Φόρμα αναζήτησης

Η «επαναλειτουργία» του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και η διαδρομή του ελέγχου της συνταγματικότητας

Tου Δρ Κώστα Παρασκευά

I.Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Όπως κατ’ επανάληψη έχει τονισθεί, από κυβερνητικά χείλη, ψηλά στις προτεραιότητες της παρούσας κυβέρνησης είναι η μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης. Για το σκοπό αυτό η κυβέρνηση έχει ήδη καταθέσει στη Βουλή των Αντιπροσώπων αριθμό νομοσχεδίων τα οποία αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση και στον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης στην Κύπρο. Στο πλαίσιο της εν λόγω προσπάθειας προωθείται η ιδέα της «επαναλειτουργίας» του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (ΑΣΔ) που προβλεπόταν στο Σύνταγμα του 1960. Αφήνοντας κατά μέρος το ζήτημα των συνεπειών που ενδεχομένως να έχει μια τέτοια κίνηση στο Δίκαιο της Ανάγκης, σκοπός της παρούσας παρέμβασης είναι να εκφράσει κάποιες σκέψεις ή/και προβληματισμούς σε σχέση με την προτεινόμενη ιδέα για την «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ και τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.

II.Έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων

Όπως είναι γνωστό κύρια αποστολή ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, η κρίση δηλαδή περί του αν ένας νόμος είναι συμβατός ή παραβιάζει το Σύνταγμα. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων διακρίνεται ανάμεσα στα συστήματα από τη μια του συγκεντρωτικού και από την άλλη του διάχυτου ελέγχου. Η διάκριση αυτή βασίζεται στο ποιο όργανο ελέγχει τελικά τη συνταγματικότητα των νόμων.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τη συνταγματικότητα των νόμων ελέγχει αποκλειστικά ένα ειδικό δικαιοδοτικό όργανο από εξειδικευμένους δικαστές, που συνήθως ονομάζεται Συνταγματικό Δικαστήριο, γίνεται λόγος για σύστημα συγκεντρωτικού ελέγχου. Στον αντίποδα του συγκεντρωτικού συστήματος βρίσκεται το σύστημα του διάχυτου ελέγχου, όπου η συνταγματικότητα των νόμων δεν ελέγχεται από ένα ειδικό δικαιοδοτικό όργανο αλλά από το σύνολο των κοινών δικαστηρίων. Σύστημα διάχυτου ελέγχου έχουμε στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οποιοδήποτε δι­καστήριο, κάθε φορά που καλείται να εφαρμόσει συγκεκριμένο νόμο, στο πλαίσιο εκδίκασης συγκεκριμένης υπό­θεσης, δύναται να ελέγξει τη συνταγματικότητα του νόμου αυτού.

Το συγκεντρωτικό σύστημα ελέγχου ακολουθείται από την πλειοψηφία των κρατών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, τα οποία διαθέτουν τέτοιου είδους δικαιοδοσίες όπως είναι το Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι εμπειρίες καταδεικνύουν ότι η συγκεντρωτική δομή του συνταγματικού ελέγχου φαίνεται να υπερτερεί, καταρχήν, του διάχυτου ελέγχου σε ότι αφορά τη διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας και τη συνακόλουθη ασφάλεια δικαίου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρώτο Συνταγματικό Δικαστήριο ιδρύθηκε στην Αυστρία στη δεκαετία του 1920, ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο ξεκινά ένα σοβαρό ρεύμα ιδρύσεως Συνταγματικών Δικαστηρίων ανά την υφήλιο. Ανάλογη τάση ιδρύσεως Συνταγματικών Δικαστηρίων, άρρηκτα συνυφασμένη με το στοιχείο της εμπέδωσης του κράτους δικαίου, παρατηρείται μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη. Η τάση αυτή υπό την ώθηση και το άγρυπνο μάτι του Συμβουλίου της Ευρώπης, μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι «νεοφώτιστες» αυτές δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης είχαν ανάγκη από ένα ισχυρό δικαιοδοτικό όργανο που θα λειτουργούσε ως ο θεματοφύλακας της εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας, της εμπέδωσης του κράτους δικαίου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

