POWERED BY

Φόρμα αναζήτησης

«Ηλεκτροκίνηση και κοινωνικοοικονομικός αντίκτυπος στην Κύπρο» του Ευαγόρα Δ. Κωνσταντινίδη



 

Η διαρκώς αυξανόμενη διείσδυση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην αγορά σε παγκόσμιο επίπεδο τα τελευταία χρόνια αποτελεί μοναδική ευκαιρία περαιτέρω οικονομικής ανάπτυξης για την Κύπρο. Ταυτόχρονα, η ηλεκτροκίνηση θα μειώσει τις εισαγωγές καυσίμων κίνησης ενισχύοντας την εθνική ενεργειακή ασφάλεια, θα μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τον τομέα των μεταφορών συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εκπλήρωση των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας και της συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, και θα περιορίσει τις εκπομπές ρύπων και την ηχορύπανση προς όφελος της υγείας των πολιτών. Επειδή τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι ενεργειακά πολύ αποδοτικότερα και χρειάζονται λιγότερη συντήρηση σε σχέση με τα συμβατικά αυτοκίνητα με κινητήρα εσωτερικής καύσης, η σταδιακή αντικατάσταση των υγρών καυσίμων με ηλεκτρική ενέργεια θα μπορούσε δυνητικά να έχει ως αποτέλεσμα την ουσιαστική οικονομική ελάφρυνση των νοικοκυριών καθ’ όλη την περίοδο ιδιοκτησίας του ηλεκτρικού αυτοκινήτου και θα μπορούσε να αντισταθμίσει το αυξημένο αρχικό κόστος αγοράς του μεσοπρόθεσμα.

Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος ηλεκτρικό αυτοκίνητο περιλαμβάνει ιδιωτικής χρήσης οχήματα που φορτίζουν τις μπαταρίες τους μέσω του ηλεκτρικού δικτύου και πιο συγκεκριμένα τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα (Battery Electric Vehicles ή BEV) και τα επαναφορτιζόμενα υβριδικά ηλεκτρικά οχήματα (Plug-in Hybrid Electric Vehicles ή PHEV). Τα συμβατικά οχήματα με κινητήρα εσωτερικής καύσης (Internal Combustion Engine Vehicles ή ICEV) περιλαμβάνουν τόσο τα συνηθισμένα πετρελαιοκίνητα ή βενζινοκίνητα οχήματα όσο και τα αυτοφορτιζόμενα κλασσικά υβριδικά (Hybrid Electric Vehicles ή HEV).

Ο στόχος της μελέτης για τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο της ηλεκτροκίνησης στην Κύπρο κατά την διάρκεια της δεκαετίας που διανύουμε είναι να προτείνει προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους ένα πλέγμα μέτρων πολιτικής μαζί με το αντίστοιχο πλάνο δράσης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των συνεπειών, τόσο των αρνητικών όσο και των θετικών, της μελλοντικής και σε μεγάλη κλίμακα διείσδυσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην κυπριακή αγορά. Επομένως, το βασικό ερώτημα που χρήζει επιστημονικής ανάλυσης και απάντησης είναι το κατά πόσον η Κύπρος, ένα μικρό κράτος με απομονωμένο και άκρως ρυπογόνο σύστημα παραγωγής ηλεκτρισμού, με χαμηλή διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό του μείγμα, με σχεδόν καθολική εξάρτηση από εισαγόμενα ενεργειακά προϊόντα, χωρίς βιομηχανία κατασκευής αυτοκινήτων, και με μεγάλη εξάρτηση των κρατικών εσόδων από φόρους στα καύσιμα, μπορεί να επωφεληθεί συνολικά και σε πιο βαθμό από την μαζική διείσδυση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην αγορά. Η απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα και η επαρκής αιτιολόγηση/κοστολόγηση των προτεινόμενων μέτρων πολιτικής και του συναφούς σχεδίου δράσης προϋποθέτει μία σφαιρική επιστημονική προσέγγιση βασισμένη σε πολλαπλά σενάρια, την ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της μετάβασης στην ηλεκτροκίνηση σε μικροοικονομικό επίπεδο (νοικοκυριά/επιχειρήσεις/καταναλωτές) και μακροοικονομικό επίπεδο (οικονομικοί δείκτες ολόκληρης της χώρας), τον περιβαλλοντολογικό αντίκτυπο, καθώς επίσης και την διενέργεια ολοκληρωμένης εκτίμησης κόστους – οφέλους (cost-benefit analysis ή CBA) σε επίπεδο οικονομίας αλλά και κοινωνίας. Η μοντελοποίηση/προσομοίωση στην βάση πολλαπλών σεναρίων αποτελεί συνήθη πρακτική στην εκπόνηση μελετών εκτίμησης οικονομικής αξίας αφού αποτελεί χρήσιμο εργαλείο διερεύνησης μελλοντικών και αβέβαιων καταστάσεων χωρίς τους περιορισμούς και τα μειονεκτήματα προγνωστικών μοντέλων. Η χρήση πολλαπλών σεναρίων σε τεχνοοικονομικές μελέτες είναι ιδιαίτερα υποβοηθητική σε ότι αφορά την λήψη αποφάσεων στρατηγικής εμβέλειας, καθώς επίσης και της καινοτόμου εκπόνησης πολιτικής σε ότι αφορά μείζονες μετατοπίσεις από την κανονικότητα ή διασπαστικές αλλαγές στην καταναλωτική συμπεριφορά.

