Φόρμα αναζήτησης

Γιατί, ναι, χωρίς αυτή τη μέρα τίποτα δεν θα ήσασταν

Φέτος έπεσε Σάββατο. Ευτυχώς. Για να μπορώ να φύγω να πάω κάπου μακριά από τη Λευκωσία, τουλάχιστον, να μην ακούω και να μην βλέπω.

Ούτε τα απ’ εκεί, ούτε τα απ’ εδώ. Ούτε, ναι. Όσους τους περισσεύει ο υψηλός πατριωτισμός και θέλουν να τον ανεμίσουν πάλι για να κάνουν το κομμάτι τους, πρόβλημά τους. Αφού δεν τον ανεμίζει κανείς και καμία τους μπροστά στον κίνδυνο της διχοτόμησης, ας τον ανεμίσουν σήμερα μέχρι εξαρθρώσεως.

Και μετά ας τον βάλουν όπου κρίνουν σοφότερο. Εκεί άλλωστε είναι η θέση του.

Έτσι που λέτε. Μια ζωή από τότε που θυμάμαι, από τότε που ευτύχησα να γυρίσει πίσω από τα Άδανα ο πατέρας μου και να μεγαλώσω με πατέρα, εν αντιθέσει με άλλους που τον στερήθηκαν, χρόνο με τον χρόνο τέτοια μέρα κουράζομαι περισσότερο.

Ξέρετε, παραλίγο να τον στερηθώ και εγώ και για έναν πρόσθετο λόγο: διότι κάποιοι «δικοί μας», «πατριώτες», επειδή τον είχαν στο μάτι για τα φρονήματά του, τον κάρφωσαν με μερικούς άλλους αιχμαλώτους, ότι ήταν στρατιώτες και όχι πολίτες για να τους εκτελέσουν οι Τούρκοι.

Τους είχε δώσει πολιτικά ρούχα, του γιου του ένας Κερυνειώτης, μην τους πιάσουν με τη στολή όταν έγινε η υποχώρηση. Πέθανε χρόνια μετά, περιμένοντας τον γιο του να γυρίσει… Τελικά, δεν τους εκτέλεσαν. Είχε προλάβει να τους γράψει ο Ερυθρός Σταυρός. Τρεις μήνες στα Άδανα, πέρασαν πολλά. Αυτό μόνο μας είπε ο πατέρας μου.

Ήταν ο πρώτος ίσως ο οποίος είχε πει το αδιανόητο μια δεκαετία μετά, στον Τάκη τον Χατζηγεωργίου σε συνέντευξη. Πως δεν υπήρχαν αγνοούμενοι. Και για τα πτώματα που πατούσαν όταν κατάλαβαν πως όλα ήταν προδομένα και υποχωρούσαν. Είχαν πέσει να τον φάνε τότε. Μέχρι η ΚΥΠ τον γύρεψε.

«Δεν ήταν σωστό!», του είπαν. Χτίστηκαν καριέρες και καριέρες, βλέπετε, στα σκοτωμένα παιδιά του κοσμάκη που θα… επέστρεφαν!

Με την αλήθεια του πατέρα μου μεγάλωσα, λοιπόν. Και της μάνας μου. Μιας γυναίκας που οι ίδιοι πατριώτες, χρόνια πριν, είχαν δολοφονήσει τον πατέρα της μέσα στα χέρια της – δεκατριών εκείνη, δεκατεσσάρων η θεία μου. Ένας φίλος του είχε τολμήσει να έρθει να θάψει τον «προδότη». Άλλος κανείς. Η γιαγιά μου, μη έχοντας άλλη επιλογή και ξεχνώντας τα χρόνια που είχαν περάσει, στη Σάμο, στην Αλεξάνδρεια και αλλού, έπλενε σεντόνια στο νοσοκομείο για να ζήσουν από εκεί και κάτω.

Ο παππούς μου δεν ήταν αριστερός. Ήταν δεξιός, αλλά δημοκράτης. Ήταν βετεράνος του Ελληνοϊταλικού και από τότε γνώριζε τον Γρίβα. Η μάνα μου θυμάται ακόμα όταν ο Γρίβας τον είχε συναντήσει μυστικά για να του ζητήσει βοήθεια για την ΕΟΚΑ. Ο παππούς μου αρνήθηκε ευγενικά. Διότι είχε μάθει τι είχε κάνει ο Γρίβας μετά, στην κατοχή και τον εμφύλιο.