III.Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο

Κάτι ανάλογο θα πρέπει σίγουρα να είχε στο μυαλό και ο συντακτικός νομοθέτης του Συντάγματος του 1960 ο οποίος συνειδητά επέλεξε την ίδρυση ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Κύπρο. Πέραν από την κατοχύρωση των πιο πάνω αξιών στη νεοσύστατη τότε Κυπριακή Δημοκρατία (εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, εμπέδωση του κράτους δικαίου, προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων) ο συντακτικός νομοθέτης θα πρέπει να είχε λάβει σοβαρά υπόψη για τη δημιουργία ενός Δικαστηρίου τέτοιας φύσεως, τόσο την έκρυθμη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο πριν από τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, όσο και τον δικοινοτισμό που ήταν διάσπαρτος στις κυριότερες διατάξεις του κυπριακού Συντάγματος, τη διανομή δηλαδή της κρατικής εξουσίας μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κοινότητας της Κύπρου.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου το 1960 συνιστούσε επιτακτική ανάγκη για τα δεδομένα της νεογέννητης τότε Κυπριακής Δημοκρατίας και αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση ενός θεσμού ο οποίος θα αποτελούσε τον φύλακα ενός έκδηλα εύθραυστου πολιτειακού συστήματος το οποίο όπως η ιστορία έχει αποδείξει δεν μπόρεσε τελικά να αντέξει στο χρόνο.

IV.Δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων

Πέραν από τη δημιουργία του ΑΣΔ, ο συντακτικός νομοθέτης ρύθμισε διεξοδικά το ζήτημα του κατασταλτικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, προκρίνοντας το συγκεντρωτικό σύστημα ελέγχου. Παράλληλα, η Κυπριακή Δημοκρατία ανήκει στις χώρες εκείνες οι οποίες διαθέτουν και σύστημα προληπτικού ελέγχου (Άρθρο 140 του Συντάγματος) που αποσκοπεί στην αποτροπή της εισαγωγής αντισυνταγματικών νόμων στην έννομη τάξη.

Σε σχέση με τον κατασταλτικό έλεγχο, σύμφωνα με το Άρθρο 144.1 του Συντάγματος κάθε διάδικος είχε δικαίωμα σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και της κατ’ έφεση να εγείρει «ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως ή διατάξεως τινος αυτών ουσιώδους διά την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως». Δυνάμει της πρόνοιας αυτής, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου είχε εγερθεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας νόμου, έπρεπε να το παραπέμψει αμέσως στο ΑΣΔ και να αναστείλει την πρόοδο της ενώπιόν του διαδικασίας μέχρι της αποφάσεως του τελευταίου.

Έτσι, αποκλειστικά αρμόδιο για την επίλυση των ζητημάτων συνταγματικότητας των νόμων, ήταν μέχρι το 1964 το ΑΣΔ, το οποίο είχε εκδώσει τέτοιας φύσεως αποφάσεις μετά από αιτήματα παραπομπής, δυνάμει του Άρθρου 144.1 του Συντάγματος. Το σύστημα του συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων λειτούργησε στην κυπριακή έννομη τάξη για τρία χρόνια και πιο συγκεκριμένα μέχρι και τη δημιουργία του νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου (Supreme Court) με την ψήφιση του περί της Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν.33/64), για να συνεχίσει την άσκηση της μέχρι τότε ασκούμενης δικαιοδοσίας, τόσο από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Supreme Constitutional Court), όσο και από το Ανώτατο Δικαστήριο (High Court). Η συνταγματικότητα του εν λόγω Νόμου κρίθηκε, όπως είναι γνωστό, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου The Attorney General of the Republic v. Ibrahim (1964) C.L.R. 195.

Κατ’ επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης, ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης Νόμος του 1964, πρoέβλεψε ότι, αντίθετα με το Άρθρο 144 του Συντάγματος, η διαδικασία δεν διακόπτεται, αλλά το ζήτημα της συνταγματικότητας εκδικάζεται από το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται και, αν πρόκειται για κατώτερο Δικαστήριο (πολιτικό ή ποινικό ή διοικητικό) χωρεί έφεση, ενώ, αν πρόκειται για το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο (υπό την ιδιότητα του ως Εφετείο ή ως Ολομέλεια), η απόφαση είναι τελική, σε σχέση με την υπόθεση στην οποία προέκυψε και αυθεντία, σε σχέση με μελλοντικές παρόμοιες υποθέσεις, σύμφωνα με το δόγμα της δεσμευτικότητας των δικαστικών προηγουμένων.