Τα αποτελέσματα της τεχνοοικονομικής μελέτης που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο αφορούν το βασικό σενάριο διείσδυσης σε σχέση με την υφιστάμενη κανονικότητα (business as usual) όπου η αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων παραμένει εξειδικευμένη και σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το βασικό σενάριο, παρότι αισιόδοξο, παραμένει ρεαλιστικό αφού η βασική υπόθεση εργασίας είναι ότι μέχρι το τέλος του 2030 το 13% των ετήσιων χιλιομέτρων που θα διανύει ο στόλος εγγεγραμμένων οχημάτων ιδιωτικής χρήσης θα είναι ηλεκτρικά χιλιόμετρα και γύρω στα 125,500 ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή 18% του συνολικού στόλου θα κυκλοφορούν στους κυπριακούς δρόμους. Σύμφωνα πάντα με το βασικό σενάριο, το 2030 οι πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων θα έχουν μερίδιο γύρω στο 80% και το μέγεθος του στόλου συμβατικών οχημάτων ιδιωτικής χρήσης θα κορυφωθεί εντός του 2026 με περίπου 611,500 εγγεγραμμένα οχήματα. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό αισιόδοξο σενάριο διείσδυσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων δεν αποτελεί πρόβλεψη αλλά αφορά υπόθεση εργασίας για την διερεύνηση της προοπτικής πλήρους οικονομικού οφέλους από την ηλεκτροκίνηση κάτω από συνθήκες αισιόδοξων τεχνολογικών τάσεων, δυναμικού μετασχηματισμού της αγοράς αυτοκινήτου αλλά και ισχυρών μέτρων δημόσιας πολιτικής στήριξης μέχρι και την εξισορρόπηση των τιμών αγοράς μεταξύ ηλεκτρικών και συμβατικών οχημάτων. Σύμφωνα με αξιόπιστες διεθνείς μελέτες η ισοτιμία συγκρίσιμων (παρόμοιας κλάσης και τύπου) ηλεκτρικών και συμβατικών οχημάτων  θα επισυμβεί περί το 2025.

 

Συνοπτικά αποτελέσματα του αντίκτυπου σε μικροοικονομικό επίπεδο

Ο μικροοικονομικός αντίκτυπος της μετάβασης στην ηλεκτροκίνηση έχει υπολογιστεί με την εφαρμογή της χρηματοοικονομικής μεθόδου του συνολικού κόστους ιδιοκτησίας (Total Cost of Ownership ή TCO) για μια περίοδο 10 ετών με την σύγκριση του συνολικού κόστους μεταξύ ενός μέσου ηλεκτρικού και ενός μέσου συμβατικού αυτοκινήτου που θα πωληθεί την περίοδο μεταξύ του 2020 και 2030. Οι υπολογισμοί γίνονται με την μέθοδο προεξοφλημένων χρηματοοικονομικών ροών (discounted cash flow ή DCF) και λαμβάνουν υπόψη όλο το φάσμα δυνητικών εξόδων περιλαμβανομένου του αρχικού κόστους αγοράς του οχήματος μείον την υπολειμματική αξία του στο τέλος της δεκαετούς περιόδου ιδιοκτησίας και τα ετήσια

λειτουργικά έξοδα για καύσιμα ή ηλεκτρική φόρτιση, τα έξοδα συντήρησης και επιδιορθώσεων, ασφάλισης και άδειας κυκλοφορίας με βάση ένα μέσο όρο ετήσιας διακίνησης τα 15,000 χλμ. Η μέση τιμή ενός μέσου καινούργιου συμβατικού οχήματος με κινητήρα εσωτερικής καύσης στην κυπριακή αγορά με βάση τις συνολικές αναλυτικές πωλήσεις του 2018[2] και τιμές καταλόγου του 2019 κυμάνθηκε γύρω στα €30,900. Η τιμή ενός αντίστοιχα συγκρίσιμου μέσου ηλεκτρικού αυτοκινήτου κυμάνθηκε στα €54,400 ή 76% ακριβότερο για αμιγώς ηλεκτρικό και €48,400 ή 57% ακριβότερο για επαναφορτιζόμενο υβριδικό. Είναι προφανές από τα πιο πάνω στατιστικά δεδομένα ότι η διαφορά τιμής μεταξύ συγκρίσιμων ηλεκτρικών και συμβατικών αυτοκινήτων την τρέχουσα περίοδο καθιστά την αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου, χωρίς οποιασδήποτε μορφής επιδότηση, απαγορευτική και οικονομικά ασύμφορη για τον μέσο κύπριο καταναλωτή.

