POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

«Ιστορία μισή που μας στοιχειώνει» της Κατερίνας Γεννάρη



Πριν λίγες ημέρες τα παιδιά μου έφεραν στο σπίτι ένα φυλλάδιο που τους δόθηκε από το σχολείο για την εισβολή και την κατοχή ενόψει της επετείου ανακήρυξης του ψευδοκράτους στις 15 Νοεμβρίου.

Το φυλλάδιο επικεντρωνόταν στην πτυχή των προσφύγων και των αγνοουμένων, με ένα κείμενο που περιέγραφε τον πόνο και την αγωνία μιας οικογένειας προσφύγων. Συμπεριελάμβανε τον χάρτη της Κύπρου με την πράσινη γραμμή, αλλά και στοιχεία των συνεπειών της εισβολής και της κατοχής από την Τουρκία (ποσοστά κατοχής, εδάφους, αριθμός προσφύγων, υλικές και οικονομικές ζημιές κ.λπ.).

Δεν γνωρίζω τι είδους συζήτηση έγινε στο σχολείο βάσει αυτού, αν και από την κουβέντα που έκανα με τα παιδιά μου θεωρώ ότι κάποιες βασικές έννοιες του θέματος επεξηγήθηκαν, εφόσον ως άσκηση για το σπίτι έπρεπε να γράψουν με δικά τους λόγια τι σημαίνει «πρόσφυγας», «εγκλωβισμένος», «αγνοούμενος».

Το κείμενο ολοκληρώνεται με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας να λένε στα παιδιά: «Περιμένουμε από τον ΟΗΕ να εφαρμόσει επιτέλους τις αποφάσεις του…[…]», για επανένωση της Κύπρου, και μετά από λίγο να σημειώνουν ότι «[…] σήμερα αυτό είναι ένα όνειρο…».

Το πιο απογοητευτικό σημείο για μένα ήταν το γεγονός ότι τα παιδιά μου μαθαίνουν για το 1974 και το τι οδήγησε σε αυτό με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που διδάχθηκα εγώ όταν ήμουν μαθήτρια. Μια Ιστορία μισή χωρίς πολλά-πολλά. Χωρίς βάθος ή επαρκή επεξήγηση για το πώς καταλήξαμε στην εισβολή, ενώ ούτε λόγος για το πού βρισκόμαστε σήμερα. Είναι λες και η Ιστορία μας πάγωσε στη δεκαετία του 1980.

Ιστορία που έμεινε στο 1974

Στο φυλλάδιο υπήρχε αναφορά στον αρχικό αριθμό των αγνοουμένων που στοίχειωσε τη δική μου μαθητική ηλικία κατά τις δεκαετίες των ’80 και ’90: 1.619 αγνοούμενοι. Καμία αναφορά σε Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους, σε ταυτοποίηση των μισών ανθρώπων που βρίσκονται στον κατάλογο αυτό και βεβαίως στο γεγονός ότι και η τουρκοκυπριακή κοινότητα αναζητά τους αγνοουμένους της. Καμία αναφορά στην προσπάθεια συνεργασίας των δύο κοινοτήτων στο πλαίσιο του ΟΗΕ από το 1990 και μετά για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων ή στη σημασία της συνεργασίας αυτής στο πλαίσιο των προσπαθειών επανένωσης και συμβίωσης.

Η αναφορά στο ότι και η τ/κ κοινότητα αναζητά αγνοούμενους είναι προφανές ότι θα οδηγούσε (όπως και έγινε με τα δικά μου παιδιά όταν το συζήτησα μαζί τους) σε δύσκολες ερωτήσεις, οι απαντήσεις των οποίων, εικάζω, επαφίεται στους εκπαιδευτικούς για το εάν και πώς θα τις δώσουν εφόσον αναπόφευκτα η συζήτηση αυτή οδηγεί σε θέματα που σχετίζονται και με τις ευθύνες της ε/κ κοινότητας, και κατ’ επέκταση με λάθη και εγκλήματα που έδωσαν άλλοθι στην τουρκική εισβολή. Όπως βεβαίως το πιο προφανές, το πραξικόπημα ή ακόμη τις διακοινοτικές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1960.

Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να γίνει ουσιαστικά χωρίς να υπάρξει μια πραγματική ενδοσκόπηση των ευθυνών της ε/κ κοινότητας. Είναι ως εάν οι Γερμανοί διδάσκονται τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν υπάρχει αναφορά στις ευθύνες μιας ολόκληρης γενιάς Γερμανών που είτε διαδραμάτισαν ρόλο στην εδραίωση και τα εγκλήματα του ναζισμού είτε απλά τα ανέχτηκαν.