Όπως γίνεται αντιληπτό, με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Ibrahim (1964) C.L.R. 195, όπου κρίθηκε συνταγματικός ο Νόμος 33/64, παράλληλα το Δικαστήριο επιβεβαίωσε και την έναρξη του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και τον τερματισμό του συγκεντρωτικού ελέγχου στην κυπριακή έννομη τάξη. Σαν αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, λοιπόν, στη χώρα μας ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων ακολουθεί το πρότυπο του διάχυτου ελέγχου και ως εκ τούτου κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου προκύπτει τέτοιο ζήτημα μπορεί να εκφέρει κρίση ως προς τη συμφωνία ή όχι του εκάστοτε νόμου με το Σύνταγμα. Εν ολίγοις, με την απόφαση αυτή είχε καταστεί πλέον ανενεργή η διαδικασία παραπομπής, δυνάμει του Άρθρου 144.1 του Συντάγματος και έκτοτε, όλα τα δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας και βαθμού ακολουθούν ένα σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου.

V.«Επαναλειτουργία» του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου;

Στα νομοσχέδια που έχει καταθέσει στη Βουλή η κυβέρνηση για τις μεταρρυθμίσεις που προωθεί στον τομέα της δικαιοσύνης τροχιοδρομείται η ιδέα της «επαναλειτουργίας» του ΑΣΔ που προβλεπόταν αρχικά στο Σύνταγμα του 1960. Έτσι, μισό και πλέον αιώνα μετά τη συγχώνευση των δύο ανωτάτων δικαιοδοτικών οργάνων του Συντάγματος στο σημερινό Ανώτατο Δικαστήριο, τα νομοσχέδια κάνουν λόγο για «επαναλειτουργία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου».

Αναμφίβολα, ο εκσυγχρονισμός και η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης στον τόπο μας αποτελεί ένα από τα μεγάλα στοιχήματα που η ίδια η παρούσα κυβέρνηση έταξε ως σκοπό να κερδίσει. Η ιδέα όμως της «επαναλειτουργίας» του ΑΣΔ συνιστά μείζον πολιτειακό ζήτημα αφού ένα τέτοιας φύσεως δικαιοδοτικό όργανο δεν μπορεί παρά να έχει ως αποστολή να αποτελέσει τον φύλακα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Κύπρο. Συνεπώς, η αντιμετώπιση του προβλήματος του όγκου υποθέσεων που έχουν συσσωρευθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η συνεπακόλουθη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης δεν δικαιολογούν από μόνες τους την ιδέα της «επαναλειτουργίας» του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Εξάλλου, το αντίδοτο στη νόσο του όγκου υποθέσεων φαίνεται να είναι σύμφωνα με τους αρχιτέκτονες της μεταρρύθμισης η ίδρυση ενός Εφετείου για την άσκηση δευτεροβάθμιας πολιτικής, ποινικής και αναθεωρητικής δικαιοδοσίας και της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας επί των δικαστηρίων ειδικής δικαιοδοσίας.

Έχω την άποψη ότι η ιδέα της «επαναλειτουργίας» του ΑΣΔ στην κυπριακή έννομη τάξη προϋποθέτει μια θεμελιώδη συζήτηση, η οποία δεν φαίνεται δυστυχώς να έχει γίνει. Ποια είναι άραγε η πραγματική ανάγκη που επιβάλλει την «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ; Δεν μπορεί, δηλαδή, να οδηγούμαστε στην «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ που είχε ως κύρια αποστολή το συγκεντρωτικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, χωρίς να προϋπάρξει ένας απολογισμός του συστήματος του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου όπως αυτός έχει εφαρμοσθεί για πάνω από πέντε δεκαετίες από τα κυπριακά δικαστήρια. Κοντολογίς, αν το ακολουθούμενο από το 1964 και εντεύθεν σύστημα ελέγχου έχει λειτουργήσει, κατά το μάλλον ή ήττον, ικανοποιητικά ποιος είναι στην πραγματικότητα ο λόγος που καθιστά αναγκαία την «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ;

Αν κάποιος αποπειραθεί να συνοψίσει επιγραμματικά τα κύρια μειονεκτήματα του ισχύοντος συστήματος δεν μπορεί να μην κάνει αναφορά αφενός στην αβεβαιότητα και ανασφάλεια δικαίου που δημιουργείται από τη συνύπαρξη αντικρουόμενων δικαστικών αποφάσεων σχετικά με τη συνταγματικότητα ενός νόμου και αφετέρου στην υπέρμετρη καθυστέρηση που παρατηρείται για την οριστική κήρυξη της αντισυνταγματικότητας ενός νόμου, κάτι που συνήθως προκαλεί ανατροπές σε υφιστάμενες καταστάσεις που η ίδια η πολιτεία είχε δημιουργήσει και στις οποίες οι πολίτες είχαν πιστέψει, πλήττοντας έτσι τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους.

