Φόρμα αναζήτησης

Θα αγαπάς την Κύπρο (2) …Του Σενέρ Λεβέντ

Κοιτάζω τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες σου Κύπρος. Τις φωτογραφίες στις οποίες ο πατέρας μου φορούσε φέσι και η μητέρα μου μαύρο τσαντόρ, γύριζαν αραμπάδες με άλογα, δεν υπήρχε ακόμα το Ξενοδοχείο Σαράι στην πλατεία Σεραγίου, περιπολούσαν Άγγλοι αξιωματικοί με κοντά χακί παντελόνια κρατώντας βέργα, φαίνεται καταπράσινη η Κερύνεια από το Μπέλαπαϊς, επιστρέφουν από την εκκλησία οι γυναίκες με τα μαύρα, κοιμάται στρωμένος πάνω σε πέντε ψάθινες καρέκλες ο χωρικός στο καφενείο και κρέμονται ρούχα σε σχοινιά στο Μπουγιούκ Χαν. Θα αγαπάς την Κύπρο. Και το καλοκαίρι της και τον χειμώνα της. Θα ανεβαίνεις στα βουνά όχι μόνο τα καλοκαίρια, αλλά και τους χειμώνες. Θα περνάς από βρεγμένα μονοπάτια. Θα μαζεύεις μανιτάρια και νάρκισσους. Είναι το κάτι άλλο τα βουνά που χάνονται ανάμεσα στην ομίχλη και στον καπνό. Ύστερα θα δεις έναν χάρτη της Κύπρου στη βιτρίνα της πόλης. Μέσα στον χάρτη ένας στρατιώτης που έχει μπήξει την ξιφολόγχη του στην Κύπρο. Θα αγαπάς τον χάρτη της Κύπρου. Δεν θα αγαπάς τον στρατό. Θα αγαπάς την Κύπρο που δεν έχει μοιραστεί στη μέση και όχι αυτήν που περνάει μια γραμμή στη μέση της.

Αχ έχω έναν φίλο ερωτευμένο με την Κύπρο, που κάθε μέρα τρυπάει και διαπερνάει την καρδιά μου. Καθημερινά μου δείχνει παλιές φωτογραφίες του Βαρωσιού. Όταν τις βλέπω μου έρχεται να κλαίω. Τι θαυμάσια, τι γοητευτική πόλη. Οι δρόμοι, τα σοκάκια, τα κτήρια και τα σπίτια. Πώς μπόρεσαν να το κάνουν σε αυτή την πόλη… Δεν έτρεμαν καθόλου τα χέρια τους όταν της έριχναν βόμβες; Νά μια παραλία ασφυκτικά γεμάτη με κούνιες. Άντε Πλουμέρ κάνε ένα κολάζ. Βάλε μερικές μαϊμούδες να κουνιούνται σε εκείνες τις κούνιες. Θέλω ένα κολάζ και από τον Σενίχ. Μια αχανής θάλασσα. Ένα γαϊδούρι. Και ένα καΐκι. Το καΐκι είναι η εφημερίδα μας η «Αφρίκα». Θα αγαπάς τον Πλουμέρ, θα αγαπάς και τον Σενίχ όταν εμφανίζονται μπροστά σου τα συρματοπλέγματα της Κύπρου. Θα αγαπάς το παλιό Βαρώσι. Άλλωστε το νέο Βαρώσι δεν έχει καμία πλευρά για να αγαπήσεις εκτός από τον χάρτη του.