Ένα αφήγημα που ξεπεράστηκε

Συζήτησα το θέμα με τα παιδιά μου, συμπληρώνοντας τα κενά στο κείμενό τους. Διψούσαν να μάθουν περισσότερα για τη ΔΕΑ και για το ότι περίπου οι μισοί από τους ανθρώπους στον κατάλογο των αγνοουμένων έχουν ταυτοποιηθεί και τα οστά τους έχουν δοθεί στις οικογένειές τους για να ταφούν. Με ρώτησαν αν εμείς έχουμε κάποιον δικό μας άνθρωπο που θεωρείται αγνοούμενος και τους είπα την ιστορία του παππού της νονάς της κόρης μου. Με ρώτησαν και άλλα, όπως τι σημαίνει «εγκλωβισμένος» και αν είμαστε κι εμείς πρόσφυγες, αφού η γιαγιά τους από την πλευρά του πατέρα τους είναι πρόσφυγας από την Κερύνεια. Ναι, προσπάθησα να δώσω απαντήσεις σε όλα όσα με ρώτησαν. Ακόμη και στις «δύσκολες» ερωτήσεις.

Τι σημαίνουν όλες αυτές οι έννοιες και η ιστορία για αυτά τα παιδιά που ζουν σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο σήμερα; Δεν είναι σημαντικό να ξέρουν ολόκληρη την αλήθεια; Δεν είναι ερωτήματα για τα οποία οφείλουμε ως κοινωνία και ως πολιτεία να έχουμε απαντήσεις; Γιατί; Γιατί δεν μπορεί να συνεχίζεται η παραπλάνηση ακόμη μιας γενιάς Κυπρίων με τη συνέχιση ενός αφηγήματος που παραλείπει σημαντικά κομμάτια της Ιστορίας, σχετικά με τις ευθύνες της ελληνοκυπριακής κοινότητας αλλά και τα γεγονότα που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση. Η δεκαετία του ’80 έχει παρέλθει προ πολλού, όπως και το σχετικό αφήγημα, που έχει σίγουρα ξεπεραστεί ή δεν πείθει.

Όταν συζητάς με παιδιά αυτής της γενιάς για την ανακήρυξη του ψευδοκράτους, δεν μπορείς να αραδιάζεις απλά κάποιες φράσεις/συνθήματα και αριθμούς χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις ή να μην προσπαθείς να τους βοηθήσεις να σκεφτούν τι σημαίνουν αυτά για τους ίδιους σήμερα. Πώς επηρεάζει τη ζωή τους και γιατί. Και αυτό δεν μπορεί να μην είναι συστηματικό και οργανωμένο κρατικά σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο.

Ένα παρόμοιο παράδειγμα αποτελεί και η έκθεση «Ξαναγέννηση», 210 έργων που επεστράφησαν μετά από 46 χρόνια από την τουρκοκυπριακή στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Συμμετείχαμε με τα παιδιά μου σε μια από τις εκπαιδευτικές ξεναγήσεις που οργάνωσε το Υπουργείο Παιδείας. Η εστίαση της παρουσίασης ήταν στα ίδια τα έργα τέχνης και στους καλλιτέχνες, μια σημαντική πτυχή βεβαίως που σχετίζεται με την ιστορία του πολιτισμού αυτού του τόπου. Όμως προσπεράστηκε μια εξίσου κατά την άποψή μου σημαντική πτυχή. Δεν υπήρξε καμία αναφορά στο πώς βρέθηκαν αυτά τα έργα τέχνης που έμειναν στο βόρειο μέρος του νησιού το 1974 και επεστράφησαν 46 χρόνια μετά. Ούτε βέβαια στο ότι στο πλαίσιο της επιτροπής αυτής δόθηκαν τηλεοπτικά αρχεία του ΡΙΚ της περιόδου πριν το 1963 συνυφασμένα με την ιστορία της τ/κ κοινότητας. Αυτά δεν αποτελούν σημαντικά στοιχεία που θα έπρεπε να δίδονται στους αυριανούς πολίτες, οι οποίοι δυνητικά -θα μπορούσε να πει κάποιος ονειροπόλος- θα κληθούν να συμβιώσουν με την αντίστοιχη γενιά Τουρκοκυπρίων; Δεν είναι σημαντικό στοιχείο να λεχθεί στα παιδιά ότι άνθρωποι και από τις δύο κοινότητες, που αποτελούν μια δικοινοτική επιτροπή, βρήκαν τρόπο να εργαστούν από κοινού με στόχο την προστασία της κοινής μας κυπριακής πολιτιστικής κληρονομιάς;

 Ιστορία και κριτική σκέψη

Πώς μπορείς να συζητάς την Ιστορία (όλη όχι τη μισή!), χωρίς να την οδηγείς στο σήμερα και να τη συνδέεις με την επικαιρότητα; Δεν λέω ότι τα εννιάχρονα θα πρέπει να καθίσουν να συζητήσουν για τις πολύπλοκες πτυχές του Κυπριακού. Όταν όμως τους εξηγούμε τι είναι ο πρόσφυγας, ο αγνοούμενος, ο εγκλωβισμένος δεν μπορεί να το κάνουμε αφήνοντας έξω το πλαίσιο στο οποίο ζουν, αφού οι έννοιες δεν θα σημαίνουν τίποτα για αυτούς που δεν τα έχουν βιώσει!

