Φόρμα αναζήτησης

H σκιά που αφήνουμε να σέρνεται πάνω από τα κεφάλια μας

Το Σάββατο, ανήμερα της επετείου, έγραψα την ιστορία της μάνας και του πατέρα μου. Δυο ανθρώπων οι οποίοι, όπως και χιλιάδες άλλοι, ξεκίνησαν με όλες τις προϋποθέσεις αλλά δεν χάρηκαν τη ζωή τους.

Η μάνα μου στα δεκατρία της έζησε την εν ψυχρώ δολοφονία του πατέρα της μπροστά στα μάτια της. Τον είδε να ξεψυχά μέσα στα χέρια της ίδιας και της 14χρονης θείας μου. Οι δολοφόνοι πέθαναν τιμημένοι ως «αγωνιστές», όπως και όλοι οι άλλοι εγκληματίες του είδους τους και εκείνες μεγάλωσαν ως «κόρες του προδότη», όπως και άλλοι. Παιδιά μιας γυναίκας ξένης στην Κύπρο, η οποία έπλενε πια σεντόνια για να τις ζήσει.

Και αν δεν ήταν για τον Σπύρο Παπαγεωργίου, η αλήθεια είναι ότι δεν θα είχε αποκατασταθεί ποτέ από τον Γρίβα, έστω κι αν τον συνέδεε με τον παππού μου από την εποχή του πολέμου του ’40 μια μακρά γνωριμία η οποία είχε οδηγήσει και τον Γρίβα να του ζητήσει βοήθεια στο στήσιμο της ΕΟΚΑ.

Ο πατέρας μου, ορφανός και αυτός από πατέρα, μεγάλωσε δύσκολα. Είδε φίλους του να σκοτώνονται δίπλα του στις μάχες της Τηλλυρίας, έτρεξε να καταταγεί το 1974 και γύρισε με τους τελευταίους αιχμαλώτους από τα Άδανα, τρεις μήνες μετά, έχοντας γλυτώσει από θαύμα.

Πρώτα, από έναν νεκρό πια Κερυνειώτη ο οποίος τους έδωσε πολιτικά ρούχα του -αγνοούμενου- γιου του όταν υποχωρούσαν μετά την προδοσία και, έπειτα, από δεύτερη προδοσία άλλων Ε/Κ οι οποίοι φρόντισαν να τους καρφώσουν ότι ήταν στρατιώτες, όχι πολίτες. Διότι ήταν αριστεροί.

Δεν μου ήταν εύκολο να τα γράψω. Μεγάλωσα στο κλίμα της προσφυγιάς, με όλα αυτά να με βαραίνουν, μαθαίνοντας σιγά-σιγά το παρελθόν και τα όσα είχαν περάσει οι δικοί μου. Το δοκίμασα και παλιά. Αλλά δεν μπόρεσα.

Το Σάββατο, λοιπόν, κατάλαβα πως ένα κοινό που δεν φανταζόμουν σε μέγεθος όχι μόνο συγκινήθηκε και ταυτίστηκε με αυτό, καθώς και με τα άλλα γεγονότα που είχα καταγράψει -για το πώς οι γονείς μας φρόντισαν να μας μεταφέρουν την αλήθεια ολόκληρη, όχι μισή, για το 1963 αλλά και για το 1974 – αλλά ένιωσε, λοιπόν, ότι διάβαζε δικά του πράγματα.

Αν γράφω σήμερα αυτές τις γραμμές είναι, πρώτον, για να πω ένα ευχαριστώ που το κείμενο είχε πρωτοφανή απήχηση και αφιερώσατε τον χρόνο σας για να διαβάσετε κάτι που δεν ήταν απλώς ένα κείμενο για μένα.

Είναι όμως και κάτι άλλο. Το ότι ακόμα και σε τέτοιες καταθέσεις βρίσκονται άνθρωποι που προσβάλλουν τη μάνα σου και τον πατέρα σου, άνθρωποι με πτυχία κιόλας, δεν δείχνει μόνο ότι η μόρφωση και η παιδεία είναι πράγματα παντελώς άσχετα μεταξύ τους, αλλά και πως ακόμα υπάρχει μια σκιά από πάνω μας. Και μας πλακώνει.

Γιατί; Διότι φοβόμαστε. Υποσυνείδητα. Αναίτια. Υπάρχει η σκιά που τη συντηρεί ένα κατεστημένο το οποίο ελέγχει ακόμα τα πράγματα, κατάλοιπο της κατάστασης εκείνης που προέκυψε μετά την ΕΟΚΑ και το οποίο μας οδήγησε και στην καταστροφή του 1974. Δεν θα μπω σήμερα στα περί Μακαρίου – Γρίβα, ούτε και στο ότι ήταν ασήκωτες οι ευθύνες και των δύο όπως και του περίγυρού τους, αλλά δεν ήταν -τι να γίνει;- το ίδιο ο ένας με τον άλλον.

Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι, λοιπόν, κινούν ακόμα και σήμερα τα νήματα, ακρωτηριάζουν την ιστορική αφήγηση στα σχολεία, ηρωοποιούν τους εγκληματίες μαζί με τους αγωνιστές και επιβάλλουν τη σιωπή στα θύματα των εγκλημάτων τους, Ε/Κ και Τ/Κ (σ.σ. κάτι αντίστοιχο, δε, γίνεται και απέναντι, έστω και με άλλον τρόπο), έτσι που να διαιωνίζεται η μισή αλήθεια και μαζί της τα ψέματα.

Για αυτό είναι τόσο δύσκολο -και στην εποχή των social media και του συμβιβασμού με τη χυδαιότητα είναι ακόμη δυσκολότερο- να πει κανείς εδώ, το 2019, πράγματα αυτονόητα τα οποία καταρρίπτουν το κυρίαρχο αφήγημα. Αυτό με το οποίο δηλητηριάζεται συστηματικά και μεθοδικά η κοινωνία ώστε να ελέγχεται από τους συγκεκριμένους κύκλους. Λαϊκούς και κληρικούς.

Για αυτό αποκλίνουμε τόσο από την εποχή μας, παρόλο που έχουμε πλήρη πρόσβαση στην πραγματικότητα. Για αυτό η κοινωνία συντηρεί παραμύθια και φοβίες μολονότι βλέπει πως δεν την εξυπηρετούν και δεν την οδηγούν αλλού από τη στασιμότητα. Για αυτό, αν και νομίζει ότι τους κατάλαβε προ πολλού, ελέγχεται ακόμα απόλυτα από αυτούς και χειραγωγείται.

Δεν μιλάμε, διότι μάθαμε να σιωπούμε προκειμένου αυτό το κατεστημένο να μην στραφεί εναντίον μας -αν μιλάμε για μια «δημόσια» παρουσία όπως η δική μας- αλλά και να γινόμαστε αρεστοί στους γύρω μας, οι οποίοι επίσης είναι επηρεασμένοι από αυτά τα παραμύθια.

Είναι καιρός, λοιπόν, να μιλήσουμε. Όλοι. Η χώρα δεν ανήκει σ’ αυτούς και η Ιστορία ακόμη λιγότερο. Είναι η ώρα να μπουν τα πράγματα στη θέση τους και να πεταχτούν όσα πρέπει στα σκουπίδια, εκεί που ανήκουν.

Αρκετά περάσαμε, αρκετά γλέντησαν στην πλάτη όλων μας και στο μέλλον των παιδιών σας, όσοι έχετε, ελέγχοντας τον τόπο και οδηγώντας τον από τη μια συμφορά στην άλλη. Πολιτική, οικονομική ή άλλως πως. Εις υγείαν των κορόιδων.

Υστερόγραφο: Ο Μανώλης Πιερίδης (φωτό) δολοφονήθηκε μέσα στην εκκλησία Αγίου Γεωργίου Κυθρέας στις 18/03/1956. Ήταν τυπογράφος και εργαζόταν στην «Times of Cyprus». Μασκοφόροι «αγωνιστές» μπήκαν και τον σκότωσαν καθώς έψελνε – μπροστά στα δύο του παιδιά. Η Εκκλησία είχε θορυβηθεί και η ΕΟΚΑ είχε επιχειρήσει να αποστασιοποιηθεί αρχικά. Δεν τον αποκατέστησε όμως. Κανέναν άλλωστε. Το 2007 η ιστορική ταινία του (Κυθρεώτη επίσης) Πανίκου Χρυσάνθου «Ακάμας» -η πρώτη κυπριακή ταινία που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Bενετίας και απέσπασε διεθνώς βραβεία- παρουσίαζε τη δολοφονία κάποιου που κατηγορήθηκε ως προδότης σε μια εκκλησία. Στην πρώτη της προβολή, η Αστυνομία εμφανίστηκε στον κινηματογράφο Πάνθεον και απαίτησε να έχει την ταινία, επειδή δεν αφαιρέθηκε η σκηνή. Το 2007. Ο δε σκηνοθέτης είχε γίνει στόχος επιθέσεων από ΜΜΕ και οργανώσεις. Η ΕΟΚΑ, ίσως θυμάστε ότι έλεγαν, δεν δολοφόνησε κανέναν σε εκκλησία.