Φόρμα αναζήτησης

Μια ιστορία ανθρωπιάς από το Παραμάλι



Ακριβώς όπως υπάρχουν οι ιστορίες τραγωδίας, δολοφονιών και αίματος, υπάρχουν πολλές ιστορίες για το πώς οι άνθρωποι βοήθησαν και έσωσαν ο ένας τον άλλο σε στιγμές της πρόσφατης ιστορίας μας. Αυτό δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη αφού η ανθρωπότητα σε αυτή τη γη πάντοτε ταλαντευόταν ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, το καλό και το κακό, το άσχημο και το όμορφο. Πάντοτε υπήρχαν πολύ καλοί άνθρωποι που ζουν ακριβώς δίπλα από τους κακούς ανθρώπους, εκείνους που στερούνται κάθε ανθρώπινο αίσθημα ή εκείνους που αγνοούν τα ανθρώπινά τους συναισθήματα για «μεγαλύτερο όφελος» ή ένα «μεγαλύτερο σκοπό». Αλλά τι υπάρχει σε αυτή τη γη που να είναι μεγαλύτερο από την ανθρωπιά και πράξεις ανθρωπιάς; Ακριβώς όπως υπάρχουν οι μαζικοί τάφοι και οι πιθανοί τόποι ταφής, ακριβώς όπως υπάρχει ο ατέλειωτος πόνος και τα δεινά που παρέλυσαν τη ζωή εκατοντάδων συγγενών «αγνοουμένων», έχω συναντήσει αυτές τις ανθρωπιστικές πράξεις γενναιότητας στη διάρκεια των ερευνών μου και γράφω για αυτές. Από την Πύλα στο Πέργαμος, από το Δάλι στη Λάπαθο, πάντοτε υπάρχει μια ήσυχη, μετριοπαθής, ταπεινή ανθρωπιά, κρυμμένη ανάμεσα στην αλαζονεία της βίας στην Κύπρο.

Η σύγκρουση

Κάποιοι άνθρωποι σκότωσαν και κάποιοι άνθρωποι αρνήθηκαν να σκοτώσουν.

Κάποιοι άνθρωποι βίασαν και κάποιοι άνθρωποι αρνήθηκαν να βιάσουν και βοήθησαν τις γυναίκες να ξεφύγουν από τους βιαστές. Παίρνοντας την ευκαιρία που ονομάζεται «σύγκρουση» και πόλεμος, μερικοί άνθρωποι έκλεψαν τα αγαθά και τη γη και τα έπιπλα και οτιδήποτε μπορούσαν να βρουν που ανήκε σε άλλους ανθρώπους που είχαν ιδρώσει και εργάστηκαν σκληρά για να τα αποκτήσουν. Αλλά υπήρχαν και άνθρωποι που ακόμα και όταν έγιναν πρόσφυγες, αρνήθηκαν να αγγίξουν πράγματα που ανήκαν σε άλλους, και μόνο από ανάγκη πήγαν κάτω από μια στέγη για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Όμως δεν είχαν τη «χαρά και τον ενθουσιασμό» μερικών άλλων που πήγαιναν και λεηλατούσαν σπίτια και έβρισκαν πράγματα και τα έπαιρναν δικά τους.

Αυτό συνέβη: Τόσο το 1964, όσο και το 1974, αλλά περισσότερο το 1974 και έγινε και από τις δύο πλευρές. Μόνο μέσα από μαρτυρίες και περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων μαθαίνουμε για αυτές τις πράξεις κακού, όπως επίσης και τις πράξεις ανθρωπιάς σε όλες τις κοινότητες της Κύπρου, είτε ήταν Τουρκοκύπριοι, Ελληνοκύπριοι ή Μαρωνίτες Κύπριοι.

Η καλοσύνη είναι τόσο κρυμμένη που χρειάζεται χρόνος για να μπορέσει να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορέσουν να βγουν και να μιλήσουν γι’ αυτή. Ακόμα και τότε, μερικές φορές δεν θέλουν να γίνουν γνωστοί.

Το Παραμάλι

Μια τέτοια ιστορία βγήκε στην επιφάνεια από την ιστορία μου για την Birgul. Το μικρό Τουρκοκύπριο κορίτσι μερικών μηνών για την οποία ο νεαρός Ελληνοκύπριος Αντρέας Ευσταθίου έπαιρνε γάλα Pelargon και έγραψα για αυτό τόσο την εφημερίδα «Yeniduzen» όσο και στην εφημερίδα «Πολίτης».

Όταν μια από τις αναγνώστριές μου διάβασε την ιστορία της μικρής Birgul και την ιστορία με το γάλα, επικοινώνησε μαζί μου και μου έστειλε μια παρόμοια ιστορία ανθρωπιάς από το Παραμάλι, την οποία δεν είχα ακούσει.

Έχουν γραφτεί εκατοντάδες σελίδες για το πως οι Τουρκοκύπριοι ήταν πρόσφυγες στις βρετανικές βάσεις στο Παραμάλι, πως ζούσαν σε αντίσκηνα για μήνες, για τα βάσανά τους και την αγωνία τους, αλλά κανένας δεν μου ανέφερε κάποιες πράξεις ανθρωπιάς στο Παραμάλι. Έτσι αυτή ήταν μια αρχή, και είμαι σίγουρη ότι καθώς γράφουμε περισσότερες από αυτές τις υπέροχες ιστορίες, περισσότεροι άνθρωποι θα βρουν το θάρρος να μας πουν τι είδαν αλλού με παρόμοια περιστατικά.

Η επιστολή

Η αναγνώστριά μου από τα Κούκλια της Πάφου μου έστειλε το ακόλουθο μήνυμα:

Αγαπητή Sevgul,

Μόλις έχω διαβάσει την ιστορία της κυρίας Birgul Kilich.

