Φόρμα αναζήτησης

Η Εκκλησία στη χώρα της «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης»

Ήμουν ανάμεσα σε αυτούς που έκριναν θετική εξέλιξη την απομάκρυνση Καδή από το Υπουργείο Παιδείας πριν από 20 μήνες. Θεωρούσα ότι η εκπαίδευση χρειάζεται ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν χωρίς σύγκρουση με το παρελθόν, και ο πρώην υπουργός -είτε λόγω χαρακτήρα, είτε λόγω των στενών σχέσεων που διατηρεί με την Εκκλησία, σε βαθμό που, κάποιες φορές, ήταν σαν να υπάγεται σε αυτήν- έδειξε πως δεν διέθετε τη βούληση να αγγίξει τα δύσκολα. Η πορεία απέδειξε ότι ποτέ δεν ήταν θέμα προσώπων. Ο νέος υπουργός δεν χρειάστηκε παρά λίγες ώρες για να επιβεβαιώσει πως η επιλογή του αποτελούσε μια ακόμα κίνηση διασφάλισης από μέρους της κυβέρνησης των ισορροπιών με πρώτο θύμα τον μελλοντικό πολίτη. Επιλέγοντας στην πρώτη του συνέντευξη να μην αφήσει καμία αμφιβολία ως προς τα όρια μέσα στα οποία θα λειτουργούσε, τοποθετώντας και αυτός στο κεντρικό κάδρο της παιδείας την Εκκλησία: «Σε συνεργασία με τους κοινωνικούς φορείς και την Εκκλησία θα κάνουμε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», εξηγούσε. Τη δήλωσή του επισκίασε στη συνέχεια μια άλλη για κοινές έγνοιες και αγώνες με το ΕΛΑΜ, η οποία όμως στην ουσία ήταν απλώς συνέχεια της προηγούμενης. Και επιβεβαίωνε ότι η παιδεία θα συνεχίζει να κινείται στο πλαίσιο της συντήρησης και στα όρια του ρατσισμού.

Δεν θα μπω στη διαδικασία να ασχοληθώ με τις τελευταίες δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου. Έχει καταντήσει κουραστικό ώς και γραφικό αυτό που γίνεται κάθε φορά που μιλά ο Αρχιεπίσκοπος. Άλλωστε οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις δεν περιείχαν τίποτε το καινούργιο. Ούτε να υπερασπιστώ τα αυτονόητα: Ότι δηλαδή από τη στιγμή που μια χώρα τάσσεται υπέρ του δικαιώματος στην ελεύθερη επιλογή, συμπεριλαμβανομένου του θρησκεύματος, η Εκκλησία δεν μπορεί να αποτελεί μέρος της διαμόρφωσης της εκπαίδευσης διαδικασίας. Έχω την πεποίθηση ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να αφήσουμε τα συνθήματα, να βάλουμε στο περιθώριο τις κατά καιρούς δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου και να επικεντρωθούμε στα βασικά: να αποφασίσουμε προς τα που θέλουμε ως χώρα να κινηθούμε και αναλόγως να λειτουργήσουμε. Αγγίζοντας και τον ρόλο της Εκκλησίας. Ο οποίος δεν έχει να κάνει τόσο με τον τρόπο που η ίδια ή ο Αρχιεπίσκοπος ως εκπρόσωπός της λειτουργούν, αλλά με τον ρόλο που η πολιτεία της δίνει. Η εκπαίδευση αποτελεί βασικό πυλώνα διαμόρφωσης της αυριανής κοινωνίας. Είναι τεράστιας σημασίας για τη δημιουργία μιας πραγματικά αναπτυσσόμενης οικονομίας, ενώ είναι καθοριστική ως προς τον τρόπο που ο πολίτης προσεγγίζει ζητήματα όπως αυτά της επανένωσης ή τουλάχιστον της ειρηνικής συμβίωσης. Αν λοιπόν κυβέρνηση και ΔΗΣΥ εννοούν αυτά που λένε -πως στόχος είναι η πραγματική ανάπτυξη, με έμφαση στην έρευνα, η διαμόρφωση του μελλοντικού πολίτη που θα πάρει τη χώρα παρακάτω, και η κατάληξη σε μια βιώσιμη διευθέτηση του Κυπριακού-, τότε θα πρέπει να εξηγήσουν και πώς οι στόχοι αυτοί εξυπηρετούνται, διατηρώντας στο επίκεντρο της παιδείας (η οποία καθορίζει χαρακτήρες, συνειδήσεις, πεποιθήσεις) έναν φορέα τέτοιων οπισθοδρομικών και εθνικιστικών θέσεων; Τι σχέση μπορεί να έχουν αυτές οι αντιλήψεις με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, την έννοια του σύγχρονου σχολείου το οποίο τάχα επιδιώκουμε, με μια προοδευτική και ανοικτή κοινωνία, τον νέο πολίτη που με ευρύτητα θα βλέπει και θα κρίνει τα πράγματα, θα υπερασπίζεται τη διαφορετικότητα, που υποτίθεται θέλουμε να δημιουργήσουμε;