Τα αναλυτικά αποτελέσματα της μελέτης για τον μικροοικονομικό αντίκτυπο δείχνουν ότι για να είναι η αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου χρηματοοικονομικά συμφέρουσα για το μέσο κυπριακό νοικοκυριό η διαφορά στην τιμή αγοράς με αντίστοιχα συγκρίσιμο συμβατικό αυτοκίνητο δεν πρέπει να ξεπερνά το 40% για αμιγώς ηλεκτρικό και το 10% για επαναφορτιζόμενο υβριδικό. Με βάση τις διεθνείς τάσεις μείωσης της τιμής των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, η διαφορά αυτή θα επισυμβεί το 2022 αναφορικά με τα αμιγώς ηλεκτρικά και το 2024 για τα επαναφορτιζόμενα υβριδικά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν επιδότηση αγοράς. Επιπλέον, μέχρι το 2030 ο μέσος αγοραστής αμιγώς ηλεκτρικού αυτοκινήτου που διανύει 15,000 χλμ. ετησίως αναμένεται να εξοικονομήσει €12,825 εντός δεκαετίας συγκριτικά με €2,700 για τον μέσο αγοραστή επαναφορτιζόμενου υβριδικού. Σε κάθε περίπτωση το οικονομικό όφελος αυξομειώνεται με την αυξομείωση των χιλιομέτρων που διανύονται.

Στο Γράφημα 1 παρουσιάζονται τα πιο σημαντικά μικροοικονομικά δεδομένα και αριθμοί αναφορικά με την ηλεκτροκίνηση στην Κύπρο βασισμένα στα αποτελέσματα της μελέτης.

 

Γράφημα 1: Ηλεκτροκίνηση στην Κύπρο – Δεδομένα και Αριθμοί

 

Συνοπτικά αποτελέσματα του αντίκτυπου σε μακροοικονομικό επίπεδο

Η εκτίμηση του μακροοικονομικού αντίκτυπου της μετάβασης στην ηλεκτροκίνηση για την περίοδο 2020 – 30 λαμβάνει υπόψη την συνολική επίπτωση στο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, την εθνική ενεργειακή ασφάλεια σε σχέση με τις εισαγωγές καυσίμων, την αλλαγή στην ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, την συνολική επένδυση (ιδιωτική και δημόσια) σε υποδομές και εξοπλισμό φόρτισης, τον αντίκτυπο στα κρατικά φορολογικά έσοδα, όπως επίσης και τις μεταβολές στους οικονομικούς δείκτες για το πραγματικό ΑΕΠ, την συνολική απασχόληση και το εμπορικό ισοζύγιο.

Με βάση τα ευρήματα της μελέτης οι σωρευτικές εξοικονομήσεις των νοικοκυριών και κατ’ επέκταση η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος κατά την περίοδο 2020 – 30 ανέρχεται στα €86 εκατομμύρια σε σημερινές τιμές προερχόμενες κατά μεγάλο ποσοστό από τις εξοικονομήσεις στα καύσιμα. Η μείωση στην κατανάλωση καυσίμων κίνησης αναμένεται να έχει θετική επίπτωση στην ενεργειακή ασφάλεια αφού μέχρι το 2030 η μείωση στην ζήτηση θα ανέλθει στους 65,000 μετρικούς τόνους ετησίως, αντιπροσωπεύοντας μια μείωση της τάξης του 9.3% σε σχέση με την ζήτηση του 2017. Από την άλλη, η ζήτηση ηλεκτρικού ρεύματος μέχρι το 2030 αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά αφού θα χρειαστούν περίπου 265 εκατομμύρια επιπλέον κιλοβατώρες ετησίως ή 4.9% αύξηση στην ζήτηση για την ικανοποίηση των αναγκών του στόλου ηλεκτρικών αυτοκινήτων, καθιστώντας την ηλεκτροκίνηση υπολογίσιμο παίκτη στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Σε ότι αφορά τις ανάγκες σε υποδομές και σταθμούς φόρτισης, με βάση την μελέτη μέχρι το 2030 αναμένεται να εγκατασταθούν 83,000 ιδιωτικοί φορτιστές τύπου 2 ισχύος μέχρι 11KW (wall box) σε οικίες, πολυκατοικίες και επιχειρήσεις, καθώς επίσης και 8,300 δημόσιοι σταθμοί φόρτισης τύπου 2 ισχύος μέχρι 22KW σε χώρους στάθμευσης, υπεραγορές, εμπορικά κέντρα και σημεία στάθμευσης στους δρόμους, διασφαλίζοντας μια αναλογία 13 ηλεκτρικά αυτοκίνητα ανά δημόσιο σημείο φόρτισης. Επιπλέον, θα απαιτηθούν 12 σταθμοί φόρτισης με 90 φορτιστές τύπου 3 ισχύος 150KW – 300KW (ταχείας φόρτισης) κατά μήκος των αυτοκινητόδρομων και των κύριων υπεραστικών οδικών αρτηριών για την διασφάλιση πλήρους αυτονομίας κίνησης για τα 55,000 αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα που θα κυκλοφορούν κατά μέσο όρο στην Κύπρο μέχρι το 2030. Η συνολική επένδυση που θα απαιτηθεί μέχρι το 2030 ανέρχεται στα €128.5 εκατομμύρια, με τα €63.5 εκατομμύρια να αφορούν ιδιωτικούς φορτιστές, τα €54 εκατομμύρια για δημόσια σημεία φόρτισης και τα €11 εκατομμύρια για σταθμούς ταχείας φόρτισης κατά μήκος του υπεραστικού οδικού δικτύου.

