Φόρμα αναζήτησης

Η Ιστορία ως πολιτική. Παράδειγμα η Κύπρος

Του Γιώργου Διονυσίου

Η Ιστορία μοιάζει με το μαχαίρι. Μπορείς να το χρησιμοποιήσεις για να κόψεις το ψωμί ή για να αφαιρέσεις μια ζωή. Είναι θέμα επιλογής, η οποία πηγάζει από τις προθέσεις και τους στόχους σου. Το μάθημα της Ιστορίας κατ’ αναλογίαν μπορεί να διεγείρει την περιέργεια, να ωθήσει στην αμφιβολία και στην αμφισβήτηση και συνεπώς να φωτίσει μυαλά, αν αυτοί είναι οι στόχοι του εκπαιδευτικού συστήματος. Αντίθετα έχει τη δύναμη να αποκοιμίσει συνειδήσεις και να οδηγήσει στην παθητική αποδοχή ενός μισού ιστορικού αφηγήματος, αν πάλι αυτές είναι οι προθέσεις της πολιτείας.

Η Ιστορία, λοιπόν, μπορεί να αξιοποιηθεί για να γνωρίσουν οι άνθρωποι τα έργα των προγόνων τους και άλλων λαών, τον πολιτισμό τους, τα πνευματικά τους επιτεύγματα, τις σχέσεις των ανθρώπων, τον τρόπο που σκέφτονταν και τα κίνητρα των πράξεών τους. Γι’ αυτό αναγνωρίζεται ότι, όταν η ιστορική γνώση προσφέρεται με αντικειμενικότητα και υπεύθυνα, οξύνει την κρίση, οδηγεί στην αλληλοκατανόηση των ανθρώπων και εμποδίζει τον εθνικισμό και τον ρατσισμό. Για τους λόγους αυτούς συνιστά το πλέον ανθρωπογνωστικό μάθημα του αναλυτικού προγράμματος, που ταυτόχρονα μεταλαμπαδεύει αξίες και ευαισθησίες στους νεότερους. Στο σημείο αυτό μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί παντού και πάντα όλα τα αυταρχικά καθεστώτα προσάρμοζαν την Ιστορία στα μέτρα τους και απαγόρευαν λογοτεχνικά και επιστημονικά έργα: Ήθελαν τον κόσμο αγράμματο για να είναι έρμαιο του σκοταδισμού τους.

Ποια, όμως, μοίρα, επεφύλαξε το κυπριακό κράτος στην Ιστορία της ιδιαίτερής μας πατρίδας, της Κύπρου; Τη μεταχειρίζεται ως πολιτικό όπλο καταδικάζοντάς τη σε λειτουργική ανυπαρξία. Παρατηρείται το φαινόμενο, ενώ η ύλη και τα αναλυτικά προγράμματα όλων των άλλων μαθημάτων να έχουν κατά καιρούς ανανεωθεί και εκσυγχρονιστεί μετά το 1974, τα βιβλία της Ιστορίας της Κύπρου παραμένουν τα ίδια από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αυτά είναι ατελή, έχουν σοβαρά λάθη, κραυγαλέες αντιφάσεις, αποκρύβονται γεγονότα και δεν ενσωματώνεται σε αυτά η νέα ιστορική γνώση. Επιπλέον οι προσεγγίσεις της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, στον ελάχιστο χρόνο που διατίθεται, είναι μονόπλευρες και εθνικιστικές, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παρουσία και βούληση των Τουρκοκυπρίων στο νησί, οι οποίοι ουσιαστικά ταυτίζονται με τους εισβολείς.

Επιμένουμε στην περίοδο της τουρκοκρατίας, γιατί αν το κράτος ήθελε, μπορούσε να την αξιοποιήσει με τρόπο που να προαγάγει τη συμφιλίωση και την ειρηνική συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Με αιχμή του δόρατος τη συνεργασία σε δύσκολες στιγμές και τη συμβίωση στη βάση του αλληλοσεβασμού, θα ήταν δυνατό να υπηρετηθεί άριστα ο διακηρυγμένος στόχος για συνύπαρξη σε ένα ομόσπονδο κράτος. Αντίθετα τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Αγνοούνται προκλητικά όλα όσα πολύτιμα μας κληροδότησε ο χρόνος, υλικά και άυλα, και που μαρτυρούν τον κοινό μόχθο και την κοινή των ανθρώπων αυτού του τόπου, είτε Τουρκοκυπρίων είτε Ελληνοκυπρίων. Με άλλα λόγια το κράτος αγνοεί πεισματικά πολιτικές άλλων λαών με ιστορικό εθνοτικών συγκρούσεων για αλληλοκατανόηση και συμφιλίωση, αλλά και τις επανειλημμένες συστάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε επίπεδο αρχηγών κρατών μάλιστα, για τη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο εγκατέλειψε την ιστορική παιδεία ολόκληρων γενεών Ελληνοκυπρίων στα λόγια του καφενέ και του κάθε αμαθούς, ημιμαθούς και φανατισμένου.

Γιατί, όμως, συμβαίνουν αυτά; Η απάντηση είναι ότι το κράτος φοβάται τη γνώση και τη σκέψη, γιατί οι ευθύνες είναι ασήκωτες για την απώλεια της μισής μας πατρίδας. Οι δε κυβερνώντες από το 1960 και μετά, ως οι ιδεολογικοί απόγονοι όσων καταβαράθρωσαν το Κυπριακό από την αρχή της αγγλοκρατίας μέχρι σήμερα, προστατεύουν έτσι τους ιδεολογικούς τους προγόνους και τους εαυτούς τους από τον καταλογισμό ευθυνών. Από την άλλη η Εκκλησία, αυτό το απολίθωμα της τουρκοκρατίας, η οποία έλεγχε απόλυτα την παιδεία τότε, ελέγχει την ιστορική παιδεία και σήμερα, γιατί και αυτή φοβάται να αντικρίσει τις ευθύνες της και δεν θέλει να χάσει τα προνόμια που της παραχώρησαν οι Οθωμανοί. Πρόκειται για έναν πόλεμο μεταξύ της γνώσης και της σκέψης με τον σκοταδισμό και το δόγμα. Είναι ένας πόλεμος που κήρυξε η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία εναντίον των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού από τον 18ο αιώνα, ο οποίος συνεχίζεται εδώ, στην Κύπρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 21ου αιώνα, με άλλο μανδύα. Ενδεχόμενη επικράτηση του ορθολογισμού θα σήμαινε αυτόματα απώλεια των κεκτημένων και της επιρροής της στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο έκαιγε τα βιβλία των διαφωτιστών στην αυλή του, έτσι και σήμερα το δίδυμο κυπριακό κράτος – εκκλησία πολεμούν την ιστορική γνώση και τη σκέψη, γιατί αυτά αποτελούν κίνδυνο, αφού όταν ο κόσμος ξυπνήσει θα κινδυνεύσει πραγματικά το ιστορικό τους αφήγημα, με όσα αυτό τους αποδίδει.

Ελπίδα μόνη, οι φωτισμένοι εκπαιδευτικοί και ακαδημαϊκοί να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αρθρώσουν έναν άλλο λόγο, φωτισμένο και ελπιδοφόρο.

george.dionyssiou@gmail.com