Φόρμα αναζήτησης

Η τελευταία φωτογραφία ανάμεσα σε πλίθινους τοίχους

Βράδιασε, οι φωνές σταμάτησαν. Τέλειωσε άλλη μια μέρα. Τι κάνεις τώρα εσύ σε ένα μικρό νησάκι στη μέση της θάλασσας, σε ένα μικρό σπίτι του χωριού; Ποιοι άνεμοι σκορπούν τις θλιμμένες σκέψεις σου, σε ποια βουνά, σε ποιες πλαγιές; Δεν θα σε ρωτήσω αν είσαι ευτυχισμένος. Ξέρω ότι ντρέπεσαι ακόμα και να είσαι ευτυχισμένος. Στο μυαλό σου είναι πάντα εκείνο το παιδί. Είναι ξαπλωμένο ακόμα στην άμμο σαν τα νεκρά ψάρια. Πάντα έτσι ήσουν. Όταν σου αγόραζαν καινούρια ρούχα και παπούτσια στα μπαϊράμια, ντρεπόσουν να τα φορέσεις και αυτά. Αν έβλεπες ένα τυφλό παιδί, ήθελες να βγάλεις τα μάτια σου και να του τα δώσεις. Είμαστε σαν δίδυμες ψυχές. Ξέρω ότι αισθανόμαστε τα ίδια πράγματα. Λυπούμαστε για τα ίδια πράγματα. Χαιρόμαστε για τα ίδια πράγματα. Θυμώνουμε για τα ίδια πράγματα. Αγαπάμε τους ίδιους ποιητές. Και μισούμε τους ίδιους κακούς ανθρώπους. Εσύ ακόμα είσαι όπως στις παιδικές σου φωτογραφίες. Δεν πάλιωσε καθόλου την παιδική σου καρδιά το γεγονός ότι πέρασες από έναν κόσμο γεμάτο θηριωδία. Παιδιά παίζουν μπάλα σε δρόμο στον οποίο δόθηκε το όνομα ενός δολοφόνου. Περνώ ανάμεσα από πλίθινους τοίχους. Με καταριούνται τα σπασμένα παντζούρια, η μπουγάδα στις απλώστρες και οι σημαίες που κρέμονται στα φτωχά μπαλκόνια. Όχι, αυτή δεν είναι η πόλη που γεννήθηκα. Με εκδικούνται ακόμα και τα κλαδιά των χουρμαδιών με τα οποία συναντιέται το βλέμμα μας. Ναι, εγώ είμαι ο λόγος για όλα αυτά. Σώπασα όταν έπρεπε να μιλήσω. Δεν συμμετείχα στις κηδείες που έπρεπε να συμμετάσχω. Δεν έγραψα τα άρθρα που έπρεπε να γράψω. Δεν φώναξα όταν έπρεπε να φωνάξω. Δεν χρειαζόταν να μου δείξουν τα χαρακτηριστικά τους. Τους γνώριζα ούτως ή άλλως. Αλλά δεν το είπα. Σε αυτό οφείλεται η κατάρα τούτων των σπασμένων παντζουριών, τούτων των πλίθινων τοίχων. Πάντα περίμενα πότε θα βγει προς τα έξω η εξέγερση που είχα θαμμένη στην καρδιά μου. Και πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον οι φίλοι που ονειρευόμουν ότι θα περπατούσαμε τον ίδιο δρόμο μέχρι το τέλος.

Στα νεκροταφεία κείτονται νέοι νεκροί. Και δεν γερνούν πια. «Μελαχρινούς νεαρούς» έλεγε η μάνα μου τους ψηλούς, σωματώδεις και ευπαρουσίαστους νεαρούς, μου ψιθύρισε στο αφτί μια φωνή. Οι μελαχρινοί νεαροί πέφτουν στο χώμα ο ένας μετά τον άλλον. Ο πόνος βλασταίνει από άλλα μέρη προτού στεγνώσει το δάκρυ μιας μάνα, το χώμα ενός παιδιού. Από τη μια τα λέει αυτά και από την άλλη με ρωτάει: «Καίγονται και οι πατεράδες από τον πόνο, αλλά ξέρεις τι φωτιά είναι αυτή των μανάδων;» Μου διηγείται για μιαν μάνα: «Δουλεύουμε με μιαν μάνα που έχασε το παιδί της. Μιαν μάνα με κατάλευκα φροντισμένα μαλλιά, με λεπτά φρύδια που σμίγουν το ένα με το άλλο. Κάθε μέρα φοράει τυχαία μιαν μαύρη μπλούζα και ένα παντελόνι. Δένει προς τα πίσω τα βρεγμένα της μαλλιά. Φοράει τεράστια γυαλιά του ήλιου. Τι κρύβει με τα γυαλιά; Τα δάκρυα που έχυσε πριν λίγο στο νεκροταφείο».

