Φόρμα αναζήτησης

Μια ιστορία από Τουρκοκύπριο αναγνώστη

Sevgul Uludag

caramel_cy@yahoo.com

Τηλ.: 99 966518

 

Ένας από τους αναγνώστες μου, ένας υπέροχος Τουρκοκύπριος που μας βοηθά για πολλά χρόνια τώρα για να βρούμε πιθανούς τόπους ταφής στην περιοχή της Μεσαορίας, έχει γράψει μια σύντομη ιστορία για το τι συνέβη σε εκείνους τους Ελληνοκύπριους που τους πήραν αιχμάλωτους πολέμου στη Βώνη, στο σπίτι της Φρόσως Δήμου και μετά όλοι «εξαφανίστηκαν» για πολλά χρόνια… Μια ομάδα Τουρκοκυπρίων από κοντινά χωριά τους είχε πάρει αιχμαλώτους. Η αδελφή ενός από εκείνους τους Ελληνοκύπριους με ρώτησε πώς είχε πεθάνει ο αδελφός της και αν υπέφερε, αν είχε βασανιστεί και ποιες ήταν οι συνθήκες.

Ζήτησα από τον Τουρκοκύπριο αναγνώστη μου που με βοηθά για πολλά χρόνια, να γράψει αυτά που ήξερε. Και κάθισε και έγραψε ένα γράμμα στην αδελφή εκείνου του «αγνοούμενου» Ελληνοκύπριου, του οποίου τα οστά βρέθηκαν στη χωματερή της Επηχούς.

Αυτή είναι η ιστορία του, και απευθύνεται προς την αδελφή ενός από τους «αγνοούμενους» Ελληνοκύπριους του οποίου τα οστά βρέθηκαν εκεί:

«Αγαπητή μου αδελφή,

Θα σου γράψω μια σύντομη ιστορία. Άκουσα ότι ήθελες να ξέρεις για το πώς είχα σκοτωθεί. Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Η μητέρα μου πέθανε, ο πατέρας μου πέθανε. Μετά τον θάνατό τους, τα οστά μου βρέθηκαν σε μια χωματερή.

Άκουσα ότι είπες ‘Ευχαριστώ τον Θεό που η μητέρα μου και ο πατέρας μου πέθαναν πριν να μας δουν να θάβουμε τον αδελφό μας’.

Και άκουσα ότι είπες ‘Ο αδελφός μου ήταν σε μια χωματερή για πολλά χρόνια’.

Μην λυπάσαι. Δεν είναι σημαντικό για τους νεκρούς το πού βρίσκονται τα οστά τους. Όμως είναι σημαντικό για σένα. Αυτό το ξέρω. Θέλεις να θυμάσαι αυτόν που πέθανε, να θυμάσαι τον παλιό καιρό, να πηγαίνεις και να προσεύχεσαι για αυτόν. Εγώ δεν το χρειάζομαι αυτό.

Αυτό που χρειαζόμουν ήταν μέρες για να ζήσω. Μέρες για να είμαι ζωντανός.

Δεν μπόρεσα να αποκτήσω ούτε παιδί.

Δεν μπόρεσα να κάνω έρωτα σε μια γυναίκα όσο ήθελα.

Ο ιδρώτας μου δεν έσμιξε με τον ιδρώτα μιας γυναίκας όσο θα ήθελα.

Πεθάναμε για αυτούς που δεν ήξεραν το νόημα της ζωής, για τις απίστευτες ιδεολογίες τους. Οι ιδεολογίες τους δεν ήταν καν η δική μου ιδεολογία. Δεν ήταν καν μια σκέψη που θα ακολουθούσα μέχρι το τέλος.

Τότε γιατί πεθάναμε;

Πέθανα για την υπεράσπιση της χώρας μου. Αλλά χωρίς τιμή.

Όχι, όχι, δεν ήμουν εγώ που δεν είχα τιμή. Είναι αυτοί που με σκότωσαν, αυτοί είναι χωρίς τιμή.

Αυτό που κάνει τον άνθρωπο πραγματικό άνθρωπο είναι η τιμή του/της.

Η τιμή είναι ο αυτοσεβασμός.

Η τιμή είναι η αξία και ο σεβασμός που νιώθει ένα άτομο για τη δική του/της προσωπικότητα. Είναι η εσωτερική αξία ενός ανθρώπου.

Ένας άνθρωπος ζει για την τιμή του και σκοτώνει για την τιμή του.

