Φόρμα αναζήτησης

Η γυναίκα του έβαζε σε σειρά τα αφτιά που έκοβε



Έμοιαζε με έναν κατά συρροή δολοφόνο. Ήταν γεμάτος με δολοφονικό ένστικτο. Απολάμβανε να σκοτώνει. Είχε γίνει ειδικός στη δουλειά αυτή. Πίστευε ότι προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα και στο έθνος του σκοτώνοντας. Δεν τον ένοιαζε καθόλου αν έφταιγαν οι Ελληνοκύπριοι που σκότωνε. Για να τον σκοτώσει του αρκούσε να ήταν Ελληνοκύπριος κάποιος. Έκοβε τα αφτιά όσων σκότωνε, λέει, τα πήγαινε σπίτι στη γυναίκα του και εκείνη τα έβαζε στη σειρά σε μια κλωστή σαν γιασεμιά. Μια μέρα η γυναίκα στο τέλος τα παράτησε λέγοντάς του «φτάνει πια, μην φέρνεις». Αυτός ο άνδρας ήταν ο Τουργκούτ Γέναγραλι. Είχε σκοτώσει για εκδίκηση και έναν Ελληνοκύπριο οδηγό ταξί, τον οποίο συνέλαβε. Ο οδηγός ταξί γονάτισε και τον ικέτευσε, λέει: «Μην με σκοτώσεις, έχω τρία παιδιά, χάρισέ μου τη ζωή γι’ αυτά»!» Δεν τον λυπήθηκε, δεν του τη χάρισε και τον σκότωσε. Όμως, μετά το 1974 η ζωή του πέρασε μέσα στον φόβο. Κάθε βράδυ άλλαζε τρία κρεβάτια από τον φόβο του.

Τώρα εμείς ζούμε σε αυτό το νησί ξέροντας ότι αυτός και άλλοι πολλοί παρόμοιοι δολοφόνοι σαν αυτόν ζουν ανάμεσά μας σαν συνηθισμένοι άνθρωποι. Μπορούμε να το χωνέψουμε αυτό. Η οργή που νιώθουμε για έναν άνδρα που ακούσαμε ότι σκότωσε τη γυναίκα του με μαχαίρι είναι πολύ μεγαλύτερη από την οργή που νιώθουμε γι’ αυτούς. Δεν σκεφτόμαστε καν τι αισθήματα θα μπορούσαν να έχουν μπροστά σε αυτήν την αδικία οι άνθρωποι των οποίων οι οικείοι σκοτώθηκαν από αυτούς τους δολοφόνους. Συναντήθηκα πολλές φορές με τον Τουργκούτ Γέναγραλι. Στη δεκαετία του 1980. Στην Αμμόχωστο. Ήταν οικείος με τους ιδιοκτήτες της εφημερίδας «Κίμπρις Ποστασί» στην οποία εργαζόμουν.

Ενδιαφερόταν για την εφημερίδα, πηγαινοερχόταν. Εγώ ήμουν υπεύθυνος αρχισυντάκτης σε εκείνη την εφημερίδα. Θεωρούσε ότι ήμουν κομμουνιστής και δεν του άρεσα και πολύ. Απλώς χαιρετιόμασταν, κουβεντιάζαμε στο πόδι και ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον τι κάνει. Δεν είχα καθόλου ιδέα γι’ αυτά που έκανε το 1974. Κανείς δεν είχε πει απολύτως τίποτα. Τελικά τα διηγήθηκε ο ίδιος και τα μάθαμε όταν πλησίασε τα ενενήντα. Το χειρότερο είναι ότι δεν είχε μετανιώσει καθόλου γι’ αυτά που έκανε. Καυχιόταν μάλιστα και λυπόταν επειδή δεν μπόρεσε να σκοτώσει περισσότερους.