Είναι γεγονός ότι με το ισχύον σύστημα του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων δίνονται πολλοί «ερμηνευτικοί χρωματισμοί» στους νόμους και το Σύνταγμα, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα κλίμα αβεβαιότητας μέχρι να αποφανθεί οριστικά το Ανώτατο Δικαστήριο. Από τη μια πλευρά οι τυχόν αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις πλήττουν την αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία εδράζεται κυρίως στην γνώση τού τι τελικά  ισχύει σε κάθε περίπτωση, ενώ από την άλλη είναι υψίστης σημασίας να επιτυγχάνεται η άμεση ή/και ταχεία διευθέτηση των εκκρεμοτήτων σχετικά με τη συνταγματικότητα των νόμων.

Ο διάχυτος έλεγχος από τα κυπριακά δικαστήρια, έχοντας δεινοπαθήσει, κατά γενική ομολογία, στα χέρια μη εξειδικευμένων δικαστών, κρίνεται μάλλον ως ανεπαρκής ώστε να προστατεύσει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των ατόμων. Θα μπορούσε εύλογα να υποστηρίξει κανείς ότι στα πολιτικά δικαστήρια ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων είναι παραμελημένος, ενώ σπάνια εγείρεται ένσταση αντισυνταγματικότητας ενός νόμου από τους διαδίκους. Καλύτερη, ίσως να εμφανίζεται η κατάσταση στις ποινικές υποθέσεις όπου γίνεται, κατά κανόνα, πιο συχνά επίκληση των συνταγματικών δικαιωμάτων των ατόμων χωρίς όμως τα κυπριακά δικαστήρια να αποδεικνύονται ως ιδιαίτερα τολμηρά. Πιο ενθαρρυντικά παρουσιάζονται τα μηνύματα από το εσχάτως συσταθέν Διοικητικό Δικαστήριο, όπου ασφαλώς εντοπίζεται μεγαλύτερη συνάφεια -σε σχέση με τις άλλες δικαιοδοσίες- ως προς το αντικείμενο του ελέγχου συνταγματικότητας. Εκ των πραγμάτων, η φύση των υποθέσεων που άγονται ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου άπτονται, αρκετά συχνά, της συνταγματικής νομολογίας.

Με αυτά τα δεδομένα, η ιδέα για «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ στην κυπριακή έννομη τάξη δεν μπορεί παρά να βασίζεται σε μια σιωπηρή έστω παραδοχή ότι το σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου δεν έχει λειτουργήσει επαρκώς, γεγονός που καθιστά αναγκαία την «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ προκειμένου να επανακτήσει  τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Με νωπή ακόμα τη μνήμη της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου για τις αποκοπές στους μισθούς και τα ωφελήματα των δημοσίων υπαλλήλων, η επαναλειτουργία του ΑΣΔ, που θα απαρτίζεται από νομομαθείς με εξειδικευμένη γνώση στο δημόσιο δίκαιο και θα συγκεντρώνει αποκλειστικά στα χέρια του τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ίσως να φαντάζει μονόδρομος. Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η απόφαση αυτή ήταν αποτέλεσμα αντικρουόμενων αποφάσεων δύο βαθμών δικαστηρίων, εκδόθηκε χρόνια μετά από την έκδοση των επίδικων μνημονιακών νόμων, ενώ είχε πυροδοτήσει θύελλα αντιδράσεων από σύσσωμο σχεδόν τον νομικό κόσμο και έχοντας ως επίκεντρο των επικρίσεων το συνταγματικά διάτρητο σκεπτικό της και την σχεδόν ανύπαρκτη αιτιολογία της.

VI.Αρμοδιότητες του νέου ΑΣΔ και έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων

Η «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ θα έπρεπε λογικά και σύμφωνα με την επιταγή του συντακτικού νομοθέτη να σημαίνει τη λειτουργία της ειδικής συνταγματικής δικαιοδοσίας ως αποκλειστικής δικαιοδοσίας ελέγχου της συνταγματικής νομιμότητας. Κάτι τέτοιο, αναπόφευκτα συνεπάγεται την ουσιαστική κατάργηση του συστήματος διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και την ταυτόχρονη επαναλειτουργία του συστήματος συγκεντρωτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων από ένα εξειδικευμένο δικαιοδοτικό όργανο όπως αρχικά προβλεπόταν στο Άρθρο 144 του Συντάγματος.