Με την τιμή και τον αυτοσεβασμό, θα σκότωνε με τον σεβασμό που νιώθει προς τον εχθρό. Σκοτώνει καθώς αγωνίζεται. Και μετά νιώθει σεβασμό προς το άτομο που σκότωσε διότι ο εχθρός του ήταν τόσο δυνατός και ατρόμητος.

Είχαμε τιμή, είχαμε αποδεχτεί την ήττα. Αλλά ήμασταν ατρόμητοι.

Παραδοθήκαμε χωρίς να φοβόμαστε τον θάνατο. Αλλά κάναμε λάθος. Η ομάδα του εχθρού που μας συνέλαβε και μας σκότωσε δεν είχε τιμή. Ήταν μια τέτοια ομάδα χωρίς τιμή που έθαψε τον εχθρό σε μια χωματερή.

Αν είχα έναν εχθρό, θα τον κρατούσα ψηλά. Διότι δεν θα πατούσα τη σκανδάλη ενάντια σε έναν εχθρό χωρίς τιμή. Δεν ήταν εχθροί μου. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που έκρυψαν τον τόπο ταφής μου, τον τάφο μου και έριξαν σκουπίδια από πάνω μου για να κρύψουν τον τόπο ταφής μου. Δεν μπορούν να είναι εχθροί μου.

Ο εχθρός μου θα ήταν αυτός που με αντιμετώπιζε, με κοίταζε στα μάτια και με πολεμούσε.

Οι εχθροί μου δεν είναι αυτοί που θα μας έβαζαν σε ένα φορτηγό αφού παραδοθήκαμε και θα σκότωναν κάποιους από αυτούς στο φορτηγό με τις ξιφολόγχες τους. Αυτοί δεν μπορεί να είναι εχθροί μου. Αυτή η ομάδα ήταν μια ομάδα που δεν πήγε να πολεμήσει και μετά τον πόλεμο σφετερίστηκαν τη νίκη του πολέμου. Μια ομάδα αλήτες.

Οι εχθροί μου θα έπρεπε να ήταν τόσο έντιμοι όσο εγώ. Θα έπρεπε να ήταν έντιμοι έτσι ώστε να μην τραβήξουν όπλο και να πατήσουν τη σκανδάλη σε αυτούς που είχαν παραδοθεί.

Άκουσα ότι ρωτούσες για το πώς είχαμε σκοτωθεί.

Αν αυτό θα σε κάνει να πονάς λιγότερο, θα σου πω, αλλά σε παρακαλώ μην κλάψεις.

Όταν χάσαμε τον πόλεμο, πήγαμε στο σπίτι μιας γυναίκας και ζητήσαμε καταφύγιο εκεί, στη Βώνη.

Μας έδωσε ρούχα. Μας έδωσε φαγητό να φάμε. Και στη συνέχεια αρχίσαμε να περιμένουμε τους στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών να έρθουν. Όμως το σπίτι στο οποίο βρισκόμασταν ήταν περιτριγυρισμένο από τον εχθρό (!) και παραδοθήκαμε. Όμως πριν να παραδοθούμε, είχαμε δώσει τα ονόματά μας για να τα γράψει η γυναίκα στης οποίας το σπίτι είχαμε βρει καταφύγιο.

Πολλοί από εμάς ήξεραν τον άντρα που μας πήρε αιχμάλωτους πολέμου. Τον ήξεραν και αυτόν και τον πατέρα του. Ο πατέρας του έφαγε ψωμί από κάποιους από εμάς που είχαμε παραδοθεί. Μας έβαλαν σε ένα φορτηγό. Όταν μας έπαιρναν στο φορτηγό χρησιμοποίησαν τις ξιφολόγχες τους για να μας τραυματίσουν. Επειδή δεν χωρούσαμε όλοι στο φορτηγό, και οι 45 μας, σκότωσαν έναν από εμάς. Δεν μπορούσαμε καν να διαμαρτυρηθούμε για αυτόν που πέθανε. Μας πήραν και πηγαίναμε προς το Τζιάος. Ενώ περνούσαμε από το μικρό χωριό που ονομάζεται Beykeuy, τα παιδιά μας παρακολουθούσαν. Αλλά πίστεψέ με, δεν σκεφτόμασταν ότι πηγαίναμε για να σκοτωθούμε. Πολλοί από εμάς χαιρετούσαμε τα παιδιά που έπαιζαν στην άκρη του δρόμου ενώ περνούσαμε από το χωριό. Και φυσικά τα παιδιά μας χαιρετούσαν κι εκείνα.