Αυτό το νησί δεν είναι παράδεισος. Δεν είναι κομμάτι του παραδείσου. Σε αυτό το νησί δεν θεωρείται έγκλημα και φόνος το να σκοτώνει ένας Τούρκος έναν Έλληνα και ένας Έλληνας έναν Τούρκο. Αυτό αποδείχθηκε. Το ζήσαμε και το είδαμε. Όλοι είμαστε μάρτυρες αυτών των δολοφονιών. Και είμαστε συνένοχοι όλοι επειδή δεν τους δικάσαμε και δεν ζητήσαμε να λογοδοτήσουν. Ο Έλληνας που σκότωσε τον Τούρκο δεν δικάζεται. Ο Τούρκος που σκότωσε τον Έλληνα δεν δικάζεται. Και αναζητούμε λύση και ειρήνη κι από πάνω. Με δολοφόνους τους οποίους συγχωρέσαμε και μάλιστα τους αποδώσαμε και τιμές ήρωα. Δεν σκεφτήκατε καθόλου πόσο επηρεάζει αυτό τη λύση και την ειρήνη που ψάχνουμε, έτσι δεν είναι; Δεν έχουμε καν μια Επιτροπή Εγκλημάτων Πολέμου! Πιστεύετε ότι δεν συμβάλλει στην ειρήνη να τα θυμόμαστε και να τα συζητάμε αυτά. Αποκαλείτε «εχθρούς της ειρήνης» όσους τα θυμούνται και ζητούν δίκαιη δίκη. Αχ, πόσο τακτ έχετε. Να μην αναζητήσουμε καθόλου τους δολοφόνους, να μην ρωτήσουμε γι’ αυτούς. Να μην ρωτήσουμε ποιου τα αφτιά είναι αυτά, ποιος τα έκοψε, ποιος τα πέρασε στην κλωστή. Να μην μιλήσουμε καθόλου για εκείνο τον όχλο που μαζεύτηκε σαν τα αρπακτικά ζώα πάνω από το κεφάλι του Τάσου Ισαάκ ο οποίος κειτόταν στο έδαφος, να μην τους αναζητήσουμε και να μην τους διώξουμε. Να μην ψάξουμε καθόλου το πώς, πού και από ποιους σκοτώθηκαν οι αγαπημένοι μας νεκροί τα οστά των οποίων βρίσκουμε με χίλιες δυο δυσκολίες μετά από χρόνια και τα θάβουμε σε μικροσκοπικά φέρετρα. Να πούμε «στον πόλεμο γίνονται τα πάντα». Να τα θεωρήσουμε φυσιολογικά.

Τι είδους λαός είναι αυτός που δεν δικάζει τους δολοφόνους και δεν τους ζητά να λογοδοτήσουν; Ακόμα είναι ζωντανός ο άνθρωπος που μαχαίρωσε στην πλάτη και σκότωσε τον Φαζίλ Οντέρ. Εκείνος που πυροβόλησε τον Αϊχάν Χικμέτ μέσα στο κρεβάτι του. Ζει ακόμα και βρίσκεται ανάμεσά μας ο άνδρας που πυροβόλησε τον Ντερβίς Καβάζογλου μέσα στο αυτοκίνητό του. Και εκείνοι που διέπραξαν ομαδικές δολοφονίες. Στην Τόχνη. Στο Παλαίκυθρο. Στο χωριό Μαράθα. Στην Άσσια. Και στην Κερύνεια. Και στην Καρπασία. Και στο Βαρώσι. Και στη Μόρφου. Υπάρχουν ακόμα και κάποιοι από εκείνους που ζουν. Οι στρατιώτες που σκότωσαν μερικούς Ελληνοκύπριους αιχμάλωτους στρατιώτες αφότου τους άναψαν το τελευταίο τους τσιγάρο. Δεν γίνεται να ερωτηθούν «γιατί σκοτώσατε εκείνους τους αιχμαλώτους;». Μήπως ζητήθηκε να λογοδοτήσουν οι συμμορίτες της ΕΟΚΑ Β’ που σκότωσαν δεκάδες ανθρώπους κατά το φασιστικό πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου και θα ζητηθεί και από άλλους;

Βίωσαν αμίλητες τον πόνο τους και οι γυναίκες που βιάστηκαν και τους αφαιρέθηκαν τα μωρά τους με έκτρωση. Και οι συγγενείς εκείνων των οποίων κόπηκαν τα αφτιά. Καταγράφηκε και αυτός ως ατομικός πόνος, όχι ως κοινωνικός. Δεν ένιωσαν εκείνο τον πόνο οι νέες γενιές που δεν είδαν το πρόσωπο του πολέμου το 1974 και δεν θεωρούν και μεγάλο ντέρτι για τις ίδιες τη μοιρασμένη μας πατρίδα. Τιμωρεί τον εαυτό του ένας λαός ο οποίος δεν παραδίδει τους εγκληματίες του στη δικαιοσύνη και δεν τους τιμωρεί. Κανείς δεν μπορεί να κάνει ειρήνη σε αυτό το νησί με τούτη την τρομερή αδικία. Σηκώστε το κάλυμμα με τα τριαντάφυλλα. Δείτε το πρόσωπο της αιματηρής μας ιστορίας!

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.