Φόρμα αναζήτησης

«Μάμα, ένα λεπτό έχω. Είναι κάτι επείγον;»

Από το πρώτο σκίρτημα του εμβρύου στην κοιλιά της μάνας και το πρώτο καθρέφτισμα του βρέφους στα μάτια της, το μυαλό, η ψυχή και το σώμα του νέου ανθρώπου σφραγίζονται από την αγάπη της. Σφραγίδα ανεξίτηλη, συνοδεύει τη γενετική κατασκευή του ανθρώπου και καθορίζει σε πολλά σημεία τα βήματά του στη ζωή. Το πρόσωπο της μάνας ημερεύει όχι μόνο τον άνθρωπο αλλά ακόμα και τα πιο άγρια ζώα.

Η ευσκιόφυλλη παρουσία της μάνας ευεργετική στη ζωή μας. Ακόμη και όταν φύγει από αυτό τον κόσμο η εικόνα της τρυφερή και άφθαρτη στολίζει την ψυχή μας με χαρμολύπη μέχρι το τέλος. Όσα χρόνια και να ζήσει ο άνθρωπος ο δεσμός με την εικόνα της μάνας δεν λύνεται. Η γιαγιά Ελένη έχει κλείσει τα εκατό της χρόνια και σαν θυμηθεί τη δική της μάνα, μνημονεύει τη θυσία και τις κακουχίες της, αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που έμενε νηστική για να φτάσει το φαγητό να χορτάσουν τα παιδιά της.

Είναι η μάνα που από τη στιγμή της σύλληψης, της γέννησης και του αναγιώματος του παιδιού της συνθλίβει το εγώ της και ακολουθεί την ευθύνη χωρίς να λογαριάζει κόπο. Όπως και η μάνα που αγκαλιάζει το παρατημένο παιδί του ορφανοτροφείου και το χορταίνει με περισσή αγάπη και φροντίδα. Η αγάπη της υπέρβασης. Η μάνα που μεγαλώνει παιδί με σύνδρομο down, με αυτισμό, με αναπηρίες, με χρόνιες παθήσεις και είναι περήφανη, το καμαρώνει και δεν νοιάζεται για τα λεπιδοφόρα λόγια του κόσμου. Η μάνα που παλεύει στα νοσοκομεία και έξω από τις μονάδες εντατικής θεραπείας με το βλέμμα της στην εικόνα της Παναγίας για να έχει το παιδί της μια δεύτερη ευκαιρία ζωής. Εύχεται και παρακαλεί με όλη τη δύναμη της ψυχής της για το παιδί της που παλεύει να κρατηθεί στη ζωή μετά από ένα ατύχημα ή μια δύσκολη ασθένεια. Πνίγει τα δάκρυα και τον πόνο της για να μην το στεναχωρήσει: «Θα πάνε όλα καλά αγάπη μου, μη φοβάσαι», και μέσα της ξέρει ότι ραγίζει.

Απαρνιέται τον εαυτό της και τα θέλω της, ξέρει να συγχωρεί πρώτη, ακόμη και αν την πληγώσουμε. Δεν ζητά εξηγήσεις και απολογίες. Πόσες φορές έχει ανεχτεί την γκρίνια, τις ιδιοτροπίες, τις παρατηρήσεις μας και την επόμενη στιγμή ανοίγει την αγκαλιά της γιατί ξέρει πόσο τη χρειαζόμαστε. «Δίχως την ευχή σου. Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ», γράφει ο Παλαιστίνιος ποιητής Μαχμούτν Νταρουίς σε ένα ποίημά του για τη μάνα. Νομίζω ότι ο καθένας μας μπορεί να νιώσει το μήνυμα αυτού του στίχου που κινείται πλάι στη λαϊκή έκφραση «η μάνα είναι μάννα» Αν μπορούσε κανείς να μετρήσει την καθαρότητα των συναισθημάτων σίγουρα τα συναισθήματα της μάνας προς το παιδί της θα είναι στην κορυφή της κατάταξης.

Στις δυσκολίες το όνομά της έρχεται στα χείλη μας αυθόρμητα. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε πει: «Αχ, μάνα μου…» νιώθοντας μια άμεση ανακούφιση.