Σε ότι αφορά τους γενικότερους οικονομικούς δείκτες, τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση θα αυξήσει δυνητικά το πραγματικό ΑΕΠ κατά 0.7% σε σχέση με το σενάριο κανονικότητας μέχρι το 2030 ή επιπλέον €183 εκατομμύρια εγχώριου προϊόντος σε τρέχουσες τιμές. Ταυτόχρονα θα επέλθει καθαρή αύξηση της απασχόλησης κατά 3,300 θέσεις εργασίας ως αποτέλεσμα κατά κύριο λόγο του αυξημένου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και της συνεπακόλουθης αύξησης στην κατανάλωση. Η επίπτωση στο εμπορικό ισοζύγιο θα είναι επίσης θετική, καθοδηγούμενη από την εξοικονόμηση καυσίμων κίνησης σωρευτικής αξίας €185 εκατομμυρίων. Μέχρι το 2030, το άμεσα σχετιζόμενο με την ηλεκτροκίνηση εμπορικό πλεόνασμα θα ανέλθει στα €53 εκατομμύρια ετησίως.

Ο καθαρός αντίκτυπος της ηλεκτροκίνησης στα κρατικά έσοδα αναμένεται να είναι θετικός μέχρι το 2024 λόγω των αυξημένων εσόδων ΦΠΑ από την υψηλότερη τιμή πώλησης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και την επιπλέον κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος τα οποία και θα αντισταθμίσουν τις απώλειες από τους φόρους στα καύσιμα και τα μειωμένα έσοδα από τις άδειες κυκλοφορίας. Σε αντιδιαστολή, από το 2025 μέχρι και το 2030 ο αντίκτυπος αναμένεται να είναι αρνητικός λόγω της αύξησης του ρυθμού διείσδυσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην αγορά σε ισοτιμία με τα αντίστοιχα συμβατικά οχήματα. Μέχρι το 2030 οι καθαρές απώλειες κρατικών εσόδων θα προσεγγίσουν τα €12 εκατομμύρια ετησίως και παρόλο που το εν λόγω ποσό φαντάζει μικρό, η τάση μείωσης των εσόδων είναι εκθετική και πρέπει να προβληματίσει το οικονομικό επιτελείο. Παρόλο που θα υπάρξουν σημαντικές αυξήσεις στα κρατικά έσοδα καθοδηγούμενες από την αυξημένη οικονομική δραστηριότητα λόγω του επιπλέον διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, την θετική συνεισφορά της ηλεκτροπαραγωγής και την σημαντική εξοικονόμηση από τις αγορές δικαιωμάτων για ρύπους σε τομείς εκτός συστήματος εμπορίας (non-ETS), οι απώλειες εσόδων από φόρους στα καύσιμα και τέλη κυκλοφορίας και η μειωμένη συνεισφορά του τομέα συντήρησης και επιδιόρθωσης αυτοκινήτων θα έχουν ως αποτέλεσμα τις καθαρές απώλειες σε φορολογικά έσοδα. Ως εκ τούτου, η φορολογική μεταρρύθμιση στον τομέα των μεταφορών και η απεξάρτηση από τους φόρους στα καύσιμα θα καταστεί επιτακτική ανάγκη για την διατήρηση της υγειούς δημοσιονομικής κατάστασης.

Στο Γράφημα 2 παρουσιάζονται τα πιο σημαντικά μακροοικονομικά δεδομένα και αριθμοί αναφορικά με την ηλεκτροκίνηση στην Κύπρο βασισμένα στα αποτελέσματα της μελέτης.

