Φόρμα αναζήτησης

Μαμά φοβάμαι

Από τις μνήμες των παιδικών μου χρόνων. Θυμάμαι δυο φορές να νομίζω πως χάνω προς στιγμή τη μάνα μου την ώρα που βρισκόμαστε σε πολυσύχναστο χώρο. Τη μία φορά είμαι στο μνημόσυνο του Μακαρίου στο Θρονί. Πολύς κόσμος, πολύ κλάμα, μεγάλη ένταση. Πλησιάζει μεσημέρι και ο ήλιος μας κτυπά κατακέφαλα. Την άλλη βρίσκομαι κάπου στη Λήδρας, λιόγερμα, την εποχή που άλλα εμπορικά κέντρα δεν υπήρχαν και ο κόσμος περπατούσε σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο στα στενά πεζοδρόμια του ενάμισι μέτρου συνυπάρχοντας με τις ουρές των αυτοκινήτων. Είμαι σε ξένα περιβάλλοντα, πέντε, επτά χρονών παιδί, μακριά από το σπίτι μου και δεν έχω το χέρι της μάνας μου να με καθοδηγεί. Το μέγεθός μου δεν μου επιτρέπει να δω πέρα απ’ τα πόδια αυτών που προπορεύονται. Είμαι τόσο μικρή ανάμεσα στους αγνώστους που με περικυκλώνουν. Νιώθω το κενό να με τυλίγει. Λίγες στιγμές εφιάλτης, που κάνουν μια παιδική ψυχούλα να συνταράσσεται από το φόβο και την αγωνία. Είμαι μόνη και απροστάτευτη. Νιώθω ξεκρέμαστη. Και δεν είναι καν νύχτα. Δεν είμαι καν σε μια βάρκα σαρδελοποιημένη με δεκάδες αγνώστους.

Οι γονείς μου δεν έχουν χαθεί κάτω από τα συντρίμμια του σπιτιού μας, του πιο ασφαλούς μέρους ως σήμερα, που βομβαρδίστηκε από τα βλήματα ενός πυραύλου. Δεν έχουν ξεψυχήσει από τα χέρια οπλισμένων φατριών. Δεν είναι καν νύχτα. Δεν είμαι μέσα σε μια βάρκα με δεκάδες αγνώστους με προορισμό το άγνωστο. Να μην βλέπω κανέναν ορίζοντα. Δεν είναι όλα μαύρα γύρω. Υπάρχουν φώτα. Η γλώσσα που μιλάνε οι άνθρωποι γύρω μου είναι γνώριμη. Κι όμως, φοβάμαι. Τρέμω. Δεν μπορεί, η μάνα μου είναι εδώ τριγύρω, θα με βρει όπου να’ ναι. Δεν θα βρεθώ μόνη μου σε μια βάρκα με άλλους εκατόν χωρίς σωσίβιο στα χέρια ενός εμπόρου ο οποίος, αν είμαι, τυχερή, θα με οδηγήσει στη ξηρά, σε μια στέγη ασυνόδευτων ανηλίκων προσφύγων. Δεν πεινάω ακόμα. Ούτε διψώ. Μόνο φοβάμαι. Τι θα απογίνω εάν χαθώ; Είμαι σε μια βάρκα. Ανάμεσα σε αγνώστους. Πεινάω και διψώ και φοβάμαι και νιώθω ανασφάλεια. Δεν έχω πια κανέναν… Δώδεκα χρονών και είμαι μόνη. Ξημερώνει. Βλέπουμε ξηρά. Τουλάχιστον, σωθήκαμε. Μας πηγαίνουν σε έναν καταυλισμό. Μας κάνουν εξετάσεις. Μας κάνουν ανάκριση. Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα που μιλάνε. Είμαι μόνη μου σε μια στέγη μαζί με άλλα κορίτσια μικρότερα και μεγαλύτερα. Η μαμά δεν πρόκειται να έρθει. Με βρίσκει επιτέλους η μάνα μου. Ο κόμπος στο στομάχι λύνεται. Θέλω να βάλω τα κλάματα απ’ τη χαρά. Δεν με θυμώνει. Ούτε που κατάλαβε πως έλειψα. Τη στιγμή που εγώ την είχα χάσει αυτή με ακολουθούσε με το βλέμμα της. Η μαμά δεν πρόκειται να έρθει.

Υστ.: Παγκόσμια Μέρα Προσφύγων σήμερα. Το 2018, κάθε δεύτερος πρόσφυγας ήταν παιδί, 111.000 ασυνόδευτα παιδιά, δηλαδή, μόνα και χωρίς τις οικογένειές τους. Ένα κείμενο αφιερωμένο στην Αλέξια, στη Βερόνικα, στην Αιμιλία, στην Έλια και σε όσους άλλους ανθρώπους δεν γνωρίζω και καθοδηγούν και δίνουν ελπίδα σε αυτά τα παιδιά.