Φόρμα αναζήτησης

Μια πραγματική ιστορία: Το παιδί που πήγε στα Λύμπια



Ο Artun Gokshan Louroudjinali είναι από τη Λουρουτζίνα και έγραψε την πραγματική ιστορία ενός παιδιού που πήγε στα Λύμπια το 1963 ή 1964. Αυτή είναι η ιστορία:
«Πρέπει να ήταν το 1963 ή 1964. Ήταν μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού. Ο καλοκαιρινός ήλιος άρχισε να καίει τις πέτρες. Το σιτάρι είχε μεγαλώσει και ήταν καιρός να θεριστεί με το δρεπάνι. Το σιτάρι ήταν άφθονο εκείνη τη χρονιά και όλοι οι αγρότες και οι βοσκοί χαμογελούσαν.

Σε εκείνη την όμορφη καλοκαιρινή ατμόσφαιρα όλοι έτρεχαν στη δουλειά τους, οι αγρότες ετοιμάζονταν να θερίσουν το σιτάρι, οι βοσκοί να ταΐσουν τα νεογέννητα αρνιά και κατσίκια και να βγάλουν τα ζώα τους στα χωράφια, ενώ στο σχολείο οι τάξεις ήταν γεμάτες με παιδιά που μιλούσαν και γελούσαν. Όταν όλοι πήγαιναν στη δουλειά και τα παιδιά στις τάξεις τους, επικρατούσε παντού μια βαθιά σιωπή. Όλοι ήταν απασχολημένοι και έκαναν αυτά που έπρεπε να κάνουν. Και η ώρα ήταν σχεδόν 9 το πρωί.

Η κραυγή

Ξαφνικά μια γυναίκα έβγαλε μια μεγάλη κραυγή, σπάζοντας τη σιωπή. Η γυναίκα που φώναζε δυνατά και έτρεξε στην αυλή του σπιτιού και μετά στον δρόμο ζητώντας βοήθεια ήταν η μητέρα μου Fatma Gachari.

Καθώς έκανε τις δουλειές του σπιτιού, ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχα ‘χαθεί’ και όταν δεν μπορούσε να με βρει άρχισε να φωνάζει. Τον Μάιο του 1963 ήμουν ακριβώς δυόμισι χρονών. Ο αδελφός μου Birtan ήταν τεσσάρων μηνών (αν ήταν Μάιος του 1964, τότε πρέπει να ήμουν τριάμισι χρονών).

Ενώ ο αδελφός μου κοιμόταν στην κούνια του, η μητέρα μου πρέπει να έκανε τις δουλειές του σπιτιού και δεν πρόσεξε ότι έλειπα. Έτσι πανικοβλήθηκε και άρχισε να φωνάζει όπως ακριβώς θα έκανε κάθε μητέρα.

Το κτήριο που τώρα χρησιμοποιείται ως δημαρχείο στη Λουρουτζίνα την εποχή εκείνη ήταν δημοτικό σχολείο. Αν δεν κάνω λάθος, εδώ ήταν η 4η, η 5η και η 6η τάξη του δημοτικού σχολείου και το σπίτι μας ήταν ακριβώς απέναντι από το δημοτικό σχολείο. Οι πρώτοι που άκουσαν τις φωνές της μητέρας μου ήταν οι μαθητές και οι δάσκαλοι του σχολείου. Οι δάσκαλοι, οι γείτονες, εκείνοι που άκουσαν τις φωνές της μητέρας μου άρχισαν να με ψάχνουν όταν έμαθαν ότι είχα ‘χαθεί’. Όταν έψαξαν στο σπίτι και γύρω από αυτό, καθώς προσπαθούσαν να παρηγορήσουν τη μητέρα μου, υπήρχαν επίσης άνθρωποι που οργάνωναν την αναζήτησή μου. Σε μικρό χρονικό διάστημα όλοι οι μαθητές συγκεντρώθηκαν και με την επίβλεψη των δασκάλων τους τους ανατέθηκαν καθήκοντα. Ξεκίνησαν τη δύσκολη αναζήτηση για μένα. Η αναζήτηση έγινε στα χωράφια με το σιτάρι που ήταν ψηλότερο από ένα μέτρο, στα πηγάδια, ανάμεσα στους λόφους, οπουδήποτε θα μπορούσαν να πήγαινα και να είχα ‘χαθεί’. Υπήρχε επίσης ένα πηγάδι στην αυλή μας που δεν ήταν κλειστό και είχε μέσα λίγο νερό. Όμως αυτό ήταν ένα από τα πρώτα μέρη που έψαξαν. Δεν με βρήκαν εκεί και το διέγραψαν από τη λίστα τους. Σίγουρα είχα βγει από το σπίτι και έφυγα, αλλά για πού κανένας δεν είχε δει.