 

Γράφημα 2: Ηλεκτροκίνηση στην Κύπρο – Μακροοικονομικός Αντίκτυπος

 

Συνοπτικά αποτελέσματα του περιβαλλοντικού αντίκτυπου

Παρά το πολύ ψηλό ανθρακικό αποτύπωμα (carbon intensity) της ηλεκτροπαραγωγής στην Κύπρο και κατά συνέπεια την σημαντική έμμεση εκπομπή ρύπων από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος της ηλεκτροκίνησης αναμένεται να είναι θετικός τόσο σε ότι αφορά την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου όσο και την εκπομπή ρύπων. Μέχρι το 2030, το μέσο καινούργιο συμβατικό αυτοκίνητο θα εκπέμπει 133g CO2-eq (ισοδύναμο διοξειδίου του άνθρακα) ανά χλμ. σε πραγματικές συνθήκες οδήγησης, το μέσο καινούργιο επαναφορτιζόμενο υβριδικό θα εκπέμπει άμεσα και έμμεσα 110g CO2-eq ή 17% λιγότερο και το μέσο καινούργιο αμιγώς ηλεκτρικό αυτοκίνητο θα εκπέμπει έμμεσα (μέσω της ηλεκτροπαραγωγής) 82g CO2-eq ή 38% λιγότερο. Τα δεδομένα αυτά δεν λαμβάνουν υπόψη την ενδεχόμενη χρήση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή τα επόμενα χρόνια ή και την αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ με αποτέλεσμα την σημαντική μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος της ηλεκτροπαραγωγής και άρα την μειωμένη έμμεση εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου και ρύπων από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα.

Μέχρι το 2030, ο στόλος των ηλεκτρικών αυτοκινήτων θα εκπέμπει άμεσα και έμμεσα περίπου 125,000 τόνους CO2-eq ετησίως σε σχέση με περίπου 189,000 τόνους CO2-eq από αντίστοιχο σε μέγεθος στόλο συμβατικών οχημάτων, εξοικονομώντας 64,000 τόνους CO2-eq ετησίως. Σωρευτικά για την περίοδο 2020-30, θα εξοικονομηθούν πέραν των 170,000 τόνων CO2-eq, ποσότητα που ισοδυναμεί με την απόσυρση για ένα χρόνο περίπου 73,000 σημερινών συμβατικών αυτοκινήτων. Η μείωση των ρύπων αλλά και της ηχορύπανσης επίσης αναμένεται να είναι σημαντική παρόλο που η ποσοτικοποίηση είναι δύσκολη λόγω έλλειψης αξιόπιστων δεδομένων.

 

Συνοπτικά αποτελέσματα ανάλυσης κόστους-οφέλους από την ηλεκτροκίνηση

Η ανάλυση κόστους-οφέλους είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για αποφάσεις πολιτικής αφού συμπληρώνει την αξιολόγηση σε μικροοικονομικό και μακροοικονομικό επίπεδο και παρέχει μια σφαιρική εικόνα για τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο της μετάβασης στην ηλεκτροκίνηση. Λόγω της μείωσης της αξίας του χρήματος από τον πληθωρισμό και επειδή τα χρήματα σήμερα μπορούν να επενδυθούν και να αποδώσουν στο μέλλον, η ανάλυση κόστους-οφέλους προσφέρει μία συνολική εκτίμηση της χρηματικής αξίας σε σημερινές τιμές του οικονομικού οφέλους ή κόστους της μετάβασης στην ηλεκτροκίνηση (ή την συνεισφορά της στην κοινωνική ευημερία), ούτως ώστε να εκτιμηθεί κατά πόσο η μετάβαση αυτή είναι χρηματοοικονομικά ή και οικονομικά βιώσιμη. Η ανάλυση έχει βασιστεί σε ένα προεξοφλητικό επιτόκιο 5% σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[3].

Η ανάπτυξη του στόλου ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην διάρκεια της περιόδου 2020 – 30 παρουσιάζει εξαιρετικά ψηλή καθαρή ιδιωτική χρηματοοικονομική αξία ή όφελος της τάξης του €0.5 δισεκατομμυρίου σε σημερινές τιμές, με μία αναλογία οφέλους – κόστους 4:1 και εσωτερικό ρυθμό απόδοσης (internal rate of return – IRR) της τάξης του 64%. Από την άλλη, η καθαρή ιδιωτική οικονομική αξία (χωρίς να υπολογίζονται οι φόροι και τυχόν επιδοτήσεις ή με βάση τις ούτω καλούμενες «σκιώδεις» τιμές) ανέρχεται στα €234 εκατομμύρια σε σημερινές τιμές, με μια αναλογία οφέλους – κόστους 2,6:1 και οικονομικό ρυθμό απόδοσης (economic rate of return – ERR) της τάξης του 46%. Τα ιδιωτικά κόστη περιλαμβάνουν το πρόσθετο κόστος αγοράς ηλεκτρικού οχήματος σε σχέση με το συμβατικό, την αγορά ιδιωτικών σταθμών φόρτισης καθώς επίσης και το κόστος κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος. Τα ιδιωτικά οφέλη περιλαμβάνουν τις εξοικονομήσεις σε καύσιμα, συντήρηση/επιδιορθώσεις και τέλη κυκλοφορίας.