Μας ακολουθούσε ένα στρατιωτικό τζιπ. Πάνω σε αυτό ήταν ένα όπλο τύπου Α4. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι θα μας σκότωναν. Μας έπαιρναν αιχμάλωτους στο Τζιάος.

Ενώ περνούσαμε κοντά από ένα νεκροταφείο, το φορτηγό έστριψε σε ένα χωματόδρομο κοντά στο νεκροταφείο. Και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι θα μας σκότωναν. Περίπου 500 μέτρα πιο κάτω μας κατέβασαν.

Θέλαμε να διαφύγουμε και λέγαμε να τρέξουμε και να ξεφύγουμε. Και τότε ακούσαμε τον εκκωφαντικό ήχο. Την ίδια στιγμή, περίπου 25 από εμάς έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο. Κάποιοι τραυματίστηκαν. Και μετά ο ήχος του πολυβόλου σταμάτησε. Είχε κολλήσει.

Ο άντρας πίσω από το πολυβόλο διέταξε «Σκοτώστε τους όλους!».

Τρέξαμε και μας ακολούθησαν. Μέσα σε χίλια μέτρα σκότωσαν όλους εκείνους που είχαν τραυματιστεί, έναν προς έναν. Με πυροβόλησαν από πίσω. Δεν υπέφερα. Έτρεξα με την ελπίδα να δραπετεύσω. Δίπλα μου ήταν δύο φίλοι μου με τους οποίους κειτόμασταν μαζί στη χωματερή για πολλά χρόνια.

Περίπου 20 από εμάς διέφυγαν.

Τρεις από εμάς, μας πυροβόλησαν από πίσω. Όταν κόλλησε το όπλο του εχθρού, έναν από την ομάδα μας τον σκότωσαν σπάζοντας το κρανίο του.

Ένας από εμάς βρήκε καταφύγιο στο σπίτι μιας ηλικιωμένης Τουρκοκύπριας γυναίκας στην Επηχώ. Ήταν τραυματισμένος. Τον βρήκαν, τον πήραν από το σπίτι και έμπηξαν μια ξιφολόγχη στην πληγή του. Τον πήγαν στο κέντρο του χωριού. Τον σκότωσαν εκεί ενώ έβλεπαν οι άνθρωποι και μετά προσπάθησαν να κάψουν το σώμα του. Για πολλά χρόνια δεν έσκαψαν εκεί που είχε θαφτεί, παρόλο που ήξεραν τον τόπο του. Πραγματικά, γιατί δεν έσκαψαν για αυτόν για τόσα πολλά χρόνια; Ίσως ήξεραν κάτι που δεν ξέραμε εμείς. Πρόσφατα άρχισαν να σκάβουν για αυτόν και έγινε φανερό ότι για να μην μυρίζει, ένας από τους χωρικούς απομάκρυνε το καμένο του σώμα και τον ξανάθαψε κάτω από τους ευκαλύπτους. Οι ευκάλυπτοι κόπηκαν, και μόνο ένας έμεινε για να σηματοδοτεί τον τόπο ταφής τους, σαν μνημείο. Ίσως τελικά, θα βρουν τα οστά του και να τα επιστρέψουν στην οικογένεια του.

Όταν είχε σκοτωθεί και έπεσε στο έδαφος στο κέντρο του χωριού, πήραν τις μπότες του και τη ζώνη του και είπαν ‘Αυτά είναι καλά’.

Εννιά ή δέκα από εμάς μας έβαλαν σημάδι και μας σκότωσαν. Ένας προσπάθησε να διαφύγει προς το χωριό όπου είχαμε παραδοθεί. Και αυτός ήταν τραυματισμένος αλλά δεν ξέρω τι απέγινε.

Άκουσα ότι ήθελες να ξέρεις πώς πεθάναμε. Ότι ρωτούσες αν μας βασάνισαν. Αν νιώσαμε φόβο συνειδητοποιώντας ότι θα πεθαίναμε.

Καταλάβαμε τον θάνατο, αλλά δεν φοβηθήκαμε. Δεν νιώσαμε φόβο, αλλά η ομάδα των αντρών που υποτίθεται ήταν οι εχθροί μας δεν είχε καθόλου τιμή. Μας σκότωσαν χωρίς να αποδεχτούν ότι ήμασταν οι εχθροί τους και μας σκότωσαν χωρίς τιμή. Είχαμε πολεμήσει έναν πόλεμο για το τίποτα, διότι αυτή η ομάδα ανθρώπων δεν είχε τιμή. Η πίκρα που αισθανθήκαμε δεν ήταν επειδή πεθάναμε. Η έλλειψη τιμής σε αυτή την ομάδα αντρών ήταν αυτό που μας πίκρανε. Χωρίς να έχω αρκετό χρόνο για να κάνω έρωτα με μια γυναίκα, χωρίς να έχουμε χρόνο να έχω δικό μου παιδί. Αυτό είναι που με σκότωσε, πάνω από όλα.

