Φόρμα αναζήτησης

Η μία και μοναδική στιγμή της ζωής μας

Σε φαιδρό σημείο, σε δρόμο τινά της Λεμεσού ήχοι ηκούσθησαν και χαλούσαν την ηρεμία του μεσημεριού. Ήτο Σάββατο και οι ήχοι πολλαπλασιάζονταν και συνοδεύονταν από σφυρίγματα και ξερογυρίσματα, αεροπουρούδες και ξεκαπνίσματα, χρώματα από καπνούς διάφορα, πορτοκαλί, κίτρινα και κυρίαρχο το λευκό του γάμου. Η νύφη στο εσωτερικό, περιχαρής εκαλλωπιζόταν και ήκουε με προσοχή τους πανηγυρισμούς. Ήταν άλλωστε μοναδική στιγμή για τη ζωή της. Βίον ανθόσπαρτον παρεμπιπτόντως.

Έξω η κουστωδία οχημάτων φτιαγμένων και μη, τα χρώματα από τα καπνογόνα, τα ξερογυρίσματα, τα οκταράκια, οι κόρνες και η μυρωδιά από καπνογόνο και καμένο ελαστικό ξεσήκωσαν του γείτονες που έβλεπαν από τα παράθυρα και δεν ήξεραν τι να πρωτοθαυμάσουν.

Άνδρας αγουροξυπνημένος, βαρύς, σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε στο παράθυρο. Κοίταζε νωχελικά και αναλογιζόταν τα χρόνια του δικού του γάμου. Τι ενθουσιασμός, τι λάμψη, τι όμορφη που ήταν η νύφη κάποτε. Γλέντια, ξενύχτια με ποτό, καλεσμένοι έναν σωρό, χειραψίες και φιλάκια, αγέλαστοι και γελασμένοι, η αυλαία κλείνει, απομένεις με τον άνθρωπό σου, τι κάνεις, τι δεν κάνεις… γλέντι κανένα, άγχος, στρες και επιβίωση.

Ενώ λοιπόν συνέβαιναν αυτά μπροστά στον αγουροξυπνημένο άντρα και τα αυτοκίνητα βοούσαν, οι γείτονες λάμπρυναν το γεγονός με τα βλέμματά τους, ένα άσπρο αυτοκίνητο στημένο και παραστρατημένο γυρόφερνε κύκλους σε μια σταλιά πλατεία στο τρίστρατο μπροστά στο σπίτι. Και ενώ τα κατάφερνε καλά και φαινόταν δυνατός, αγέρωχος και ανίκητος ο οδηγός, το πίσω μέρος του οχήματος, στο δέκατο τρίτο ξερογύρισμα, έφυγε και σφυριχτά χτύπησε όμορφα-όμορφα το πίσω μέρος οχήματος παρκαρισμένου για άσχετο και ιδιωτικό λόγο εκεί. Περίεργο που συνέβη, ο οδηγός ήταν τόσο σίγουρος… ο συνοδηγός βγήκε και μάζεψε τον πεσμένο άσπρο προφυλακτήρα και σηκώνοντάς τον ψηλά πανηγύρισε σαν να φώναζε: «τι σκατά είναι ένας προφυλακτήρας μπροστά στο ευτυχές γεγονός, ζήτω το πρωτάθλημα…».

Μα ο αγουροξυπνημένος άντρας βγήκε με το κοντό παντελόνι ημίγυμνος από τη μέση και πάνω, με φλιπ-φλοπ και τα χέρια στο κεφάλι. Ζημιά μεγάλη δεν είχε, εμείς στους γάμους τα σπάμε… δεν έγινε και τίποτα… σιγά μην κάνουμε κακό… εμείς προσέχουμε… οκταράκια στον δρόμο… κανένας δεν κινδύνεψε… Μαζεύτηκαν άνθρωποι του γάμου, με κοστούμια, άλλοι φώναζαν για τον δικό τους που στο μεταξύ είχε φύγει και κάποιος άλλος έλεγε καθησυχαστικά στον κύριο ημίγυμνο με φλιπ-φλοπ ότι θα τα βρούνε με τις ασφάλειες. Φυσικά άλλοι συνέχιζαν τα οκταράκια και τα ξερογυρίσματα…

Η νύφη καλλωπιζόταν περιχαρής στο εσωτερικό. Ωραίο πράγμα να παντρεύεσαι. Να το μάθει κι όλη η γειτονιά. Μια μοναδική στιγμή έχεις στη ζωή σου. Να μην τη χαρείς σπάζοντας, βουίζοντας, ξερογυρίζοντας και ξεροκαταπίνοντας τους καπνούς της αυτοηδονής σου;

Το μπάχαλο συνεχίστηκε και στην εκκλησία όπου έκλεισαν δύο δρόμοι και ξεκάπνισε όλη η μπαρουταποθήκη της Μέσα Γειτονιάς… ο παπάς παραδόξως κουνούσε τον θυμιατό και έκανε τον σταυρό του.

Την άλλη μέρα το πρωί ξημερώματα, γυρνώντας από άλλο γάμο θαρρώ, χτύπησε με μανία στα δέντρα νεαρός στον Ύψωνα και κάηκε. Μοναδική στιγμή. Μια τέτοια είχε μόνο το παιδί στη ζωή του. Η λογική πάει περίπατο. Όλοι μια μοναδική στιγμή έχουμε… και σ’ αυτήν κανένας δεν ρίχνει καπνογόνα, ούτε ξερογυρίζουν αυτοκίνητα…