: να λάβει την άδειά του προτού αφυπηρετήσει. Το δικαίωμά του δηλαδή σε άδεια ανάπαυσης, σε μία τέτοια περίπτωση, μετατρέπεται σε υποχρέωσή του για τη λήψη της.

Ο νομοθέτης, σύμφωνα με νομικούς κύκλους, θέλοντας να καταστήσει ξεκάθαρη τη μοναδική αυτή επιλογή, προχωρά ένα βήμα παραπέρα δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση, όπως φανερώνει η χρήση της φράσης «σε καμία περίπτωση», στο ότι ο υπό αφυπηρέτηση γενικός εισαγγελέας δεν δικαιούται:

 

(α) να αποποιηθεί την άδεια αυτή,

(β) να υπηρετήσει έναντι αυτής και

(γ) να διεκδικήσει πληρωμή έναντι αυτής.

Η νομολογία

Παρά τον επιτακτικό χαρακτήρα τής ως πιο πάνω πρόνοιας, κρίνεται σκόπιμη και η ανασκόπηση σχετικής επί του θέματος νομολογίας.

Στην υπόθεση Mιλτιάδους Mιλτιάδης ν. Δημοκρατίας (Eπιτροπή Δημόσιας Yπηρεσίας) (1993) 4 ΑΑΔ 1700, το δικαστήριο παραπέμποντας στον Κανονισμό 7, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «υπάλληλος που αφυπηρετεί (…) όχι μόνο οφείλει να λάβει πριν την αφυπηρέτησή του την άδεια ανάπαυσης που έχει εις πίστη του, την οποία δεν δικαιούται να αποποιηθεί, αλλά ούτε και δικαιούται να την υπηρετήσει μέχρι και την αφυπηρέτησή του. Στη διάρκεια της άδειας ανάπαυσής του παραμένει, βέβαια, δημόσιος υπάλληλος, αλλά μόνο τυπικά, εφόσον δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα της θέσης που κατέχει η οποία, μπορεί να λεχθεί, ότι θεωρείται, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς, ότι έχει κενωθεί εφόσον πληρούται, αν είναι θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής, καθ’ ον χρόνο ο κάτοχός της βρίσκεται με άδεια αφυπηρέτησης».

Στην υπόθεση Χριστοδουλίδης Χριστόδουλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 764, το δικαστήριο εξετάζοντας σχετική πρόνοια του περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών του 1989 (Κ.Δ.Π. 51/89) , το περιεχόμενο της οποίας είναι πολύ παρόμοιο με ό,τι εδώ εξετάζουμε, επισήμανε τα ακόλουθα:

«Το νόημα του Κανονισμού είναι ευκρινές. Η εξάντληση όλης της άδειας πριν την αφυπηρέτηση είναι υποχρεωτική και πρέπει να συμπληρωθεί κατά την ημερομηνία αφυπηρέτησης του μέλους της Αστυνομίας (Καν. 19(5)(α)). (…).Στην προκείμενη περίπτωση ο αιτητής ήταν υποχρεωμένος, πριν την αφυπηρέτησή του, να εξαντλήσει όλη την άδεια ανάπαυσης που είχε σε πίστη του. Η ημερομηνία αφυπηρέτησης αποτελεί το σταθερό ορόσημο υπολογισμού της άδειας. Ο χρόνος αφυπηρέτησης συμπίπτει με το 60ό έτος της ηλικίας και με κανέναν τρόπο δεν μπορεί νόμιμα να διαφοροποιηθεί ή επιμηκυνθεί. Η άδεια είναι, σύμφωνα με τον Κανονισμό που παρατέθηκε υποχρεωτική. Η εισήγηση για μεταρρύθμιση της φύσης της άδειας δεν έχει οποιοδήποτε νομοθετικό ή άλλο έγκυρο έρεισμα. Πέραν τούτου, θα είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα τη μετάθεση του χρόνου αφυπηρέτησης, πέρα από το επιτρεπόμενο όριο. Η υπέρβαση όμως δεν είναι νοητή. Τα δικαιώματα του αιτητή διαμορφώθηκαν οριστικά με την έναρξη της άδειας ανάπαυσης πριν την αφυπηρέτησή του».

Οι κανονιστικές διατάξεις καθιστούν συνεπώς υποχρεωτική τη λήψη της άδειας ανάπαυσης που έχει σε πίστη του πριν από την αφυπηρέτησή του. Η αυστηρή προσέγγιση του νομοθέτη διαπιστώθηκε, ως ήταν αναμενόμενο, και από τη νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω.

