Φόρμα αναζήτησης

Κράτος σκυφτό, ευλογημένο!

Έχουμε ένα νομοσχέδιο που συζητήθηκε για άλλη μια φορά χθες στην Επιτροπή Οικονομικών -απουσία βουλευτών του ΔΗΣΥ και με τον πρόεδρο της, βουλευτή του ΔΗΚΟ Α. Βότση, να θεωρεί ότι παρασυζητήθηκε και πρέπει να οδηγηθεί στην ολομέλεια- το οποίο ρυθμίζει και κλειδώνει ες αεί μια συμφωνία την οποία διαβουλεύτηκε το 1971 ο Αρχιεπίσκοπος με τον εαυτό του. Ένα νομοσχέδιο που προβλέπει κλιμακωτή αύξηση του αριθμού ιερέων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και συνακόλουθα του κόστους επιχορήγησής τους από το κράτος, πλέον όχι ονομαστικά αλλά μέσω ενός ταμείου της Εκκλησίας. Ένα νομοσχέδιο που αποτελεί νέα βερσιόν άλλου που κατατέθηκε το 2015 και κλείδωνε τον αριθμό των επιδοτούμενων ιερέων σε 700, για να αποσυρθεί ενώ ήταν έτοιμο να ψηφιστεί από την ολομέλεια. Μιλάμε για το νομοσχέδιο που επικαιροποιεί τη συμφωνία του 1971 με τους βουλευτές της αντιπολίτευσης, κυρίως, του ΑΚΕΛ, στις τέσσερις φορές που συζητήθηκε χωρίς να παίρνουν δέουσες απαντήσεις, να έχουν δίκαιο να απαιτούν πολιτική τοποθέτηση ως προς το τι ακριβώς συνεπάγεται η επικαιροποίηση, αν η νομική αυτή ρύθμιση είναι εις βάρος του κράτους και των φορολογούμενων πολιτών.

Η επιχορήγηση μέρους του μισθού των ιερέων υπαίθρου (που στο μεταξύ κάθε άλλο παρά σε ύπαιθρο λειτουργούν) ήταν το ένα μέρος της συμφωνίας. Με το άλλο να προνοεί μεταβίβαση συγκεκριμένου αριθμού τεμαχίων γης της Εκκλησίας στο κράτος. Αυτή η μεταβίβαση άρχισε μετά από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, μόλις τον περασμένο Ιανουάριο, για να πληροφορηθούν χθες οι βουλευτές ότι η συνολική αγοραία αξία των ακινήτων σε τιμές 1/1/2018 που έχουν ήδη μεταβιβαστεί η πρόκειται, και αφορούν τις ελεύθερες περιοχές, ανέρχεται σε 34,5 εκατ. ευρώ, ενώ σε τιμές του 2010 ανερχόταν σε 81 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται πως το κράτος, από το 1983 που υπάρχουν στοιχεία μέχρι και το τέλος του 2018, δαπάνησε συνολικά 136,7 εκατ. ευρώ, με το ποσό να αυξάνεται συνεχώς χρόνο με τον χρόνο. Αν αναλογιστεί κανείς ότι το 1983 η κρατική αρωγή ανήλθε σε 1,35 εκατ. ευρώ, συνάγεται πως το συνολικό ποσό από το 1971 ξεπερνά τα 140 εκατ. ευρώ. Εύλογο, λοιπόν, οι βουλευτές να ζητάνε στοιχεία και πολιτικές απαντήσεις για την ανάγκη συνέχισης αυτής της συμφωνίας. Διότι το 1971, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος έκανε αυτήν τη συμφωνία, γιατί σύμφωνα με τα πρακτικά του ΥΣ, φοβόταν μην παρεξηγηθεί. «Παρά τις προσπάθειες για αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας -οι προσπάθειες αυτές από πολλούς παρεξηγούνται και προβάλλονται ως αντίθετες προς την πνευματική ιδιότητα και αποστολή της- δεν νομίζουμε ότι, στο εγγύς μέλλον, θα μπορέσει η Εκκλησία να λύσει το πρόβλημα, για αυτό και εισηγούμαστε την κρατική αρωγή». Σήμερα που άλλαξε η ιδιότητα και η αποστολή της Εκκλησίας (το επεσήμανε προ δεκαετίας για να κατακεραυνωθεί από τον νυν Αρχιεπίσκοπο η τέως γεν. ελέγκτρια) ποια η ανάγκη; Ίσως ο ΥΠΟΙΚ που θα κληθεί να παραστεί στην επόμενη συνεδρία να δώσεις τις δέουσες απαντήσεις από πλευράς κυβέρνησης για την τόση ευαισθησία σε αυτήν την κρατική επιδότηση, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια έβρισκε λίπος να κόψει από οπουδήποτε αλλού.

ΥΓ: Όλα αυτά, όταν στο μεταξύ η ψήφιση πρότασης νόμου ΑΚΕΛ – Οικολόγων – Συμμαχίας ώστε οι εκκλησιαστικές επιτροπές να υποχρεούνται να υλοποιούν την επιθυμία των συγγενών σχετικά με το πού θα πηγαίνουν οι αντί στεφάνων εισφορές σε κηδείες -και να σταματήσουν έτσι τα ρεζιλίκια και οι κατακρατήσεις ποσοστών- που συζητείται τρία χρόνια στην Επ. Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναβλήθηκε την περασμένη Παρασκευή γιατί ο ΔΗΣΥ θέλει να την μελετήσει περαιτέρω…