Η αγάπη της μάνας αχώρητη, αδιαπραγμάτευτη, καθάρια ταξιδεύει μέσα στον χρόνο, δεν έχει ηλικία και δεν ακολουθεί παζάρια και ανταλλαγές. Μέσα στους αιώνες, ποιητές, συγγραφείς και ζωγράφοι θέλησαν να αποδώσουν την άδολη αγάπη και έγνοια της μάνας, έστω κι αν συχνά ο λόγος και το χρώμα αδυνατούν να εκφράσουν το μεγαλείο της.

Γέρασε η μάνα. Εσύ μεγάλωσες
Και έρχεται ο χρόνος όπου η μάνα μεγαλώνει και η όψη της αλλάζει ακολουθώντας τους νόμους της φθοράς. Γέρασε η μάνα. Εσύ μεγάλωσες. Ίσως να μην βλέπεις στο γερασμένο πια χέρι το χέρι που σε αγκάλιαζε, σε κρατούσε και σε πρόσεχε. Το τηλέφωνο χτυπά. Κάποτε δεν απαντάς με την πρώτη και (δεν) ακούς τον εαυτό σου να τονίζει τη βιασύνη σου μετρώντας τα λεπτά. «Δεν έχω χρόνο, είμαι πιεσμένος. Αν δεν είναι κάτι επείγον να σου τηλεφωνήσω μετά», και άλλοτε, «θα προσπαθήσω να έρθω από βδομάδας» κι η απάντησή της σε θυμώνει: «Έχει ένα μήνα να σε δω γιε μου, κόρη μου. Έκαμα σας κάτι;», «Παράπονα; Δεν προλαβαίνω αυτές τις μέρες…», και κλείνεις το τηλέφωνο συνεχίζοντας να διαβάζεις μέιλ.

Η συνείδηση αναπαύεται γιατί έκανες το καθήκον σου. Η μάνα σου βρίσκεται στο καλύτερο γηροκομείο ή έχει προσωπική φροντίδα στο σπίτι της. Πληρώνεις και με το παραπάνω όλα όσα χρειάζεται. Και καλά κάνεις. Η ατάκα του ποσοτικού και ποιοτικού χρόνου παίζει και εδώ τον διπλωματικό της ρόλο. Η μάνα που γέρασε είναι μέλος της οικογένειας, έχει ρόλο. Μας χρειάζεται ουσιαστικά κοντά της. Να μπορούμε να της αφιερώσουμε χρόνο, να καθίσουμε μαζί της, να της κρατήσουμε το χέρι, να πούμε πέντε ωραίες κουβέντες, να την ακούσουμε, να τη νιώσουμε, να μοιραστούμε συναισθήματα. Μια γεμάτη «καλημέρα» που θα πεις στη μάνα που τώρα κάθεται στην άκρη τη νιώθει σαν φάρμακο ψυχής. Και ο καθένας μας ξέρει πως όσες υποχρεώσεις και να έχει μπορεί να βρει λίγο χρόνο για τον άνθρωπο που μάτωσε για να ζούμε εμείς.

Άραγε, πόσες μανάδες αυτή τη μέρα, και όχι μόνο, κάθονται στο δωμάτιό τους και κοιτάζουν προς το παράθυρο, περιμένοντας να φανούν τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Πόσες άραγε μανάδες φεύγουν από τη ζωή με αυτό το παράπονο.

Το επόμενο τηλεφώνημα μπορεί να σου αφαιρέσει την ευκαιρία να  επαναλάβεις: «Μάμα, ένα λεπτό έχω», και τότε η σύγκρουση θα είναι βίαιη και αυτό το τηλεφώνημα θα σε γδέρνει για το υπόλοιπο.

Σήμερα λοιπόν, η δεύτερη Κυριακή του Μάη αφιερωμένη στις μάνες όλου του κόσμου, ειδικά στις ξεχασμένες μάνες που σιωπηλά υφαίνουν τις θύμησές τους και κρατάνε στην τσέπη τους δυο φωτογραφίες από τα σχολικά σου χρόνια και σιγοψιθυρίζουν: «Μεγάλωσε… ας έχει την ευχή μου, να είναι καλά και ας μην έρχεται συχνά να με δει…».

Ο ακόλουθος στίχος του Γεράσιμου Μαρκορά δεν χρειάζεται ερμηνεία: «Μάνα! Δεν βρίσκεται λέξη καμία να’ χει στον ήχο της τόση αρμονία». Μπορούμε απλώς να κοιτάξουμε τη μάνα μας στα μάτια ή να γυρίσουμε για λίγο το βλέμμα στη φωτογραφία της και θα καταλάβουμε…