Σε ότι αφορά την ανάλυση δημόσιου οικονομικού κόστους – οφέλους της ηλεκτροκίνησης για την υπό αναφορά περίοδο, η καθαρή δημόσια οικονομική αξία ή όφελος ανέρχεται στα €64 εκατομμύρια σε σημερινές τιμές, με μια αναλογία οφέλους – κόστους 1,32:1 και οικονομικό ρυθμό απόδοσης της τάξης του 25%. Το δημόσιο ή κοινό οικονομικό κόστος περιλαμβάνει τις επενδύσεις σε υποδομές δημόσιων σταθμών φόρτισης (άμεσο κόστος) καθώς επίσης και το εξωγενές (έμμεσο) κόστος εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου (το λεγόμενο «κοινωνικό κόστος άνθρακα» ή social cost of carbon) και ρύπων από την ηλεκτροπαραγωγή. Το δημόσιο οικονομικό όφελος περιλαμβάνει τα εξωγενή ή έμμεσα οφέλη από την μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, των ρύπων και της ηχορύπανσης. Οι τιμές για τα εξωγενή οφέλη για την Κύπρο έχουν βασιστεί στις σχετικές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[4].

Η πρόσθεση της καθαρής ιδιωτικής και δημόσιας οικονομικής αξίας από την μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση αποδίδει τη συνολική κοινωνική αξία της ανάπτυξης του στόλου ηλεκτρικών αυτοκινήτων μεταξύ του 2020 και του 2030. Ως εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι το καθαρό κοινωνικό οικονομικό όφελος ανέρχεται στα €298 εκατομμύρια σε σημερινές τιμές, με μια αναλογία οφέλους – κόστους 1,87:1 και οικονομικό ρυθμό απόδοσης της τάξης του 43%.

 

Προτάσεις για μέτρα πολιτικής και ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης

Τα προτεινόμενα μέτρα πολιτικής και το σχέδιο δράσης για την προώθηση της ηλεκτροκίνησης καλύπτουν την περίοδο μέχρι και το 2025 και έχουν βασιστεί σε βέλτιστες πρακτικές άλλων χωρών, κυρίως ευρωπαϊκών, καθώς επίσης και στα αποτελέσματα της ανάλυσης για τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο. Ο στόχος του προτεινόμενου σχεδίου δράσης είναι η επίτευξη του βασικού (αισιόδοξου) σεναρίου διείσδυσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων μέχρι το 2030 και συνεπακόλουθα την μεγιστοποίηση του κοινωνικοοικονομικού οφέλους με δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο. Επιπλέον, τα όποια κίνητρα θα πρέπει να συνδυαστούν με αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί με φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο η αναμενόμενη αύξηση στην ζήτηση ηλεκτρικού ρεύματος, να μειωθεί το ανθρακικό αποτύπωμα της ηλεκτροπαραγωγής και να μεγιστοποιηθεί η συμβολή του εξηλεκτρισμού του τομέα των μεταφορών στην επίτευξη των περιβαλλοντικών και ενεργειακών στόχων της χώρας. Η επικέντρωση των μέτρων/κινήτρων αφορά τα κύρια εμπόδια στην ραγδαία ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης όπως η ψηλή τιμή αγοράς των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, το άγχος της εμβέλειας (range anxiety) λόγω ανυπαρξίας δημόσιων υποδομών φόρτισης και η έλλειψη επίγνωσης/ενημέρωσης των καταναλωτών. Το πλέγμα μέτρων πολιτικής περιλαμβάνει οικονομικά κίνητρα υπό την μορφή επιδοτήσεων, κίνητρα προστιθέμενης αξίας χωρίς οικονομικό κόστος καθώς επίσης και οικονομικά αντικίνητρα για την χρήση συμβατικών αυτοκινήτων.

Συνοπτικά τα προτεινόμενα οικονομικά κίνητρα θα ισχύσουν μέχρι και το 2025 και περιλαμβάνουν επιδότηση €7,000 για αγορά αμιγώς ηλεκτρικού αυτοκινήτου για το 2020 η οποία θα μειώνεται κατά €1,200 κάθε χρόνο για να καταλήξει στα €1,200 το 2025. Για τα επαναφορτιζόμενα υβριδικά η προτεινόμενη επιδότηση αγοράς ανέρχεται στα €3,500 το 2020 η οποία θα μειώνεται κατά €600 κάθε χρόνο για να καταλήξει στα €600 το 2025. Το συνολικό κόστος επιδότησης αγοράς ηλεκτρικών αυτοκινήτων μέχρι και το 2025 θα ανέλθει στα €30.3 εκατομμύρια και καλύπτει περίπου 19,300 οχήματα χωρίς οποιοδήποτε ανώτατο όριο τιμής αγοράς αφού η επιδότηση αποτελεί περιβαλλοντικό/αναπτυξιακό μέτρο και όχι μέτρο κοινωνικής πολιτικής. Επιπλέον, προτείνεται η επιδότηση αγοράς έξυπνου οικιακού φορτιστή τύπου 2 ύψους €400 ή €2,000 εάν η αγορά φορτιστή συνδυαστεί με την εγκατάσταση φωτοβολταϊκού συστήματος. Το συνολικό κόστος επιδότησης αγοράς έξυπνου οικιακού φορτιστή τύπου 2 ή και του συνδυασμού με φωτοβολταϊκό σύστημα μέχρι το 2025 θα ανέλθει στα €9 εκατομμύρια και καλύπτει περίπου 7,200 φορτιστές και 3,000 συνδυασμούς έξυπνου φορτιστή με φωτοβολταϊκά.

