Φόρμα αναζήτησης

Η λέξη δεν είναι «αφέλεια». Αλλά ας βολευτούμε σ’ αυτήν!

Τα παραμύθια για αποζημιώσεις των κατόχων αξιογράφων αγγίζουν όλους μας. Περισσότερο ή λιγότερο, μας αγγίζουν. Και είναι σημαντικό να το δούμε. [...]

Read More...

Επιτρέψτε μου να αρχίσω από κάτι προσωπικό σήμερα. Σχετικό με τη συνέχεια.

Μέσα της δεκαετίας του ’90, τότε που τα διαμερίσματα ήταν φτηνά, ακολούθησα την πολύ ορθή συμβουλή μιας φίλης η οποία ήξερε από αυτά και αγόρασα ένα.

Παλιό. Και το αγόρασα… κυπριακά. Δάνειο. Η δε τράπεζά μου τότε, η Λαϊκή, κατάφερε να με πείσει να κάνω μια «νέα μορφή» δανείου, μέσω ασφάλισης. Με την οποία εγώ θα πλήρωνα ασφάλεια αντί δόση και όταν θα ξεχρέωνα θα έπαιρνα και λεφτά από πάνω.

Το πήρα. Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε το Χρηματιστήριο στο οποίο αρνήθηκα να παίξω έστω και ένα σεντ διότι μου φαινόταν παράξενο το ότι ξαφνικά κάποιοι ήθελαν να μας κάνουν πλούσιους και όταν μας βρήκε και το κραχ, έλεγα πως τουλάχιστον δεν την πάτησα. Και ένιωθα όμορφα.

Μέχρι τη μέρα που ανακάλυψα πως είχα χάσει τα περισσότερα από τα λεφτά που είχα πληρώσει στο δάνειό μου. Διότι, λέει, η αξία των μονάδων της ασφαλιστικής εταιρείας μειώθηκε δραματικά λόγω ΧΑΚ και μαζί της χάθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της και η αξία του δικού μου δανείου. Και έπρεπε να ξαναρχίσω.

Κι αυτό ήταν μόνο το πρώτο σοκ. Το δεύτερο ήταν πως το δάνειο, μου είπαν, δεν ήταν εγγυημένο στη λήξη του. Και συνεπώς, με τη νέα κατάσταση όταν θα το ξεπλήρωνα, αφού ξανάρχιζα από εκεί που βρέθηκε, πιθανότητα δεν θα έπαιρνα κι από πάνω.

Λεφτά τουλάχιστον όχι. Και συγχωρέστε με. Εάν, δε, το μετέφερα σε άλλη τράπεζα, έπρεπε να πληρώσω και κάτι δικαιώματα. Αυτό έλεγε το συμβόλαιο. Ήταν 3.000 ή 4.000. Λίρες. Το 2001…

Αισθάνθηκα πολλές φορές μαλάκας στη ζωή μου. Στις 9 από τις 10 δικαίως, δυστυχώς. Αυτή, όμως, καταλαβαίνετε πως ήταν από τις κορυφαίες. Και φαντάζομαι πως δεν θα με αδικείτε. Σκληρό εκ μέρους σας αλλά δίκαιο. Ευχαριστώ.

Όπως, επίσης, φαντάζομαι ότι όσοι ήσασταν ενήλικοι τότε, θα θυμάστε τι είχε παιχτεί με την απάτη του ΧΑΚ και πώς το νομικό πλαίσιο είχε αφεθεί διάτρητο, αφεθεί είναι η λέξη ναι, προκειμένου να γίνει η δουλειά αυτών που το έκαναν και που έμειναν ατιμώρητοι στο τέλος.

Και έμειναν έτσι, αφού οι νομοθέτες μας –πάμπολλοι εκ των οποίων είχαν πλουτίσει με ιδιωτικές τοποθετήσεις ασχέτως εάν πολλούς η απληστία τους τούς είχε οδηγήσει σε νέα παιγνίδια και σε χρέη πλέον στη συνέχεια– οι νομοθέτες μας λοιπόν, ήθελαν πρώτοι να κλείσουν αυτή την ιστορία.

Η αναδρομικότητα δεν συζητήθηκε ούτε για αστείο –ό,τι έγινε, έγινε– και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί, σίγουρα, καλύτερα.