Να που βράδιασε, οι φωνές σταμάτησαν. Τέλειωσε άλλη μια μέρα. Ξέρω, βρίσκεις και εσύ, όπως εγώ, πολύ ανόητα τα άρθρα πολιτικού περιεχομένου που γράφω όταν θυμάσαι τα δάκρυα εκείνων των μανάδων. Είδα τη φωτογραφία που είναι στον τάφο ενός νεαρού κοριτσιού που έχασε ένας πατέρας πριν μερικά χρόνια σε ένα δυστύχημα που ήταν σαν δολοφονία. Ύστερα έναν άλλο πατέρα. Με το μικρό κοριτσάκι του το οποίο είχε σφιχταγκαλιάσει. Πέθανε και εκείνο το μικρό κοριτσάκι. Εκείνη την ημέρα βγήκαμε μαζί από το ογκολογικό. Τον έπιασα από το χέρι. Εμείς ξέραμε τα πάντα. Εκείνος δεν ήξερε. Πέρασα με ταχύτητα δίπλα από τους μικρούς τάφους στο νεκροταφείο. Δεν είχα αρκετό θάρρος για να κοιτάξω. Όμως, είχα δει για πρώτη φορά μικρό τάφο όταν ήμουν παιδί. Στο νεκροταφείο που βρίσκεται στον κήπο της τωρινής πρεσβείας στην Πύλη της Κερύνειας. Ήταν η αδελφή μου. Αν ζούσε, θα ήταν μεγαλύτερη από εμένα. Ήταν το πρώτο παιδί των γονιών μου. Έγινε σύννεφο όταν ήταν επτά μηνών. Δεν μου έλαχε να δω έστω και μια φορά το πρόσωπό της.

Γιατί τα γράφω αυτά τούτη την ανούσια βραδινή ώρα; Μήπως αυτοί οι δρόμοι της απελπισίας οδηγούν στον ναό της ελπίδας; Αυτά που δεν ξεχνιούνται ποτέ είναι το πρόσωπο της μάνας μας και το πρόσωπο της πόλης μας; Γι’ αυτό έφερε ένα φούλι και το έβαλε στο τραπέζι μου; Διαβάζω αυτά που λέει η Λίζα, που έχασε τα δυο της πόδια πριν τέσσερα χρόνια από βόμβα των προδοτών τζιχαντιστών στο Ντιγιάρμπακιρ. Η Λίζα είναι γεμάτη ζωή, νέα και ωραία. «Νοστάλγησα πιο πολύ να χορέψω», λέει, «να χρησιμοποιήσω ελεύθερα το σώμα μου, να ανέβω τα σκαλιά ελεύθερα χωρίς τον φόβο να πέσω, να περπατώ χωρίς να σκέφτομαι. Νοστάλγησα να κάνω μπάνιο όρθια». Ξέρω, ούτε εσύ μπορείς να αντέξεις αυτές τις ιστορίες. Βουρκώνουν και τα δικά σου μάτια. Μας τρομάζει πιο πολύ το να ξέρουμε. Ύστερα διάβασα πως μια γυναίκα πήγαινε στον σύζυγό της που βρισκόταν στη φυλακή διανύοντας κάθε φορά μια απόσταση 1.700 χιλιομέτρων. Η Μπασάκ Ντεμιρτάς. Η αγαπημένη σύζυγος του Σελαχαττίν Ντεμιρτάς. «Δεν κουράζομαι καθόλου. Αντίθετα, κουράζομαι αν δεν πάω», λέει. Κάθε φορά ετοιμάζει τη βαλίτσα της με φροντίδα. Βάζει μέσα καθαρά ρούχα, εσώρουχα και πετσέτες. Τα παίρνει στον Σελαχαττίν.

Ναι. Είμαι γεμάτος ξεσηκωμό. Το κεφάλι μου γυρίζει ανάμεσα σε αυτούς τους πλίθινους τοίχους. Από τους τοίχους κρέμονται κλαδιά γιασεμιού. Άνδρες με μαχαίρια και μπαλτάδες σφάζονται. Ποιος είπε ότι χάσαμε τον έλεγχο του τιμονιού. Τον εαυτό μας χάσαμε εδώ και χρόνια. Μετατραπήκαμε σε σκοτεινές σιλουέτες. Σπασμένα παντζούρια, απλώστρες με μπουγάδες. Το μέρος μπροστά στην πόρτα που καθόταν η μητέρα πάνω σε ψάθινη καρέκλα. Με καταριούνται. Εσύ λυπάσαι για όλα αυτά σε ένα χωριό σε αυτό το μικρό νησάκι στη μέση της θάλασσας. Ανεβαίνουμε όλοι μαζί στον ναό της ελπίδας και όχι στον Καύκασο. Πριν ξεκινήσουμε, βγάζουμε μια τελευταία φωτογραφία. Να μείνει για το μέλλον…

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.