Θα αγαπάς τον Τουρκοκύπριο που κρύφτηκε στο σπίτι του γείτονά του Γιώργου για να μην τον σκοτώσουν τα μέλη της ΕΟΚΑ Β και τον Ελληνοκύπριο βιολιστή που γύριζε από πόρτα σε πόρτα τα βράδια των Χριστουγέννων και έπαιζε τα κάλαντα. Θα αγαπάς τα γαρύφαλλα μέσα στα άδεια κουτιά Blue Band που τοποθετήθηκαν στη σειρά στα περβάζια των παραθύρων, την άγρια βλάστηση που φυτρώνει στη νεκρή ζώνη, το φαγητό με λαψάνες, το τουρσί με αγρέλια, το μαυρόλαδο από τη Φώτα και το πετιμέζι που σου θυμίζει τα κουλούρια σου έκανε κάποτε η μητέρα σου. Θα αγαπάς τις φωτογραφίες που βρίσκονται στους τοίχους της ταβέρνας του Μαρωνίτη Γιώργου στον Κορμακίτη και τις φωτογραφίες που είναι αποκόμματα από εφημερίδες. Θα αγαπάς τις αναμνήσεις του Ριφάτ Ρεΐς που δεν έλειπε ποτέ το τσιγάρο από το στόμα του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, τα ανέκδοτά του για τον δρα Κιουτσιούκ, τον τεχνίτη του ποδοσφαίρου Δεφτέραλι που ήταν κομμένο το πόδι του κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του και τον Μεχμέτ Αχμέτ Ντουμπάρα που εκφωνούσε τολμηρές ομιλίες σε αυτούς τους δρόμους αφότου τραβούσε τον ταμπάκο του. «Ανεβαίνω πάνω στα βουνά και φωνάζω, όλα τα όργανα είναι προέκταση κάποιου πράγματος, να πεθάνουν», λέει ο ποιητής. Εγώ πηγαίνω στα δικαστήρια, λέω στα δικαστήρια αυτά που έχω να πω. Όλοι οι νόμοι βγήκαν από το στυλό ενός ψεύτη, να πεθάνουν. Δεν βάζω το χέρι μου πάνω στο Κοράνι. Δεν λέω ψέματα. Λέω την αλήθεια. Το γνωρίζεις εσύ πουρόπετρα; Ένας δικαστής παραιτήθηκε και σε άφησε. Κρέμασε τη δικαστική του τήβεννο και έφυγε. Να θυμάσαι καλά το όνομά του. Μην το ξεχνάς! Μια μέρα θα χρειαστεί και σε εσένα δικαιοσύνη. Αν δεν απομείνει καμία άλλη πόρτα να χτυπήσεις, πήγαινε στον Τατζιάν Ρεϊνάρ. Του χρωστώ ένα ευχαριστώ. Του χρωστάτε ένα ευχαριστώ. Αυτή η αξιοπρέπεια, αυτή η περηφάνια δεν λυγίζει στις καταιγίδες. Θα αγαπάς τον Τατζιάν Ρεϊνάρ. Επειδή σε έκανε να το ζήσεις αυτό. Επειδή έκανε εφικτό να μπορείς να πεις «ακόμα δεν πέθανε η ανθρωπιά σε αυτό τον τόπο». Θα αγαπάς και τη Μινέ. Έστω και αν δεν μπορείς να συμφωνήσεις μαζί της στο τραπέζι του φεμινισμού.

Θα αγαπάς την Κύπρο. Θα έχεις προστριβές, στην Κύπρο θα βρεθείς αν θα βρεθείς κάπου. Θα περάσεις βράδυ από την Τηλλυρία. Θα πιεις από το κρύο της νερό. Θα αγαπάς τον ποιητή Σουλεϊμάν Ουλούτσαμγκιλ με το κοντό μαλλί και το τρυφερό βλέμμα που πέθανε όταν εξερράγη παγιδευμένη νάρκη εκεί. Θα πιάσεις ένα τραγούδι και το τραγούδι θα σου θυμίσει τον δάσκαλο Αρίφ. Όποτε γεμίζεις και ξεχειλίζεις και θέλεις να βρίσεις κάποιον, αυτόν θα θυμάσαι. Θα αγαπάς τον δάσκαλο Αρίφ. Έστω και αν έχει μυστικά που δεν είπε. Δεν είσαι Μορφίτης, αλλά ο δρόμος σου περνά καθημερινά από τη Μόρφου. Θα αγαπάς τη Μόρφου όχι την Γκιουζέλγιουρτ. Τα χρόνια που ακόμα δεν είχαν ξεραθεί τα εσπεριδοειδή. Θα καταλάβεις γιατί πήγαινε τότε συχνά ο θείος σου στη Μόρφου όταν μάθεις ότι εκεί είχε μια αγαπητικιά. Θα αγαπάς τα πορτοκάλια. Τα μανταρίνια και τα τεράστια γκρέιπφρουτ. Θα αγαπάς περισσότερο όσους λένε τα λεμόνια όξινα.

Θα αγαπάς την Κύπρο που καίγεσαι από νοσταλγία όταν κοιτάς από τις ακτές της Αγγλίας, της Αυστραλίας και του Καναδά, πονάει περισσότερο η καρδιά σου όποτε έρθεις για διακοπές μερικών εβδομάδων, ήθελες να φύγεις και να σωθείς όταν ζούσες εδώ, γνωρίζεις απ’ έξω τους γνωστούς δράστες των ανεξιχνίαστων εγκλημάτων, έτρωγες ξύλο από τη μάνα σου κάποτε με βέργες μολοχίας, κείτονται στα νεκροταφεία της οι συγγενείς και οι φίλοι σου, έχουν ομίχλη τα βουνά της, έχουν λάσπες οι πεδιάδες της και κάνουν μπόλικα αγαλίκια οι Τούρκοι και τσαλίμια οι Έλληνες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