Είχαμε έναν σκύλο και αν δεν κάνω λάθος το όνομά του ήταν Λάση. Αγαπούσα πραγματικά εκείνο τον σκύλο. Συνήθιζα να παίζω μαζί του στην αυλή. Και εκείνη τη μέρα καθώς έπαιζα με τη Λάση, ό,τι και να είχε συμβεί, ο σκύλος είχε βγει από την αυλή του σπιτιού και τον είχα ακολουθήσει. Η Λάση περπατούσε κοντά στο δημοτικό σχολείο προς το γήπεδο του ποδοσφαίρου και την ακολουθούσα. Πέρασε από τον λόφο και καθώς την ακολουθούσα πήγαμε στα Λύμπια. Ωστόσο κανένας δεν το πρόσεξε αυτό. Όταν φτάσαμε στα Λύμπια και συνεχίζαμε τον δρόμο μας, καθώς περνούσαμε μπροστά από τα καφενεία, μια ομάδα που καθόταν σε ένα καφενείο μάς είχε δει και διερωτήθηκε: Ποιο ήταν το μικρό αγόρι στο χωριό με τον σκύλο τέτοια ώρα; Ρώτησαν ο ένας τον άλλον αν ήξεραν το παιδί αυτό. Ένας από αυτούς νόμισε ότι έμοιαζα με το παιδί κάποιου στο χωριό. Με πήρε στην αγκαλιά του και με πήγε στο σπίτι του και χτύπησε την πόρτα. Ετοιμαζόταν να θυμώσει στη μητέρα που άφησε το παιδί μόνο του έξω στον δρόμο. Όμως η γυναίκα τού είπε ‘Το παιδί μου είναι στο σπίτι!’.

Η περιέργεια

Έτσι ο άντρας που με είχε στην αγκαλιά του είχε τώρα ακόμα μεγαλύτερη περιέργεια. Η γυναίκα του είπε να με αφήσει στο σπίτι της αν ήθελε και να διευθετήσει την κατάσταση και να έρθει πίσω να με πάρει. Έτσι ο άντρας με άφησε με αυτή τη γυναίκα και έφυγε. Ήμουν χαρούμενος που βρήκα έναν νέο φίλο, ένα μικρό αγόρι σαν εμένα, και αρχίσαμε να παίζουμε. Η μητέρα του έφτιαξε και για μένα πρόγευμα ψήνοντας αβγά και με φιλοξένησε με τον καλύτερο τρόπο. Μετά από μερικές ώρες ο άντρας που με άφησε εκεί επέστρεψε – ήταν βαθιά προβληματισμένος αφού δεν μπορούσε να βρει ποιος ήμουν. Και δεν μιλούσα καθόλου. Δεν απαντούσα σε καμία από τις ερωτήσεις τους αλλά κοίταζα τριγύρω ήσυχα. Ο άντρας με πήρε και πάλι στην αγκαλιά του και με πήγε στο καφενείο. Ρωτούσε όλους να δει αν με ήξεραν.

Ένας από τους κατοίκους των Λυμπιών στο καφενείο σκέφτηκε να μου μιλήσει στα τουρκικά και με ρώτησε, ‘Πώς σε λένε ρε;’ και άρχισα να λέω ‘Παπά! Παπά!’ και έτρεξα κοντά του. Εξαιτίας αυτού, άρχισαν να σκέφτονται ότι μπορεί να ήρθα από τη Λουρουτζίνα! Ειδοποίησαν την Αστυνομία και η Αστυνομία στη Λουρουτζίνα τους είπε ότι έψαχναν για μένα εκεί για ώρες. Ένας Ελληνοκύπριος αστυνομικός με πήρε με τη μοτοσυκλέτα του στην έξοδο των Λυμπιών έτσι ώστε να με πάρουν από εκεί. Πριν να φτάσει η είδηση στην Αστυνομία στη Λουρουτζίνα, είχαν ψάξει παντού – παρόλο που ολόκληρο το χωριό έψαχνε για μένα, δεν κατάφεραν να με βρουν και οι ελπίδες τους μειώνονταν, ενώ η μητέρα μου ήταν καταρρακωμένη. Δεν είχε μείνει μέρος στο χωριό που δεν έψαξαν. Είχαν ψάξει ακόμα και στα χωράφια γύρω από τη Λουρουτζίνα.