Σε έναν καφενέ μια μέρα, στην Αγλαντζιά, είπε πως ο Γρίβας όπως μαυροφόρεσε την Ελλάδα θα μαυροφορέσει και την Κύπρο. Τέτοιες μέρες ήταν του Ιούλη πάλι. Το 1958. Τέσσερις τύποι με κουκούλες τον δολοφόνησαν σπίτι του, μπροστά στα μάτια των παιδιών του.

Κάθε χρόνο, θυμάμαι τη μάνα μου να κλαίει στα γενέθλιά μου. Η θεία μου το ίδιο. Μεγάλωσα για να μάθω τι άλλο είχε συμβεί. Θυμούνται πώς ξεψύχησε μέσα στα χέρια τους, πώς τις κοιτούσε καθώς πέθαινε, πώς έβγαζαν τα ρούχα με τα αίματά του. Πώς τις έφτυναν στο σχολείο. Ο Γρίβας έλεγε πως ποτέ δεν έδωσε τέτοια εντολή και το είπε και στην κάμερα στον Σπύρο Παπαγεωργίου πριν πεθάνει. Δεν ήταν λέει προδότης, όχι.

Όπως και τόσοι άλλοι… Κανένας δεν τιμώρησε τους φονιάδες όμως. Ούτε αυτούς ούτε τους άλλους. Αντίθετα τους αντάμειψαν. Στον έναν έδωσαν περίπτερο, στον άλλον…

Μάθαμε ποιοι ήταν. Τους βρήκαν όλους πολλές συμφορές λέει η μάνα μου.

Αλλά και πάλι τι άλλαξε;

Η μάνα μου λοιπόν στα δεκαοκτώ της χρόνια στις «φασαρίες» είχε πάει να βοηθήσει στο νοσοκομείο. Και όταν άρχισαν στο σχολείο να μας γεμίζουν τα μυαλά με τα σκατά που ταΐζουν τα παιδιά ακόμα, μας είχε μιλήσει και μας είχε πει πως δεν ήταν έτσι όπως τα λένε, μισά. Μας είπε και για τα δυο φορτηγά του στρατού που είχε δει στο Γενικό Νοσοκομείο γεμάτα δολοφονημένους Τουρκοκύπριους. Γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους.

Χρόνια μετά, από εκείνη τη μέρα στο Γενικό, εκείνο το πρωινό του Ιούλη το 1974 δεν είπε στον πατέρα μου να μην πάει στην επιστράτευση. Και η μάνα του, μάνα κι αυτή, μέχρι που γύρισε από την αιχμαλωσία τής έλεγε πως άφησε τον γιο της να σκοτωθεί.

Όλοι της έλεγαν πως δεν έπρεπε να πάει. «Τόσοι και τόσοι δεν πήγαν, θα σας πουν ευχαριστώ;».

Όχι βέβαια. Η μάνα μου θυμάται σαν χτες που έπαιρνε εμένα και την αδερφή μου και έτρεχε να φύγει από το σπίτι μας που το είχε… αναλάβει ο στρατός. Μην φοβάστε της είπαν, θα το προσέχουμε. Μέχρι να τα καταφέρει να την πάρει «ο γέρος ο Καρκώτης» που του βάζει ακόμα ευχές –στην πρώτη εκεχειρία– να πάρει ό,τι βρει, μας το είχαν ρημάξει.

Τούρκος δεν μπήκε ποτέ. Το είχε ώς την απαγκίστρωση η Εθνική Φρουρά. Και όταν πήγαμε, χρόνια μετά, είχαν αφήσει μόνο ντουβάρια. Αποζημίωση καμία. Ο πατέρας μου, αυτός το είχε χτίσει, πάλι δεν παραπονιόταν. Μοναδικό του παράπονο, που κανείς δεν του είχε στείλει μια επιστολή να αναγνωρίζει ότι πολέμησε στην Τηλλυρία, εκεί όπου έχασε φίλους το 1964 και μετά, το 1974.