Δόγματα «απόλυτης αλήθειας», ο ρατσισμός, αυτή η πλήρης σύγχυση για το ποιοι είμαστε, τι επιδιώκουμε (όπως ήρθε να υπενθυμίσει η ανακοίνωση του ΠΑΝΣΥΦΙ ΑΠΟΕΛ την ημέρα της Ανεξαρτησίας με την οποία ξεκαθάρισε πως δεν αναγνωρίζει τη χώρα του), δεν είναι άσχετα με τη διαχρονική επιρροή που απολαύει η Εκκλησία στα σχολεία. Ούτε με ένα πολιτικό σύστημα που σε κάθε ευκαιρία σπεύδει να επιβεβαιώσει τον ρόλο της όχι ως επικρατούσα θρησκεία μόνο, αλλά και ως επικρατούσα εξουσία. Όταν η παιδεία καλλιεργεί έναν βαθύ συντηρητισμό, προωθεί την έλλειψη ανοχής στο διαφορετικό, «επιβεβαιώνει» την εθνική και θρησκευτική ανωτερότητα, τότε προφανώς και μια κοινωνία γίνεται ευάλωτη στον φασισμό, διολισθαίνει σε αναχρονισμούς πολλών και διαφορετικών επιπέδων. Άλλωστε το επίπεδο λόγου του Αρχιεπισκόπου, του αντιπροέδρου της ΟΕΛΜΕΚ Παντελή Νικολαΐδη, του ΠΑΝΣΥΦΙ ελάχιστα διαφέρει.

Το τελευταίο που χρειάζεται μια χώρα (της οποίας τα σχολεία με συνέπεια κατατάσσονται ανάμεσα στα χειρότερα) και ως στόχο έχει -όπως διατείνεται- να εξέλθει της κρίσης έχοντας ως κύριο μοχλό ανάπτυξης τη γνώση είναι να επενδύει στη συντήρηση και τα δόγματα. Και το μόνο που δεν χρειάζεται ενώ διεκδικεί (στα λόγια τουλάχιστον) την επανένωση είναι να θέτει στο κέντρο της παιδείας της έναν θεσμό, ο οποίος εκφράζει ό,τι πιο ακραίο και εθνικιστικό σήμερα στην κοινωνία. Δεν είναι αρκετό να λέμε ότι το μέλλον της χώρας βρίσκεται στην Ευρώπη ή ότι επιθυμούμε λύση. Θα πρέπει να λειτουργούμε και αναλόγως. Κατατάσσοντας εκεί που πρέπει τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου κυρίως όμως τις θέσεις της Εκκλησίας. Και ανάγοντας την παιδεία σε όχημα για το μέλλον.

Όσο αρνούμαστε να δούμε σοβαρά όσα εδώ και χρόνια βολικά αγνοούμε, όσο με ευκολία υιοθετούμε πρακτικές που δεν «ενοχλούν» κεκτημένα ούτε αμφισβητούν πεποιθήσεις, καθορίζουν όμως το ποιοι είμαστε σήμερα, και κυρίως το ποιοι θα είμαστε αύριο, τόσο θα συνεχίσουμε να ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις ίδιες άβολες πραγματικότητες. Θα έπρεπε να είχαμε αντιληφθεί, μετά από μια τέτοια πορεία πως δεν λύνονται όλα με έναν σταυρό.

antopoly@cytanet.com.cy