Φόρμα αναζήτησης

Μια καταϊδρωμένη επανάληψη

Εδώ και τρία περίπου χρόνια η στήλη, ευλογημένη από τον μητροπολίτη με το τυροπιτάκι στο στόμα, επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Προβλέπει αυτό που συμβαίνει, προβλέπει αυτό που θα συμβεί. Τις συμμορίες των μαθητών, τις λαμπρατζιές, τη διαστροφή της παράδοσης, τα μωρά και τους γέρους που δεν κοιμούνται από τις εκρήξεις, τα καμένα σπίτια, τις καμένες γειτονιές, τα καμένα σχολεία, τον ύπνο του Σαββάκη. Πρόβλεψε τον βοηθό διευθυντή που γλείφει τον επιθεωρητή για να γίνει βοηθός Α, βοηθός ΑΑ, βοηθός του σατανά. Στα πιο θερμά του όνειρα βλέπει τον εαυτό του στην παραλία ξαπλωμένο να του βάζει αντηλιακό ένας επιθεωρητής μυστήριος και βλοσυρός. Και των δύο η ζωή δεν έχει καμιά αξία έξω από το σχολείο. Είναι οι πιο βαρετοί άνθρωποι της γης που μια παράξενη συγκυρία της φύσης τους βοήθησε να γλυτώσουν την αυτοκτονία. Δυστυχώς προβλέψαμε την απόγνωση των μαθητών που θα οδηγήσει σταδιακά στην απόλυτη έκρηξη. Από τις επτάμισι το πρωί να βαριανασαίνουν κάτω από τη φωνή της καθηγήτριάς τους που τους διδάσκει αρχαίο συντακτικό με μια φωνή σβησμένη και θλιβερή. Η Ιστορία που είναι εξεταζόμενο στο γυμνάσιο είναι πιο λίγες ώρες από τα Αρχαία που ούτε καν εξετάζονται. Οι μαθητές όταν ρωτούν το γιατί είναι αδύνατον να τους δώσεις μια πειστική απάντηση. Πώς να εξηγήσεις στον δωδεκάχρονο τον φασισμό των φιλολόγων του τόπου, όχι των απλών, μα των άλλων, των πιο πάνω με τους θεόχοντρους μισθούς και τα ωραία γραφεία; Ρωτήστε τους ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που διάβασαν… Μιλήσαμε για τα θρανία και για όσα γράφουν πάνω, τις τάξεις με τα συρματοπλέγματα, τους φρουρούς ασφαλείας, τα μάσκουλα, τα πεταμένα σάντουιτς, τις διάφορες βρισιές και τους καφκάδες μεταξύ τους και τις τάξεις-τρόμος. Μιλήσαμε για τους καημένους δασκάλους και καθηγητές που κυριολεκτικά βιάζονται ψυχολογικά κάθε μέρα από παλιόπαιδα σε απόγνωση και ύφος τρομοκράτη που σαν να βγήκαν από ταινία του Κιούμπρικ. Είπαμε για τα κινητά και τη θλιβερή στολή που δεν υπάρχει, αλλά πιστεύουμε πως υπάρχει, και πείσαμε τους εαυτούς μας πως υπάρχει και μας βρίσατε πατόκορφα. Εσύ που έβριζες, σε βλέπω με το κινητό στον καναπέ, το παιδί σου στο άλλο δωμάτιο με το κινητό στο κρεβάτι, και η γυναίκα σου απεγνωσμένη να στέλνει μηνύματα στον ξάδελφο και ο ξάδελφος στη γυναίκα σου. Το κυπριακό σπίτι. Ο κόσμος που δεν μιλά. Σε έναν τόπο που στην πραγματικότητα είναι μια κατάξερη ζούγκλα που ελέγχεται από περίεργους θεούς, μουσουλμάνους, αρχαίους, χριστιανούς που συγκρούονται μεταξύ τους για δεκαετίες. Είναι ο τόπος χωρίς ταυτότητα. Ο τόπος της καρέκλας, του φαγιού, του μισθού, του φτύνω χαμαί, βιάζω τις παραλίες του Πρωταρά επειδή έχω εξουσία και μπορώ (αλλά ποζάρω μοντελάκι κάθε καλοκαίρι στην πλαστική καρέκλα), ένας τόπος άτοπος, χωρίς κανένα όραμα και ελπίδα. Τα παιδιά στα σχολεία θα την πληρώσουν ακριβά αυτή τη μιζέρια. Όπως την πλήρωσες και συ μα το ξέχασες, ή φρόντισαν να σε κάνουν να μην θυμάσαι.