Φόρμα αναζήτησης

Τα «κίτρινα γιλέκα» (που μας μάραναν)

Δεν θέλω να γίνω κακός τώρα αλλά, κάθε φορά που ακούω κάποιον εδώ να σχολιάζει το πόσο ουτοπικό θα ήταν να έφταναν εδώ τα «κίτρινα γιλέκα», με πιάνει γέλιο. Και οι λόγοι είναι πολλοί.

Κατ’ αρχάς, είναι η έφεσή μας στη… μόδα. Ζούμε σε μια χώρα στην οποία η πλειονότητα του κόσμου κρύφκει για να θκιαβεί ακόμα και στην ανώδυνή της καθημερινότητα, πόσω μάλλον στα πολιτικά. Σε μια χώρα όπου ο καθένας κοιτάζει βολικά την πάρτη του και δεν αντιδρά, όχι γιατί κάποιος θα του κάνει κάτι αλλά απλά για να μην χαλάσει τις προοπτικές του να τσιμπήσει κάτι. Ή έστω από πρώτου επιπέδου αδιαφορία, του τύπου «γιατί να νεκατωθώ εγώ;».

Σε μια χώρα όπου η άποψη συνήθως εκφράζεται ως… αυτοεξυψωτικός εξυπνακισμός, όταν και εφόσον διαπιστωθεί ότι το περιβάλλον είναι απολύτως ασφαλές για να μην υπάρξει η όποια συνέπεια.

Πού είναι η μόδα; Η μόδα είναι στην ταχύτητα με την οποία υιοθετούμε τα όσα γίνονται αλλού και τα οποία όντως δεν θα τα κάναμε εμείς αλλά είμαστε σίγουροι –μέρος της μόδας και αυτό– ότι θα έπρεπε να τα κάνουμε. Καλή ώρα τα «κίτρινα γιλέκα».

Διότι είναι εύκολο και ανώδυνο. Αν βγεις έξω και ρωτήσεις ποιοι είναι τα «κίτρινα γιλέκα», οι οκτώ στους δέκα, δεν θα ξέρουν να σου πουν διότι δεν θα έχουν μπει στον κόπο να διαβάσουν ένα άρθρο. Οι πλείστοι όμως θα έχουν άποψη ότι κάνουν το σωστό που διαμαρτύρονται και ότι εμείς δεν θα το κάναμε ποτέ.

Θα έπρεπε αλήθεια; Εγώ νομίζω πως όχι. Και θα σας εξηγήσω.

Εκτιμώ φοβερά τους Γάλλους. Είναι ένας λαός βαθιά διαιρεμένος σε επίπεδο αντιλήψεων, εξ ου και πάντοτε είχε την πιο προοδευτική διανόηση σε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και ένα κομμάτι της κοινωνίας τόσο βαθιά συντηρητικό και απομονωτικό που φτάνει να φλερτάρει και με τον φασισμό ακόμα όταν ενεργοποιηθούν οι άμυνές του.

Οι Γάλλοι, ως κληρονόμοι του Διαφωτισμού, ήταν ο λαός εκείνος ο οποίος μετέτρεψε την καλλιέργεια κριτικής σκέψης σε κυριότερο συστατικό του εκπαιδευτικού του συστήματος. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως μόλις το 27% δηλώνει ότι πιστεύει ότι υπάρχει θεός, ούτε και ότι, στον αντίποδα, άνθρωπος στο Παρίσι αυτοκτόνησε μέσα σε εκκλησία όταν νομιμοποιήθηκε ο πολιτικός γάμος ομόφυλων ζευγαριών.

Η γαλλική κοινωνία είναι μία από τις πιο πολύμορφες, αντιφατικές, πολύπλοκες και εκρηκτικές –ενίοτε– στην Ευρώπη. Αλλά στο μεγάλο της μέρος παραμένει μια από αυτές τις κοινωνίες που οδηγούν.

Όπως επίσης παραμένει και μια κοινωνία η οποία διατηρεί μερικά θαυμάσια, εν συγκρίσει με αλλού στην ΕΕ, εργασιακά προνόμια. Ο επιχειρούμενος περιορισμός τους είναι άλλωστε η ρίζα αυτών των εξεγέρσεων. Των πιο βίαιων κινητοποιήσεων μιας σειράς συγκρούσεων με τα εργατικά συνδικάτα εδώ και χρόνια.

Η σχολή που προωθεί τις αλλαγές λέει πως η γαλλική οικονομία βουλιάζει από το βάρος κεκτημένων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, τα οποία δεν ανταποκρίνονται τουλάχιστον στην αδυναμία της και την αδυναμία της υπόλοιπης Ευρώπης να ανταγωνιστεί άλλες αγορές και να διαχειριστεί τις συνέπειες της μαζικής απώλειας του πλούτου της προς τις αγορές αυτές. Και έχει δίκιο.