Για σκοπούς πληρότητας τους παρόντος άρθρου, σύμφωνα πάντα με νομικές πηγές που ενασχολούνται με τέτοια θέματα, ο νομοθέτης έχει προβλέψει τις εξαιρέσεις του Κανονισμού 7 της ΚΔΠ 101/95, στον Κανονισμό 8 που αφορά τις περιπτώσεις αναγκαστικής αφυπηρέτησης ή αφυπηρέτησης για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή λόγω διορισμού σε άλλη κρατική υπηρεσία ή οργανισμό, όπου πρακτικά δεν είναι δυνατή η παραχώρηση της άδειας που έχει σε πίστη του, γι’ αυτό, στις περιπτώσεις αυτές, επιτρέπεται η πληρωμή της.

Ποιες είναι όμως οι συνέπειες από την εφαρμογή τού ως άνω κανονιστικού πλαισίου; Σύμφωνα με τη νομολογία, ο υπάλληλος που βρίσκεται σε προαφυπηρετική άδεια θεωρείται ανενεργός του λειτουργήματός του (Ξενής Λάρκος ν. ΕΔΥ (2000) 3 ΑΑΔ 619).

Στην Οδυσσέως ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 4 ΑΑΔ 1134 εξετάστηκε η νομιμότητα συγκρότησης τής εκεί Συμβουλευτικής Επιτροπής χωρίς τη συμμετοχή μέλους της ο οποίος ευρισκόταν με προαφυπηρετική άδεια. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι με την υποχρεωτική λήψη της άδειας ανάπαυσης πριν από την ημερομηνία αφυπηρέτησης (με παραπομπή στον Κανονισμό 7(1) της ΚΔΠ 101/95) δεν ήταν επιτρεπτό στο εν λόγω μέλος να υπηρετεί. Επιπλέον, σύμφωνα με τα λεχθέντα του δικαστηρίου, συνέπεια της υποχρεωτικής λήψης της άδειας πριν από την αφυπηρέτηση, είναι η οριστική απαγόρευση άσκησης των καθηκόντων της θέσης.

Τα λεχθέντα της υπόθεσης Οδυσσέως υιοθετήθηκαν και επαναλήφθηκαν και στην Τσεριώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, υπόθεση αρ. 474/2004, 1.9.2005, στην οποία κρίθηκε ότι από τη στιγμή που άρχισε η προαφυπηρετική άδεια από τα καθήκοντά του, ο υπάλληλος κατέστη ανενεργός του λειτουργήματός του.

Η ως άνω παράθεση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, αλλά και η ερμηνεία τους μέσα από τη νομολογία μας, καταδεικνύουν ότι η επιλογή του γενικού εισαγγελέα είναι μία: δηλαδή η λήψη ολόκληρης της άδειας που έχει εις πίστη του πριν από την αφυπηρέτησή του.Και μάλιστα τούτο δεν φαίνεται να αποτελεί ούτε καν επιλογή, αφού εκ του νόμου, υποχρεωτικά και αυτόματα, αρχίζει η προαφυπηρετική άδεια κατά το χρονικό εκείνο σημείο που καθορίζει ο αριθμός των εις πίστη του κατεχομένων ημερών άδειας. Τούτο συνεπάγεται ότι ο γενικός εισαγγελέας δεν μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του και κατέστη ανενεργός του λειτουργήματός του, αφού η υποχρεωτική λήψη της άδειάς του καθιστά οριστική πλέον την απαγόρευση άσκησης των καθηκόντων της θέσης του.

Παρανομούσε;

Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, και με βάση το άρθρο 16 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/99, σύμφωνα με το οποίο οι πράξεις μονομελούς διοικητικού οργάνου που βρίσκεται σε άδεια πριν από την αφυπηρέτησή του είναι παράνομες, προβληματίζει η παρουσία του κ. Κληρίδη στη θέση του τους τρεις τελευταίους μήνες. Όπως επισημαίνουν νομικοί κύκλοι, θα μπορούσαν ακόμα και να υπάρξουν προσφυγές έναντι αποφάσεων που πήρε ο γενικός εισαγγελέας τους τρεις τελευταίους μήνες, δημιουργώντας τεράστιες νομικές και συνταγματικές περιπλοκές.

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.