Διαφορετικά, ακόμη μια γενιά Κυπρίων θα μάθει να παπαγαλίζει αριθμούς και ιστορίες, ενισχύοντας ένα αφήγημα το οποίο πλέον δεν βρίσκει έρεισμα, γιατί δεν συνοδεύεται από ενέργειες που να το ενισχύουν. Ειδικά τη στιγμή που οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι βρίσκονται πραγματικά σε κίνδυνο αφανισμού, κινητοποιήθηκαν δυναμικά για ακόμη μια φορά δείχνοντας έμπρακτα την αντίστασή τους στην κατοχική Τουρκία, στέλνοντας παράλληλα σαφές μήνυμα προς τους Ελληνοκύπριους ότι είναι παρόντες με φωνή και με ψυχή! Στους δρόμους.

Η σύγκριση με την ελληνοκυπριακή κοινότητα είναι αναπόφευκτη. Ενώ εκείνοι βρίσκονται έξω στους δρόμους, εμείς εξακολουθούμε να σερβίρουμε στα παιδιά μας ένα αφήγημα που θέλει τους Ελληνοκύπριους να έχουν έναν μόνο ρόλο, αυτόν του θύματος.

Παπαγαλάκια μιας Ιστορίας μισής

Η ουσία είναι ότι η παιδεία μας παράγει παπαγαλάκια μιας Ιστορίας μισής αντί να διαμορφώνει ανθρώπους με κριτική σκέψη, ενδεχομένως και αυριανούς ηγέτες, των οποίων στόχος θα έπρεπε να είναι το πώς να εξεύρουν τρόπους συνεργασίας και συμβίωσης με την τουρκοκυπριακή κοινότητα και εκδίωξης του Τούρκου εισβολέα. Αντ’ αυτού περιοριζόμαστε σε ευχές του τύπου «η επανένωση της πατρίδας μας αποτελεί ένα όνειρο» και ότι «αναμένουμε τον ΟΗΕ» ως από μηχανής θεό να αποκαταστήσει την κατάσταση.

Αυτό που φαίνεται πλέον επιτακτική ανάγκη είναι να υπάρξει σαφής διαχωρισμός μεταξύ δράσεων στα σχολεία που ενισχύουν τη συλλογική μνήμη σχετικά με την εισβολή και τις συνέπειές της από τη διδαχή μιας ολοκληρωμένης Ιστορίας της εποχής εκείνης αν είναι να κατανοήσουμε πώς οδηγηθήκαμε στο 1974, να αποκαταστήσουμε τις σχέσεις με τους Τουρκοκύπριους, να κτίσουμε την εμπιστοσύνη μεταξύ μας και να οικοδομήσουμε νέους ισχυρούς δεσμούς βασισμένους στην κοινή μας Ιστορία, τον πολιτισμό και την ταυτότητά μας.

Εκτός εάν έχουμε πλέον αποφασίσει ότι δεν είναι αυτός ο δρόμος που θέλουμε να ακολουθήσουμε. Οπότε και πάλι το αφήγημα θα πρέπει να αλλάξει και σίγουρα να παύσει ο εμποτισμός νεαρών μυαλών με φαντασιώσεις που δεν πρόκειται ποτέ να υλοποιηθούν.

Υ.Γ.: Το κείμενο αυτό συντάχθηκε προτού γίνει γνωστό το επεισόδιο σε λύκειο της Λευκωσίας εναντίον δύο κοριτσιών που τόλμησαν να αμφισβητήσουν το γνωστό αφήγημα. Ωστόσο, η έντονη επίθεση που δέχθηκαν αλλά και -απ’ ό,τι φαίνεται- η αδιαφορία ή η αδυναμία των καθηγητών τους να προστατεύσουν το αυτονόητο: το δικαίωμα στη -διαφορετική- άποψη χωρίς να κινδυνεύει η σωματική τους ακεραιότητα απλώς ενισχύουν την ανάγκη για μια συλλογική, επιτέλους, κοινωνική και κρατική ενδοσκόπηση για το τι πολίτες θέλουμε!

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.