Δίκιο έχει και η άλλη πλευρά, όμως. Η οποία αντιτάσσει πως και στη Γαλλία, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη και όχι μόνο, το χάσμα των πλούσιων και των φτωχών διευρύνεται συνεχώς και πως ο πλούτος που απέμεινε δεν είναι καθόλου λίγος. Αλλά είναι συγκεντρωμένος στα χέρια ενός μικρού, μονοψήφιου ποσοστού.

Και κάπου εκεί έρχονται τα «κίτρινα γιλέκα». Η νέα μόδα μετά τους αγανακτισμένους και διάφορα άλλα που προηγήθηκαν. Είναι μάλιστα μια βίαιη αντίδραση στα όσα προωθούνται, στην οποία εγώ προσωπικά δεν έχω κάποια θεμελιώδη ένσταση. Διότι αποδέχομαι ότι κάποτε η βία είναι αναγκαία ως έσχατο μέσο, ειδικά έναντι δικτατορικών καθεστώτων και μεθοδεύσεων.

Είναι όμως εδώ αναγκαία; Με καταστήματα στο Παρίσι να λεηλατούνται, αυτοκίνητα να φλέγονται και την οικονομική ζημιά που υπέστη η χώρα να είναι τεράστια ήδη, μπορεί να πει κανείς με ευκολία ότι φτάσαμε στο όριο όπου να μπορούμε να συζητήσουμε τη βία και την παράλυση που ο φορολογούμενος θα φορτωθεί και πάλι;

Αν αναλογιστεί κανείς πως στις τελευταίες εκλογές στη Γαλλία, με πληθώρα κομμάτων και επιλογών και με τις αλλαγές που δρομολογούνταν να ήταν ξεκάθαρες, το… 58% των Γάλλων ΔΕΝ πήγε να ψηφίσει, πώς μπορεί να δικαιολογηθεί η προσφυγή στη βία;

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί α λα καρτ. Δεν μπορεί να ζήσει αυτό το σύστημα εάν δεν υπάρχει συμμετοχή και ακόμη λιγότερο να λειτουργήσει σε περιόδους λιτότητας όπου βάλλεται και περιορίζεται είτε από οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα είτε από ακραίες πολιτικές ιδεολογίες που βρίσκουν πρόσφορο το έδαφος να λειτουργήσουν. Ειδικά την Ακροδεξιά των ημερών μας και αυτούς που τη χρηματοδοτούν εντός της ΕΕ αλλά και… ανατολικότερα.

Όταν λοιπόν, οι λαοί απέχουν και αδιαφορούν αντί να μετέχουν, η δημοκρατία είναι καταδικασμένη και η επικράτηση των ακραίων δεδομένη.

Και η βία, ειδικά όταν εκδηλώνεται σπασμωδικά και μέσα από ετερόκλητα πλήθη –γιατί τα «κίτρινα γιλέκα» είναι φοιτητές και συνταξιούχοι, εργάτες και αγρότες, οι πεταμένοι των μπανλιέ, μέχρι ομάδες αναρχικών έως και ακροδεξιών– δεν οδηγεί σε κάτι καλύτερο.

Απλά προσφέρει τη δικαιολογία για τον στραγγαλισμό της δημοκρατίας με το λογικό επίσης πρόσχημα της επαναφοράς της τάξης και της ομαλότητας και της προστασίας των υπολοίπων πολιτών και των περιουσιών τους, αξίες οι οποίες επίσης απειλούνται. Αλλά οι αυτόκλητοι προστάτες τους δεν έχουν ακριβώς αυτές τις προθέσεις. Και αυτό μάλλον θα γίνει πάλι και στη Γαλλία και αλλού.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση που έγινε στη Γαλλία το 40% των υποστηρικτών των «κίτρινων γιλέκων» ψήφισε τη Μαρίν Λε Πεν στις προεδρικές και το 20% τον Μελανσόν της «παραδοσιακής» Αριστεράς. Και έτσι όμως να μην είναι, ως προίκα στη Λε Πεν θα καταλήξει πιθανότατα δεδομένου του πολιτικού σκηνικού.

Εμείς δεν είμαστε για γιλέκα. Του οιουδήποτε χρώματος. Γεγονός. Αλλά πριν φτάσουμε στη βία, που δεν θα φτάσουμε ποτέ εμείς ειδικά και πριν η αδιαφορία μας παραδώσει τη δημοκρατία στην ακρότητα και τα ελλείμματα διαφόρων ακραίων και λαϊκιστών, μπορούμε να γίνουμε περισσότερο πολίτες με άποψη και φωνή και λιγότερο αρνιά μουγγά και βολεμένα με το βλέμμα στραμμένο στη ζαχαρένια τους.

Υστερόγραφο: Θα έχω να το λέω. Το λιγότερο liked κείμενο που έγραψα ποτέ, ήταν εκείνο του Σαββάτου. Είχε να κάνει με την έκταση του ελέγχου μιας ομάδας του υποκόσμου στο μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό σωματείο της χώρας και τους διάφορους παράγοντες όλων των ειδών οι οποίοι έκαναν ότι δεν είχαν καταλάβει τίποτα.

Η Στήλη θα λείψει για λίγες μέρες. Θα τα πούμε από την ερχόμενη εβδομάδα!