Και αυτό που συνέβη σε μας σε αυτό το μικρό χωριό στη Μεσαορία, έγινε και πιο πέρα. Με μια παρόμοια ομάδα αντρών από τη δική μας πλευρά που δεν είχε καθόλου τιμή και που σκότωσαν με τον ίδιο τρόπο, άοπλες γυναίκες και παιδιά και τις έθαψαν με τον ίδιο τρόπο που μας έθαψαν εμάς, σε μια χωματερή στη Μαράθα. Εκείνοι χωρίς τιμή από τη δική μας πλευρά θύματα της ΕΟΚΑ Β κι εμείς χωρίς τιμή από την άλλη πλευρά που μας πήραν από τη Βώνη ήταν σαν πανομοιότυπα δίδυμα στην ιδεολογία τους και τη στάση τους και τον τρόπο που συμπεριφέρονταν – κανένας από αυτούς δεν πήγε στον πόλεμο για να πολεμήσει, αλλά προσπάθησαν να καταληστεύσουν τη ‘νίκη’ μετά τον πόλεμο. Κανένας από αυτούς δεν είχε την τιμή να σεβαστεί τον ‘εχθρό’ του και τους σκότωσαν και τους έριξαν σε χωματερές. Κανένας από αυτούς δεν τιμωρήθηκε ποτέ από τις αρχές και στις δύο πλευρές. Αντιθέτως, καταλήστευσαν τα ‘οφέλη’ και τα ‘λάφυρα’ μετά τον πόλεμο και τους αντιμετωπίζουν σαν ‘ήρωες’.

Κειτόμασταν στη χωματερή για τόσα πολλά χρόνια μέχρι να βρουν τα οστά μας.

Η ντροπή της χώρας μας

Έγιναν οι κηδείες μας. Οι χωματερές της Επηχούς και της Μαράθας έγιναν η ντροπή της χώρας μας. Οι χωματερές της Επηχούς και της Μαράθας είναι ίδιες: Είχαν τα σώματα εκείνων που τους σκότωσαν και τους έκρυψαν εκεί – τα σώματά μας, τα σώματα γυναικών και παιδιών και ηλικιωμένων αντρών, ανυπεράσπιστων ανθρώπων, ανθρώπων που θα έπρεπε να ήταν ζωντανοί, αλλά σκοτώθηκαν διότι έχουμε ανθρώπους και στις δύο κοινότητες που δεν νιώθουν καθόλου ντροπή και δεν έχουν καθόλου τιμή.

Έτσι αγαπητή αδελφή, όταν με σκέφτεσαι, να σκέφτεσαι όλους τους καλούς ανθρώπους που έζησαν και συνεχίζουν να ζουν σε αυτό το νησί με ανθρώπινη αξιοπρέπεια, προσπαθώντας να προστατεύσουν την αξιοπρέπεια όλων. Και να σκέφτεσαι όλους εκείνους τους ανθρώπους που δεν έχουν τιμή και αξιοπρέπεια και που έθαψαν σώματα εκείνων που σκότωσαν στην Επηχώ και στα χωριά Μαράθα – Σανταλάρη – Αλόα. Αυτοί οι άνθρωποι χωρίς τιμή είναι ακριβώς οι ίδιοι παρόλο που μπορεί να μιλούν διαφορετικές γλώσσες: Είτε τουρκικά είτε ελληνικά, είτε είναι Τουρκοκύπριοι είτε Ελληνοκύπριοι. Όπως οι καλοί άνθρωποι αυτής της γης με ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι οι ίδιοι: είτε μιλούν τουρκικά είτε ελληνικά, είτε είναι Τουρκοκύπριοι είτε Ελληνοκύπριοι. Αναζήτησε εκείνους τους καλούς ανθρώπους αδελφή μου, και κράτα τους κοντά στην καρδιά σου. Διότι η ανθρωπιά είναι εκεί, όχι σε εκείνους που δεν έχουν τιμή και που ποζάρουν σαν ‘ήρωες’. Ψάξε τους πραγματικούς ήρωες της γης μας και κράτα τους σφικτά… Αυτοί θα είναι η ελπίδα για το μέλλον.»