Εκείνη τη μέρα ο πατέρας μου είχε πάει πολύ νωρίς για να θερίσει το σιτάρι και δεν ήξερε ότι είχα ‘χαθεί’. Δούλευαν με τη θεριστική μηχανή μαζί με τον φίλο του Hikmet και θέριζαν τα χωράφια με σιτάρι. Οι χωριανοί προτίμησαν να μην του πουν τίποτα για να μην πανικοβληθεί. Τώρα που είχαν χαθεί όλες οι ελπίδες και όλοι ήταν κουρασμένοι από την αναζήτηση, τα νέα που ήρθαν από τα Λύμπια αναπτέρωσαν το ηθικό τους. Όλοι, ιδιαίτερα η μητέρα μου, έκλαιγαν από χαρά. Όλοι έτρεξαν προς την έξοδο των Λυμπιών όταν έμαθαν ότι θα με έπαιρναν εκεί. Σε λίγο ένα μεγάλο πλήθος είχε μαζευτεί εκεί συνοδεύοντας τη μητέρα μου. Μετά από λίγο, εμφανίστηκε η μοτοσυκλέτα του αστυνομικού. Ο Ελληνοκύπριος αστυνομικός με κρατούσε στην αγκαλιά του και ερχόταν προς το πλήθος. Εκεί με παρέδωσε σε έναν Τουρκοκύπριο αστυνομικό που με πήρε στην αγκαλιά του και με παρέδωσε στη μητέρα μου. Όλοι χειροκροτούσαν με μεγάλη χαρά και έκλαιγαν. Θυμούμαι αμυδρά τη μητέρα μου να με παίρνει στην αγκαλιά της και να με κρατά σφιχτά. Το μεγάλο πλήθος είναι σαν μια φωτογραφία στο μυαλό μου μετά από τόσα χρόνια. Όταν η μητέρα μου με πήρε στην αγκαλιά της περπατήσαμε στο σπίτι μας. Το πλήθος μαζεύτηκε μπροστά από το σπίτι μας και παρηγορούσε τη μητέρα μου, μοιραζόταν τη χαρά μας και σχολίαζε αυτό που είχε συμβεί. Η είδηση που έφτασε από τα Λύμπια το κατέστησε σαφές ότι είχα ακολουθήσει τον σκύλο μας και όλοι αναρωτιούνταν πώς και δεν μας είχε δει κανένας. Πριν βρεθώ ο σκύλος είχε επιστρέψει στο σπίτι και πήγε και κοιμήθηκε στο συνηθισμένο του μέρος. Όταν το είδαν αυτό, κάποιοι από τους χωριανούς δεν έβλεπαν τον σκύλο με συμπάθεια. Ο πατέρας μου δεν είχε ακόμα επιστρέψει από τα χωράφια. Ήταν αργά και ήταν η ώρα που οι άνθρωποι επέστρεφαν από τις δουλειές τους.

Ο Yusuf Gasheri είπε στο πλήθος να διαλυθεί: ‘Πηγαίνετε, πηγαίνετε στα σπίτια σας. Αν ο κύριος Zeki Hasan Efendi έρθει και δει ένα μεγάλο πλήθος έξω από το σπίτι του, δεν θα ήταν καλό. Πηγαίνετε όλοι στα σπίτια σας’, και όλοι πήγαν στο σπίτι τους μετά από αυτά τα λόγια.

Ώσπου να επιστρέψει ο πατέρας μου στο σπίτι, όλα είχαν γίνει ξανά φυσιολογικά. Η μητέρα μου τον περίμενε για να πλύνει και να καθαρίσει και να φάει το γεύμα του και του είπε τι είχε συμβεί. Ο πατέρας μου σοκαρίστηκε. Ήταν ευγνώμων που τίποτε δεν είχε συμβεί στον γιο του που αγαπούσε τόσο πολύ. Αλλά δεν είπε πολλά. Το επόμενο πρωί σηκώθηκε, πήρε το κυνηγετικό του όπλο και πήγε στην αυλή του σπιτιού. Φώναξε τη Λάση. Πήγε έξω από το σπίτι, προς τα χωράφια. Η Λάση τον ακολούθησε. Αφού απομακρύνθηκε λίγο, ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί. Ο πατέρας μου πυροβόλησε και σκότωσε τη Λάση, ως τιμωρία για το τι θεωρούσε ότι είχε κάνει.