Τη θυμάμαι έντονα αυτή την ιστορία. Και χτες τη θυμήθηκα εντονότερα, όταν έμαθα πως οι οργανωμένοι κάτοχοι αξιογράφων της Λαϊκής αποφάσισαν να υποστηρίξουν τον άλλοτε δικηγόρο της τράπεζας, την εποχή που τους πάσαραν τα αξιόγραφα, για την Προεδρία της Δημοκρατίας!

Ο λόγος; Τους υποσχέθηκε ο τότε δικηγόρος της Λαϊκής, τα περισσότερα λέει χρήματα ως αποζημιώσεις για τα λεφτά που έχασαν (σ.σ. το συνολικό ύψος είναι στο μισό δισεκατομμύριο σχεδόν). Χρήματα τα οποία, φυσικά, δεν θα βάλει από την τσέπη του ή από την οικογενειακή τους περιουσία αλλά, λέει, θα φτιάξει ταμείο για να τους αποζημιώσει. Από δημόσιο χρήμα. Το οποίο ξέρετε πώς βγαίνει.

Πρώτη διαπίστωση και βασική είναι βεβαίως το ότι μετά από το κούρεμα, στο οποίο άλλα έλεγε τότε και άλλα σήμερα, ο συγκεκριμένος και όχι μόνο αυτός, τους ξουρίζει κιόλας. Κανονικά. Και πως, βεβαίως, η αφέλειά μας σ’ αυτόν τον τόπο –για να μην πω το χειρότερο που θα έπρεπε– έχει πλέον φτάσει σε ασυγχώρητα επίπεδα, στα όρια της νοητικής αυτοχειρίας ενίοτε.

Διότι εάν κάποιος έπρεπε να τους αποζημιώσει, αυτός λογικά δεν είναι οι συμπολίτες τους οι οποίοι καμία ευθύνη δεν έχουν και είναι αδιανόητο σε στιγμές με τραγικές ελλείψεις και ανάγκες να πληρώσουν έστω και ένα σεντ για κάτι τέτοιο, αλλά οι τράπεζες και φυσικά αυτοί από τους οποίους περνούσαν τα συγκεκριμένα τοξικά προϊόντα και τα ενέκριναν νομικά για να διατεθούν!

Και πέρα από κάποιες περιπτώσεις οι οποίες είναι καθαρά ανθρωπιστικές, ουδείς αντιλαμβάνεται γιατί πρέπει όποιος παίζει και χάνει, όσο δίκαια αδικημένος και εάν αισθάνεται, όπως όλοι μας αισθανθήκαμε, γιατί θα πρέπει λοιπόν να διεκδικεί λεφτά από το κοινωνικό σύνολο για τα δικά του λάθη, όσο κι αν εξαπατήθηκε. Και το πόσο έχει να κάνει με τη χειρότερη λέξη που έλεγα πιο πάνω. Όσο πιο πολύ, τόσο πιο πολύ. Όλοι μας.

Πόσω δε μάλλον να χάφτουν κιόλας τα παραμύθια και να αποσύρει, λέει, ο εκπρόσωπός τους τη δική του υποψηφιότητα στην… καλύτερη υπόσχεση ή το καλύτερο παραμύθι καλύτερα.

Αυτό, μάλιστα, που του έδωσε ο άνθρωπος, του οποίου το γραφείο και η οικογένεια έγιναν αυτό που έγιναν εξαιτίας ακριβώς αυτής τους της ιδιότητας: των δικηγόρων της πάλαι ποτέ Λαϊκής.

Χτες σκεφτόμουν επίσης, αλαζονικά και χαμογελώντας σε κάποια φάση, πως μπροστά σ’ αυτό, εντάξει, η δική μου τότε αφέλεια (η λέξη είναι άλλη αλλά καταλαβαίνετε πως πονάει πολύ) μοιάζει με σταγόνα στον ωκεανό. Μετά όμως σκέφτηκα πως δεν έχει σημασία ο ωκεανός αλλά το ότι εγώ, όπου και εάν ήμουν, είμαι η σταγόνα.

Και σταμάτησα να αναζητώ ελαφρυντικά. Η παραδοχή δεν είναι ντροπή.

Άμα το δουλέψεις, μοιάζει λένε και με κάθαρση. Και είναι καιρός, νομίζω, να το κάνουμε όλοι μας!

Send this to a friend