Ωστόσο, από τη μελέτη των κυβερνητικών νομοσχεδίων εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι με τη δικαστηριακή μεταρρύθμιση δεν επιδιώκεται, αυστηρώς ομιλούντες, η επαναλειτουργία του ΑΣΔ του 1960 εφόσον στο προτεινόμενο δικαιοδοτικό όργανο αφαιρείται η πλέον καθοριστική αρμοδιότητα του ΑΣΔ, αυτή δηλαδή του συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Με άλλα λόγια, δεν επιδιώκεται η ανατροπή του ισχύοντος συστήματος του διάχυτου ελέγχου και η επιστροφή στο συγκεντρωτικό έλεγχο. Και τούτο διότι σύμφωνα με τα κυβερνητικά νομοσχέδια ο έλεγχος θα συνεχίσει να είναι διάχυτος και παρεμπίπτων και θα ασκείται από το κάθε φορά συμπτωματικά αρμόδιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα (ενώπιον πρωτόδικου δικαστηρίου ή Εφετείου, με την εξαίρεση του Διοικητικού Εφετείου όπου προβλέπεται δυνατότητα παραπομπής).

Με τον τρόπο αυτό, παραμένει σε ισχύ το σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου και θεσμοθετείται ένα παράλληλο και περιορισμένης εμβέλειας σύστημα συγκεντρωτικού και κύριου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που θα ασκείται από το λεγόμενο ΑΣΔ. Σύμφωνα με τα σχετικά νομοσχέδια η σύσταση αυτού του οργάνου είναι αναγκαία προκειμένου αφενός «να προβλεφθεί σε ορισμένες περιπτώσεις τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας, ώστε να εξασφαλίζεται ενιαία η ορθή εφαρμογή του νόμου, η συνοχή και εξέλιξη της νομολογίας και επομένως η ασφάλεια του δικαίου» και αφετέρου «να διασφαλισθεί ο αναγκαίος αλληλοέλεγχος στην ανώτατη βαθμίδα της δομής της δικαιοσύνης, μεταξύ των δύο Δικαστηρίων, που είχε αναιρέσει η συγχώνευση τους».

Μεταξύ των άλλων αρμοδιοτήτων που θα έχει το νέο ΑΣΔ είναι (α) η εκδίκαση μετά από παραπομπή από το Διοικητικό Εφετείο θεμάτων δημοσίου δικαίου μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή σημασίας (β) θα αποτελεί τον τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας, κατόπιν άδειας του ίδιου του Δικαστηρίου, επί αίτησης για εκδίκαση υπόθεσης, επί νομικών ζητημάτων που προκύπτουν από αποφάσεις αναθεωρητικών εφέσεων, και σχετίζονται είτε με αλλαγή πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης νόμου ή με μείζον ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος (γ) Θα αποφασίζει επί συγκρουόμενων ή/και αντιφατικών αποφάσεων του Αναθεωρητικού Εφετείου.

Αναφορικά με τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, σύμφωνα με το νομοσχέδιο το Άρθρο 144.1 θα διαβάζεται ως ακολούθως: «Πας διάδικος δικαιούται, καθ’ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ’ έφεσιν, να εγείρη ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως η διατάξεώς τινος αυτών ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως και το δικαστήριον αποφαίνεται επί του ζητήματος στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης. Σε περίπτωση που το τοιούτο δικαστήριο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο ή το Εφετείο, εάν τούτο κρίνει ότι το ζήτημα αντισυνταγματικότητας είναι μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας, το παραπέμπει στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και αναστέλλει την πρόοδο της διαδικασίας ενώπιον του, μέχρις ότου αποφανθεί επ’ αυτού το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο».

Σε περίπτωση, λοιπόν, που η σχετική τροποποίηση του Συντάγματος υιοθετηθεί, η διαδικασία πρωτόδικα δεν θα διακόπτεται, αλλά το ζήτημα της συνταγματικότητας θα εκδικάζεται από το Δικαστήριο (πολιτικό ή ποινικό ή διοικητικό), ενώπιον του οποίου θα εγείρεται.

Εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα χωρεί έφεση και αν αρμόδιο είναι το (Διοικητικό) Εφετείο τότε αυτό θα εκδικάζει το ζήτημα εκτός και αν κρίνει ότι το ζήτημα αντισυνταγματικότητας είναι μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας οπότε μπορεί να το παραπέμπει στο ΑΣΔ, το οποίο όμως διατηρεί την εξουσία να επιστρέψει την υπόθεση για εκδίκαση στο Εφετείο αν κρίνει ότι δεν δικαιολογείται τέτοια παραπομπή. Εναντίον της απόφασης  του Διοικητικού Εφετείου μπορεί να υποβληθεί αίτηση ενώπιον του ΑΣΔ το οποίο μόνον όταν δώσει σχετική άδεια θα μπορεί να αποφασίσει επί της αίτησης και εφόσον αποδεκτεί ότι η αίτηση άπτεται νομικών θεμάτων, που προκύπτουν από την απόφαση και σχετίζονται είτε με αλλαγή πάγιας νομολογίας είτε με την ανάγκη ορθής εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής διάταξης νόμου είτε με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας.

Εναντίον της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα χωρεί έφεση και αν αρμόδιο είναι το Ποινικό και Πολιτικό Εφετείο αυτά θα πρέπει να εκδικάζουν το ζήτημα χωρίς να έχουν δικαίωμα παραπομπής της υπόθεσης στο ΑΣΔ και μόνον εάν και εφόσον η υπόθεση φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο με ειδική άδεια και αυτό κρίνει ότι το ζήτημα αντισυνταγματικότητας είναι μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας, έχει τη δυνατότητα να το παραπέμψει στο ΑΣΔ. Σε διαφορετική περίπτωση το εκδικάζει το ίδιο.

Πέραν από την έκδηλη πολυπλοκότητα της προτεινόμενης κατασκευής, όπως γίνεται αντιληπτό, το νέο ΑΣΔ αποστερείται την παραδοσιακά κύρια αποστολή του που είναι η αποκλειστική άσκηση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Ταυτόχρονα, οι δικονομικές προϋποθέσεις που τίθενται για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας του ΑΣΔ είναι τέτοιες που καθιστούν την πραγματική του συμβολή στη συνταγματική νομολογία του τόπου μας αμφίβολη. Με το νέο ΑΣΔ θα εισαχθεί στην κυπριακή έννομη τάξη ένα στοιχείο συγκέντρωσης του ελέγχου το οποίο, ωστόσο, θα έχει εξαιρετικά μικρό εύρος αφού λίγες, όπως φαίνεται, θα είναι οι υποθέσεις που θα θεμελιώνουν δικαιοδοσία του ΑΣΔ. Θα πρόκειται, ως εκ τούτου, για ένα μηχανισμό που θα βρίσκεται αποκομμένο από το «πεδίο της μάχης» του συνταγματικού ελέγχου με αρκετά περιορισμένη αποτελεσματικότητα.

Ακόμη πιο σοβαρό είναι πιστεύω το ζήτημα της de facto δικονομικής καθυστέρησης της απόδοσης της συνταγματικής δικαιοσύνης, μέσω της ενδεχόμενης παρεμβολής τριών βαθμών δικαιοδοσίας προκειμένου να πει το ΑΣΔ την τελευταία του λέξη (αν αποφασίσει τελικά να αποφανθεί επί του θέματος) και να στοιχειοθετηθεί οριστικά η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου. Με άλλα λόγια, μέσα από την προτεινόμενη περιδίνηση του ελέγχου της συνταγματικότητας πώς είναι δυνατόν να αναμένει κανείς να λυθεί οριστικά το όποιο ζήτημα συνταγματικότητας ενός νόμου μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και αφού ενδεχομένως να έχουν εκδοθεί αντίθετες δικαστικές αποφάσεις, που θα επιτείνουν τη σύγχυση και την ανασφάλεια στην κυπριακή έννομη τάξη. Είναι φανερό ότι με το προτεινόμενο σύστημα, περιορίζεται σημαντικά η αποτελεσματικότητα του εν λόγω ελέγχου, αφού θα περνάει σημαντικό χρονικό διάστημα από τη στιγμή που ένα ζήτημα συνταγματικότητας θα απασχολήσει τα κυπριακά δικαστήρια, εωσότου κληθεί (και το ίδιο αποφασίσει) ότι θα αποφανθεί οριστικά το ΑΣΔ.

Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής μας, ότι ένα από τα πλέον δισεπίλυτα ζητήματα που καλούνται να απαντήσουν συνήθως οι διάφορες έννομες τάξεις που διαθέτουν ένα τέτοιο κεντρικό δικαιοδοτικό όργανο, όπως το Συνταγματικό Δικαστήριο, είναι το ζήτημα της στελέχωσης του και ο τρόπος εκλογής των δικαστών που το απαρτίζουν. Δεν θα πρέπει να παροράται ότι ο συνταγματικός δικαστής φέρει στους ώμους του τη βαριά ευθύνη της επαλήθευσης της συνταγματικότητας των νόμων και αναγορεύεται, έτσι, σε βασικό κρίκο του πολιτειακού συστήματος .

Πάντως, από τη διεθνή πρακτική προκύπτει ότι τέτοιου είδους δικαστήρια στελεχώνονται εκτός από επαγγελματίες δικαστές, από ακαδημαϊκούς και νομικούς ευγνωσμένου κύρους, που διαθέτουν ως κοινή συνισταμένη βαθιά γνώση των ιδιαίτερων κανόνων του δημοσίου και δη του συνταγματικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, αλγεινή εντύπωση προκαλεί η απουσία σχετικής πρόνοιας στα προωθούμενα νομοσχέδια για τη δυνατότητα στελέχωσης του ΑΣΔ και από ακαδημαϊκούς από τα πανεπιστήμια της χώρας μας αγνοώντας προκλητικά την ύπαρξη και λειτουργία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μας. Οι θεσμικοί σχεδιαστές της μεταρρύθμισης θα έπρεπε, λογικά, να έχουν την ετοιμότητα να αμφισβητήσουν ή/και να συγκρουσθούν με καθιερωμένες πρακτικές στον χώρο της κυπριακής δικαιοσύνης όπως είναι η «δικαστική επετηρίδα».

VII.Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Ο αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος των νόμων λειτουργεί ως εγγύηση της τήρησης του Συντάγματος και υπαγορεύεται τόσο από την αρχή της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η δημιουργία ενός ΑΣΔ που θα ανταποκρίνεται επαρκώς στην αποστολή του και που θα συγκεντρώνει αποκλειστικά στα χέρια του τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων αποτελεί ένα ισχυρό θεσμικό αντίβαρο, ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικότερα τα συνταγματικά δικαιώματα των ατόμων και να συμβάλει στην εδραίωση του κράτους δικαίου στη χώρα μας. Πολλοί από μας είδαμε με ανακούφιση την ιδέα της «επαναλειτουργίας» του ΑΣΔ αφού το Δικαστήριο αυτό θα μπορούσε να συνεισφέρει στη δημιουργία κουλτούρας συνταγματικού πατριωτισμού και να συμβάλει στην ανάπτυξη συνταγματικής συνείδησης που ομολογουμένως τόσο πολύ λείπει από τον τόπο μας.

Ωστόσο, δεν μπορεί κάποιος να κρύψει την απογοήτευσή του ότι τελικά το μόρφωμα το οποίο προωθείται δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε τέτοιες φιλοδοξίες, αλλά  αντίθετα οδηγεί στο ξεθώριασμα και αυτού ακόμη του σκοπού για τον οποίο ο συντακτικός νομοθέτης το προόριζε. Η φερόμενη ως «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ, ένεκα των όρων που τίθενται για την ενεργοποίηση της αρμοδιότητας του, θα πρόκειται ουσιαστικά για την προσθήκη ενός αβέβαιου σταθμού σε μια δαιδαλώδη διαδρομή που θα ακολουθεί ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων.

Οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου καλούνται πια να τοποθετηθούν για το μέλλον της κυπριακής δικαιοσύνης γενικότερα, αλλά και για την φερόμενη ως «επαναλειτουργία» του ΑΣΔ ειδικότερα. Σκοπός της παρούσας παρέμβασης είναι να δώσει το έναυσμα για μια δημόσια συζήτηση ή/και διαβούλευση η οποία και θα ρίξει φως ως προς τις πραγματικές επιδιώξεις της λεγόμενης «επαναλειτουργίας» του ΑΣΔ και τους λόγους που οδήγησαν στο κουτσούρεμα της παραδοσιακής του αποστολής, αυτής δηλαδή του συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

Πηγή: “Δεξαμενή Νομικής Σκέψης Κράτος Δικαίου”

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.