Πέρασαν χρόνια και μεγάλωσα και έγινα νεαρός άντρας. Άρχισα να βγαίνω έξω και να συναναστρέφομαι με άλλους ανθρώπους και συναντούσα τους συγχωριανούς μου. Κάθε φορά που συναντούσα ένα νέο άτομο, μου έλεγε ‘Ρε, είσαι αυτός που είχε φύγει και είχε πάει στα Λύμπια;’ και αυτή ήταν η πρόταση που με καθόριζε. Όποιον συναντούσα από τη Λουρουτζίνα εκείνες τις μέρες μου έκανε την ίδια ερώτηση: ‘Είσαι το αγόρι που έφυγε και πήγε στα Λύμπια;’».

Η επιστολή του αναγνώστη

Μετά τη δημοσίευση της ιστορίας του μικρού αγοριού (Artun Louroudjinali) που είχε πάει στα Λύμπια, ένας από τους αναγνώστες μου μου στέλνει το ακόλουθο σημείωμα:

«Αγαπητή Sevgul, γεια σου.

Διάβασα την ιστορία του παιδιού που πήγε από τη Λουρουτζίνα στα Λύμπια.

Ένα παρόμοιο και πιο δραματικό γεγονός συνέβη στο χωριό μας, την Αγυιά Κεπήρ.

Πιστεύω ότι πρέπει να ήταν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60.

Ένα μικρό κορίτσι από το χωριό μας είχε ‘χαθεί’. Το έψαχναν για δύο μέρες.

Συνοπτικά, μετά από δύο μέρες, οι στρατιώτες της UNFICYP ειδοποίησαν τον μουχτάρη του χωριού ότι βρέθηκε ένα μικρό κορίτσι και ρωτούσαν αν υπήρχε κάποιο ‘αγνοούμενο’ μικρό κορίτσι από την Αγυιά.

Αυτό που συνέβη ήταν ότι το κοριτσάκι ένα βράδυ είχε περπατήσει 3-4 χιλιόμετρα από την Αγυιά στην Αθηένου και είχε αποκοιμηθεί στο χωράφι με αγκινάρες που ανήκε σε έναν Ελληνοκύπριο.

Την επόμενη μέρα ο Ελληνοκύπριος ιδιοκτήτης του χωραφιού με τις αγκινάρες τη βρήκε και την πήρε στο σπίτι του.

Η οικογένεια του κοριτσιού πήγε στο σπίτι αυτού του Ελληνοκύπριου στην Αθηένου, συνοδευόμενη από την UNFICYP.

Η γυναίκα του Ελληνοκύπριου είπε στον πατέρα του μικρού κοριτσιού, ‘Βλέπεις αυτό το μικρό αγόρι; Οι χωριανοί σου είχαν βάλει ένα όπλο μέσα στο στόμα αυτού του μικρού αγοριού και το πυροβόλησαν και το άφησαν νομίζοντας ότι ήταν νεκρό. Όμως είναι ζωντανό. Και έλουσα το μικρό σας κορίτσι, το έντυσα και σας το επιστρέφω σώο και αβλαβές’.

Όλοι οι ηλικιωμένοι γνωρίζουν αυτή την ιστορία. Υπήρχε ένας κηπουρός τον οποίο η ΤΜΤ προσπάθησε να σκοτώσει και διέφυγε, όμως το παιδί που ήταν μαζί του δεν διέφυγε και το είχαν πυροβολήσει για να το σκοτώσουν. Το μικρό κορίτσι από το χωριό μας που είχε πάει στην Αθηένου (Kiracikeuy) ήταν η κόρη του κυρίου Hilmi. Αν θέλεις να ερευνήσεις και αυτή την ιστορία, μπορεί να σε βοηθήσει ο μουχτάρης του χωριού».

Ευχαριστώ τον αναγνώστη αυτόν που με ενημέρωσε για αυτή την ιστορία. Είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και άλλες παρόμοιες ιστορίες που μπορούμε να ερευνήσουμε μαζί με τους αναγνώστες μου. Αν γνωρίζετε άλλες παρόμοιες ιστορίες, σας παρακαλώ στείλτε μου ένα μήνυμα για να μιλήσουμε ή τηλεφωνήστε μου στον αριθμό μου Cyta 99 966518. Σας ευχαριστώ.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.