Τα κίνητρα προστιθέμενης αξίας που προτείνονται περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την εφαρμογή πράσινων πινακίδων για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα για σκοπούς εύκολης αναγνώρισης, την δωρεάν επιλογή αριθμού πινακίδας (vanity license plates), περιορισμένου χρόνου δωρεάν στάθμευσης σε δημόσιους χώρους στάθμευσης και παρκόμετρα στους δρόμους, εφαρμογή πολιτικής για δημιουργία προνομιακών χώρων στάθμευσης για ηλεκτρικά οχήματα σε εμπορικά κέντρα, μεγάλες υπεραγορές, γήπεδα, κλπ., δικαίωμα χρήσης των λεωφορειολωρίδων, αλλαγή του πολεοδομικού κώδικα με επιβολή πρόνοιας για σταθμούς φόρτισης σε νεόδμητες ή υπό ανακαίνιση πολυκατοικίες και ειδικής φορολογικής ρύθμισης για 100% απόσβεση εντός του έτους αγοράς ηλεκτρικού οχήματος για νομικές οντότητες.

Το προτεινόμενο σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη δημόσιων υποδομών φόρτισης περιλαμβάνει την ανάπτυξη 1.000 σταθμών φόρτισης τύπου 2 δημόσιας χρήσης μέχρι το 2025 με κόστος €7.1 εκατομμύρια. Επιπλέον, μέχρι και το 2022 θα πρέπει να διασφαλιστεί πλήρης κινητικότητα (full mobility) για τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα υπό την έννοια ότι θα μπορούν να διακινούνται απρόσκοπτα σε όλη την επικράτεια της χώρας. Αυτό σημαίνει την ανάπτυξη 12 σταθμών με 24 σημεία ταχείας φόρτισης κατά μήκος του δικτύου των αυτοκινητόδρομων και άλλων κύριων υπεραστικών οδικών αρτηριών συνολικού μήκους 350 χλμ. με κόστος περίπου €3.8 εκατομμύρια. Από το 2026 και μετά θεωρείται πως η περαιτέρω ανάπτυξη των δημόσιων υποδομών φόρτισης θα μπορεί να αναληφθεί από τον ιδιωτικό τομέα αφού το μέγεθος του στόλου ηλεκτρικών οχημάτων θα είναι τέτοιο ώστε να μπορεί να υποστηρίξει την οικονομική βιωσιμότητα ενός ιδιωτικού επιχειρηματικού μοντέλου.

Το συνολικό κόστος των προτεινόμενων μέτρων και του σχεδίου δράσης 2020 – 25, περιλαμβανομένου και του πλάνου προώθησης της ηλεκτροκίνησης ύψους €500 χιλιάδων ετησίως, ανέρχεται στα €53.3 εκατομμύρια σε τρέχουσες τιμές ως ο Πίνακας 1 πιο κάτω.

 

Έτος Δημόσιοι Σταθμοί Φόρτισης Προωθητικές Ενέργειες (Μάρκετινγκ) Επιδότηση Ιδιωτικών Φορτιστών Επιδότηση Ηλεκτρικών Οχημάτων Συνολικό Κόστος
2020 € 1,432,646 € 500,000 € 191,200 € 2,023,000 € 4,146,846
2021 € 1,576,254 € 500,000 € 375,200 € 3,271,200 € 5,722,654
2022 € 1,843,692 € 500,000 € 721,600 € 4,940,400 € 8,005,692
2023 € 1,062,831 € 500,000 € 1,340,800 € 6,711,600 € 9,615,231
2024 € 1,878,892 € 500,000 € 2,391,200 € 7,629,600 € 12,399,692
2025 € 3,124,969 € 500,000 € 4,033,600 € 5,708,000 € 13,366,569
Σύνολα € 10,919,284 € 3,000,000 € 9,053,600 € 30,283,800 € 53,256,684

Πίνακας 1: Αναλυτικό κόστος μέτρων πολιτικής και σχεδίου δράσης

 