Το 1974 και εμείς είχαμε πάει από το χωριό μας, τα Κούκλια Πάφου, στην περιοχή των βρετανικών βάσεων. Καθώς οι χωριανοί μας προσπαθούσαν να πάνε στο Παραμάλι, στους ορεινούς δρόμους, κάποιοι Ελληνοκύπριοι παραστρατιωτικοί είχαν πάρει κάποιους από τους άντρες και τους είχαν ξυλοκοπήσει. Όταν μια από τις οικογένειες από το χωριό μας προσπάθησε να διαφύγει από τα Κούκλια και να πάει στο Παραμάλι, ο σύζυγος αιχμαλωτίστηκε και ξυλοκοπήθηκε και βασανίστηκε.

Καθώς η γυναίκα διέφευγε από το χωριό, είχε βάλει όλα τους τα λεφτά και τα χρυσαφικά της σε μια μαξιλαροθήκη και τα είχε κρύψει μέσα σε έναν πέτρινο τοίχο, δείχνοντας το μέρος στον οκτάχρονο γιο της.

Στην κατάπαυση του πυρός, κάποιοι από τους Ελληνοκύπριους χωριανούς μας ήρθαν στον καταυλισμό στο Παραμάλι και προσπάθησαν να συναντήσουν τους Τουρκοκύπριους φίλους τους και προσπάθησαν να ρωτήσουν αν χρειάζονταν κάτι. Έτσι είχε έρθει επίσης και ένας Ελληνοκύπριος φίλος του συζύγου της γυναίκας αυτής. Όταν ανακάλυψε ότι ο σύζυγος ήταν κρατούμενος, είχε έρθει για να ρωτήσει τη γυναίκα αν χρειαζόταν οτιδήποτε. Ο σύζυγος είχε δώσει το κοπάδι του σε αυτόν τον Ελληνοκύπριο φίλο για να το φροντίζει.

Έτσι ήρθε και ρώτησε τη γυναίκα «Υπάρχει κάτι που χρειάζεσαι; Θέλεις να σου δώσω κάποια λεφτά;» και η γυναίκα του ζήτησε να πάει και να φέρει τη μαξιλαροθήκη που είχε κρύψει μέσα σε έναν τοίχο και που είχε βάλει μέσα τα λεφτά της και τα χρυσαφικά της.

Ο άντρας πήγε και έψαξε για τη μαξιλαροθήκη αλλά δεν μπορούσε να τη βρει. Επέστρεψε και της το είπε.

Τότε η γυναίκα είπε «Ο οκτάχρονος γιος μου ξέρει πού βρίσκεται» και αυτός είπε «Εντάξει, δώσε μου τον γιο σου, μπορώ να τον κρύψω στο αυτοκίνητό μου, να πάμε και να βρούμε τη μαξιλαροθήκη σου που είναι γεμάτη λεφτά και χρυσό.»

Ο άντρας πήρε το παιδί και πήγε.

Όλοι άρχισαν να επικρίνουν τη γυναίκα λέγοντας «Γιατί του έδωσες τον γιο σου να πάει μαζί του; Γιατί τον εμπιστεύτηκες; Τι γίνεται αν συμβεί κάτι στο παιδί σου;».

Ο Ελληνοκύπριος έκρυψε το παιδί ανάμεσα σε μερικά σακούλια με άχυρο, το πήρε στο χωριό και βρήκαν τα λεφτά και τον χρυσό. Και την επόμενη μέρα ο άντρας έφερε πίσω το παιδί στον καταυλισμό στο Παραμάλι και έδωσε τον χρυσό και τα λεφτά στη γυναίκα. «Ο σύζυγός σου μου εμπιστεύτηκε ένα κοπάδι με 1000 πρόβατα». Όμως δεν μπορέσαμε ποτέ να πάμε πίσω στο χωριό μας και αυτό το μεγάλο κοπάδι παρέμεινε με τον Ελληνοκύπριο στον οποίο το εμπιστεύτηκε ο ιδιοκτήτης του.

Μείναμε στον καταυλισμό στο Παραμάλι για έξι μήνες. Και όλο αυτό τον καιρό, ο Ελληνοκύπριος έπαιρνε τα λεφτά από το χαλλούμι και την αναρή που έφτιαχνε από το γάλα από το κοπάδι αυτό. Ο γιος της είναι ακόμα ζωντανός και ζει στη Λάπηθο.

Όσο για τη γυναίκα, επειδή ο σύζυγός της είχε βασανιστεί σοβαρά από κάποιους Ελληνοκύπριους όταν ήταν αιχμάλωτος πολέμου, μισούσε τους Ελληνοκύπριους και ακόμα και όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, ποτέ δεν πέρασε για να πάει στο νότιο μέρος του νησιού.

Έχω έναν άλλο συγγενή και αυτός είχε εμπιστευτεί το κοπάδι του σε Ελληνοκύπριο. Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα συναντήθηκαν. Οι γονείς τους είχαν πεθάνει αλλά η νεότερη γενιά συνεχίζει να συναντιέται.»

Ευχαριστώ την αναγνώστρια που μοιράστηκε αυτή την ιστορία ανθρωπιάς.

Αν γνωρίζετε ή αν έχετε βιώσει παρόμοιες ιστορίες ανθρωπιάς, παρακαλώ στείλτε μου ένα σημείωμα έτσι ώστε να γράψουμε για αυτό.

Το email μου είναι caramel_cy@yahoo.com , το τηλέφωνό μου στη Cyta 99 966518 και μπορείτε επίσης να με βρείτε στο facebook και να μου στείλετε μήνυμα. Σας ευχαριστώ.

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.