Ποτέ δεν θα συγχωρέσω αυτή τη χώρα για ένα πράγμα μόνο. Για το ύφος που είδα στο πρόσωπό του όταν επιτέλους τους κάλεσαν να δηλώσουν ότι ήταν αιχμάλωτοι. Μετά μάθαμε ότι θα τους έδιναν 6-7 ευρώ, πόσα θα ήταν… Η μάνα μου του είπε να μην πάει. Σαν δεν ντρέπονται, του είπε.

Δεν με νοιάζει, μου είπε για τα λεφτά, αν και ποτέ δεν του περίσσευαν. Τον πείραξε, όμως, που πήγε και τον ειρωνεύτηκαν. Του είπαν στο Στρατολογικό πως δεν τον είχαν εκείνοι ως αιχμάλωτο. Τους έδειξα τα χαρτιά του Ερυθρού Σταυρού, γιε μου, τους είπα πως με το τελευταίο λεωφορείο γύρισα –η μάνα μου έλιωνε κάθε μέρα όπως και τόσες άλλες περιμένοντάς τον να κατέβει από ένα λεωφορείο– αλλά τίποτα. Ποτέ δεν είδα τον πατέρα μου να νιώθει ντροπιασμένος. Μόνο εκείνη τη μέρα.

Για αυτά λοιπόν και πολλά άλλα και επειδή εμείς δεν πήραμε τίποτα, ούτε ποτέ μάς βοήθησε κανείς, ούτε καμιά άλλη περιουσία είχαμε στα παράλια και αλλού για να μας ευλογήσουν οι υπεραξίες της εισβολής και να πουλάμε πατριωτισμό και άρνηση από φόβο μην και τις χάσουμε, ούτε καταδεχτήκαμε να τσιμπάμε τα φιλέτα των Τουρκοκυπρίων για να κάνουμε λεφτά και τόσα άλλα, εγώ και τόσες χιλιάδες άλλοι άνθρωποι με ιστορίες πολύ πιο τραγικές από αυτές που σας διηγήθηκα, δεν λέμε κάτι σήμερα.

Σιωπούμε για αυτούς που ήταν λιγότερο τυχεροί. Εδώ και στην άλλη κοινότητα.

Η μάνα μου μας έλεγε πάντα πως ο άνθρωπος πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να μην φτάνει στον πόλεμο. Και ο πατέρας μου, όταν του ζητούσαμε να μας μιλήσει για την αιχμαλωσία και τον ρωτούσαμε για τους «κακούς» απέναντι, έλεγε το ίδιο. Ο πόλεμος μόνο κακός είναι.

Για όλους αυτούς που υπέφεραν από όλους εκείνους που δεν βάζουν μυαλό, ακόμα και σήμερα, και εδώ και απέναντι, και για όλους όσοι χάθηκαν, το καλύτερο μνημόσυνο είναι η σιωπή.

Οι υπόλοιποι; Δείξτε και φέτος πόσο διαφέρετε από τους άλλους. Πόσο πατριώτες είστε. Μπράβο σας!

Όσα βγάλατε και εσείς και οι αντίστοιχοι απέναντι από την εισβολή, όλα αυτά που δεν θα τα βλέπατε ποτέ εάν δεν φτάναμε εκεί, ζωή να έχετε να τα χαίρεστε. Και εσείς και τα παιδιά σας και τα παιδιά των παιδιών σας.

Σας το λέω από την ψυχή μου. Κι όσοι δεν καταλαβαίνετε το γιατί, να είστε σίγουροι πως σε εσάς απευθύνομαι.

Υστερόγραφο: Όταν η κατάληψη είχε ολοκληρωθεί, η τουρκική «Χουριέτ» κυκλοφόρησε με το χάρτη που μας στοιχειώνει όλους έκτοτε, την είδηση της «πτώσης» της Μόρφου και της Λεύκας δίπλα και τον τίτλο «Αυτή η δουλειά τελειώνει εδώ». Ακριβής, θα έλεγε κανείς. Το θέμα είναι οι δουλειές που ξεκίνησαν από εκεί και κάτω… Ένθεν και ένθεν.