Οι πηγές χρηματοδότησης των μέτρων πολιτικής και του σχεδίου δράσης περιλαμβάνουν οικονομικά αντικίνητρα για την αγορά και χρήση συμβατικών οχημάτων καθώς επίσης και τα επιπλέον καθαρά φορολογικά έσοδα (κυρίως από το ΦΠΑ) ύψους €7,5 εκατομμυρίων που θα προκύψουν από την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων μέχρι το 2025. Συγκεκριμένα προτείνεται η εισαγωγή φόρου ηλεκτροκίνησης στην εγγραφή καινούργιων και μεταχειρισμένων συμβατικών οχημάτων ύψους €50 και €100, αντίστοιχα, καθώς επίσης και τέλος ηλεκτροκίνησης €8 επί της ετήσιας άδειας κυκλοφορίας για όλα τα συμβατικά ιδιωτικά επιβατηγά οχήματα. Τα αναμενόμενα έσοδα χρηματοδότησης ανέρχονται στα €54.7 εκατομμύρια σε τρέχουσες τιμές ως ο Πίνακας 2 πιο κάτω.

 

Έτος Τέλη Άδειας Κυκλοφορίας Συμβατικών Οχημάτων Φόροι Εγγραφής Συμβατικών Οχημάτων Επιπλέον Φορολογικά Έσοδα από την Ηλεκτροκίνηση Σύνολο Εσόδων
2020 €4,413,736 €3,313,500 €1,140,775 €8,868,011
2021 €4,519,952 €3,308,000 €1,705,123 €9,533,075
2022 €4,622,944 €3,284,050 €2,289,286 €10,196,280
2023 €4,718,416 €3,231,500 €2,541,774 €10,491,690
2024 €4,800,160 €3,137,900 €1,645,859 €9,583,919
2025 €4,860,544 €2,994,650 (€1,788,454) €6,066,740
Total €27,935,752 €19,269,600 €7,534,362 €54,739,714

Πίνακας 2: Πηγές χρηματοδότησης μέτρων πολιτικής και σχεδίου δράσης

 

Συνοπτικά Συμπεράσματα Μελέτης

Η σημαντική προστιθέμενη αξία της παρούσας τεχνοοικονομικής μελέτης για τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο της μαζικής διείσδυσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην Κύπρο βασίζεται στο γεγονός ότι είναι πρωτοποριακή για τα δεδομένα της κυπριακής αγοράς. Η μελέτη προτείνει μια ολοκληρωμένη δέσμη μέτρων πολιτικής και ένα πλήρως κοστολογημένο και δημοσιονομικά ουδέτερο σχέδιο δράσης προς τις αρμόδιες κυβερνητικές αρχές και κέντρα λήψης αποφάσεων, τα οποία μέτρα και δράσεις βασίζονται σε επιστημονικά τεκμηριωμένα δεδομένα που απορρέουν από σφαιρική τεχνοοικονομική ανάλυση. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση θα έχει θετικό αντίκτυπο στους καταναλωτές, την οικονομία, το περιβάλλον και την κοινωνία γενικότερα. Για να καταστεί όμως εφικτή η πλήρης αξιοποίηση και μεγιστοποίηση του θετικού αντίκτυπου χρειάζονται ισχυρά και γενναιόδωρα μέτρα στήριξης από πλευράς του κράτους στα αρχικά στάδια και τουλάχιστον μέχρι το 2025 ούτως ώστε να δημιουργηθεί η απαραίτητη δυναμική και να επιτευχθεί ο ελάχιστος στόχος για τουλάχιστον 125,000 ηλεκτρικά οχήματα στους κυπριακούς δρόμους το 2030. Η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης για ακύρωση του προγράμματος επιδότησης αγοράς ηλεκτρικού αυτοκινήτου που εξήγγειλε στις αρχές του έτους κρίνεται λανθασμένη και ευελπιστούμε στην άμεση αναθεώρηση της λαμβάνοντας υπόψη και τα δεδομένα που παρατίθενται στο παρόν άρθρο.

Υποσημειώσεις:

[1] Το παρόν άρθρο αποτελεί σύνοψη των αποτελεσμάτων τεχνοοικονομικής μελέτης που έχει εκπονήσει πρόσφατα ο συγγραφέας σε συνεργασία με τον Στέλιο Ράλλη, MBA, στα πλαίσια μεταπτυχιακής διατριβής στο Cyprus International Institute of Management (CIIM).

[2] Τα αναλυτικά στοιχεία πωλήσεων καινούργιων επιβατικών οχημάτων για το 2018 έχουν ληφθεί από τον Σύνδεσμο Εισαγωγέων Μηχανοκινήτων Οχημάτων (ΣΕΜΟ) και την Στατιστική Υπηρεσία.

[3] Guide to Cost-Benefit Analysis of Investment Projects, European Commission, 2014.

[4] Handbook on the external costs of transport, European Commission, 2019.

Ευαγόρας Δ. Κωνσταντινίδης, MBA, Ph.D.

 

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.